Χρυσανθος Τασσης: «Υπαρχει κριση πολιτικης εκπροσωπησης – Τα νεα κομματα ερχονται να καλυψουν ενα υπαρκτο κενο»
Μια ευρεία συζήτηση για το δημόσιο πανεπιστήμιο, την κρίση εκπροσώπησης, τη λειτουργία των κομμάτων και τις νέες πολιτικές πρωτοβουλίες που επιχειρούν να αναδιατάξουν το εγχώριο κομματικό σύστημα πραγματοποιήθηκε στο «Ράδιο Παρατηρητής» με καλεσμένο τον πολιτικό επιστήμονα και επίκουρο καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Πολιτικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Χρύσανθο Τάσση.
Ο κ. Τάσσης, με αφορμή το τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς αλλά και τις εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, τοποθετήθηκε τόσο για την πορεία του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια όσο και για τις βαθύτερες μεταβολές που συντελούνται στο πολιτικό σύστημα.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, η κρίση εμπιστοσύνης προς τα κόμματα, η πολιτική επικοινωνία, η δυναμική των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν από τον Αλέξη Τσίπρα και την Μαρία Καρυστιανού, αλλά και το ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατίας εισέρχεται σε περίοδο φθοράς ή ακόμα και εσωτερικής αναδιάταξης.
Το Δημοκρίτειο, τα περιφερειακά πανεπιστήμια και η ελάχιστη βάση εισαγωγής
Ξεκινώντας από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ειδικότερα το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, ο κ. Τάσσης αναφέρθηκε στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα περιφερειακά πανεπιστήμια, επισημαίνοντας πως ένα από τα βασικά άγχη των τμημάτων είναι η ελάχιστη βάση εισαγωγής.
Όπως εξήγησε, η ελάχιστη βάση εισαγωγής επηρεάζει άμεσα τη στρατηγική των πανεπιστημιακών τμημάτων, ιδίως στην περιφέρεια, καθώς καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα προσέλκυσης φοιτητών.
Για το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής, ωστόσο, εμφανίστηκε αισιόδοξος, σημειώνοντας ότι τα τελευταία χρόνια δεν έχει αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα ως προς τον αριθμό των εισακτέων. Αντίθετα, όπως είπε, φαίνεται ότι οι μαθητές και οι μαθήτριες εξακολουθούν να επιλέγουν το τμήμα, γεγονός που αναγνωρίζεται τόσο από την ακαδημαϊκή κοινότητα όσο και από την κοινωνία.
Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε ότι τα προβλήματα των περιφερειακών πανεπιστημίων παραμένουν σημαντικά και πολυεπίπεδα. Αναφέρθηκε στην υποχρηματοδότηση, στις ελλείψεις μελών ΔΕΠ, στην ανάγκη ενίσχυσης του διοικητικού προσώπου, αλλά και στα κτιριακά ζητήματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στα δημόσια πανεπιστήμια.
«Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι παραρτήματα, όχι κανονικά πανεπιστήμια»
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο κ. Τάσσης στο ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Ο ίδιος έκανε λόγο για αντισυνταγματική παράκαμψη του άρθρου 16, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση «έκανε γαργάρα» μια θεσμικά προβληματική νομοθέτηση.
Σύμφωνα με τον κ. Τάσση, τα ιδρύματα που έρχονται δεν είναι κανονικά πανεπιστήμια, άλλα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων που θα λειτουργούν με λογική franchise. Όπως εξήγησε, αυτό δημιουργεί σοβαρά ζητήματα τόσο ως προς την ποιότητα των σπουδών όσο και ως προς τα δικαιώματα των φοιτητών.
«Οι μελλοντικοί φοιτητές και φοιτήτριες πρέπει να σπουδάσουν σε κανονικά πανεπιστήμια. Αν θέλουν να σπουδάσουν στην Ελλάδα, να επιλέξουν το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αν θέλουν να σπουδάσουν αλλού, να πάνε στο εξωτερικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι το Τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής ενδεχομένως δεν θα πληγεί άμεσα, καθώς δεν ανήκει στις σχολές υψηλής ζήτησης που αναμένεται να αποτελέσουν βασικό πεδίο ανταγωνισμού για τα ιδιωτικά ΑΕΙ. Ωστόσο, δεν απέκλεισε έμμεσες επιπτώσεις, καθώς φοιτητές που θα επέλεγαν συναφή πεδία ή δημόσιες σχολές ενδέχεται να στραφούν σε ιδιωτικά παραρτήματα.
Ιδιαίτερα στάθηκε και στο κόστος σπουδών, επισημαίνοντας ότι πολλές οικογένειες μπορεί να επιλέξουν ένα ιδιωτικό παράρτημα κοντά στον τόπο κατοικίας τους, όχι επειδή το θεωρούν ακαδημαϊκά ανώτερο, αλλά επειδή το κόστος σπουδών σε άλλη πόλη είναι πλέον δυσβάσταχτο.
Η πολιτική ως επικοινωνία και η κρίση της μαζικής πολιτικής
Από το πανεπιστήμιο η συζήτηση πέρασε στην πολιτική επικαιρότητα και ειδικότερα στη μετατόπιση της πολιτικής από το πεδίο της ιδεολογίας και της κοινωνικής οργάνωσης στο πεδίο της επικοινωνίας.
Ο κ. Τάσσης αναγνώρισε ότι η πολιτική επικοινωνία υπήρχε πάντα, ακόμη και στις δεκαετίες των μαζικών κομμάτων. Θύμισε μάλιστα ότι ήδη από τη δεκαετία του ’80 τα κόμματα έδιναν ιδιαίτερη σημασία στην εικόνα των συγκεντρώσεων, στη σκηνοθεσία των δημόσιων εμφανίσεων και στη συμβολική διαχείριση του πολιτικού μηνύματος.
Η διαφορά, όπως εξήγησε, είναι ότι σήμερα η επικοινωνία έχει υποκαταστήσει σε μεγάλο βαθμό την ουσία της πολιτικής. Η παλιά μαζική πολιτική, με τις τοπικές οργανώσεις, τη συμμετοχή των πολιτών και τη διαμόρφωση συλλογικής ιδεολογίας, έχει υποχωρήσει. Στη θέση της κυριαρχεί η τεχνοκρατική διάσταση της πολιτικής, οι επικοινωνιακές στρατηγικές και η απομάκρυνση των πολιτών από τα κόμματα.
Αυτό, όπως είπε, αποτυπώνεται και στα ποσοστά αποχής. Υπενθύμισε ότι στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, ιδίως στον δεύτερο γύρο, η συμμετοχή ήταν ιδιαίτερα χαμηλή, ενώ αντίστοιχα φαινόμενα παρατηρούνται και στις ευρωεκλογές.
Τα τρία επίπεδα των κομμάτων και η αποδυνάμωση της βάσης
Αναλύοντας τη λειτουργία των κομμάτων, ο κ. Τάσσης αναφέρθηκε στα τρία βασικά επίπεδά τους: το κόμμα στη βάση, δηλαδή τις τοπικές οργανώσεις, το κόμμα στο κέντρο, δηλαδή τα κεντρικά γραφεία, και το κόμμα στα δημόσια αξιώματα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σήμερα τα κόμματα λειτουργούν κυρίως είτε ως μηχανισμοί κεντρικής διοίκησης είτε ως μηχανισμοί άσκησης εξουσίας, έχοντας απομακρυνθεί από την κοινωνική τους βάση.
Η νέα Δημοκρατία, όπως είπε, λειτουργεί κυρίως ως κόμμα της εκτελεστικής εξουσίας, ενώ το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα της αντιπολίτευσης, φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο μέσα από τα κεντρικά γραφεία και λιγότερο μέσα από μια ζωντανή σχέση με τις τοπικές οργανώσεις και την κοινωνία.
Η Μαρία Καρυστιανού και ένα κόμμα διαμαρτυρίας με ανοιχτή ταυτότητα
Αναφερόμενος στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ο κ. Τάσσης εκτίμησε ότι πρόκειται για μια πρωτοβουλία που ξεκινά ως κόμμα διαμαρτυρίας, με αφετηρία το δυστύχημα των Τεμπών και κυρίως τη θεσμική διαχείριση που ακολούθησε.
Όπως σημείωσε, η κ. Καρυστιανού αποτέλεσε το κεντρικό πρόσωπο της κοινωνικής κινητοποίησης γύρω από την υπόθεση των Τεμπών και αυτό της δίνει μια πραγματική πολιτική βάση. Ο ίδιος απέρριψε πάντως εύκολους χαρακτηρισμούς που αποδίδουν στο κόμμα της ακροδεξιά ή φιλορωσική ταυτότητα, χαρακτηρίζοντας τέτοιες προσεγγίσεις αβάσιμες και περισσότερο πολιτικά πολεμικές παρά αναλυτικές.
Σύμφωνα με τον κ. Τάσση, το βασικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης πολιτικής πρωτοβουλίας φαίνεται να είναι η προσπάθεια υπέρβασης της παραδοσιακής διαίρεσης Αριστεράς – Δεξιάς. Ωστόσο, όπως είπε, στην ελληνική πολιτική επιστήμη υπάρχει μια κρίσιμη παρατήρηση: όποιος δηλώνει ότι δεν υπάρχει πια Δεξιά και Αντιδεξιά, συνήθως τοποθετείται πιο κοντά στη Δεξιά.
Σε κάθε περίπτωση, τόνισε πως το κόμμα αυτό πρέπει να κριθεί από το πρόγραμμά του, την οργανωτική του δομή και τα πρόσωπα που θα το πλαισιώσουν.
Ο Αλέξης Τσίπρας και η αναφορά στην παλιά μαζική πολιτική
Σε ό,τι αφορά την πολιτική πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Τάσσης υποστήριξε ότι κινείται διαφορετικά από εκείνη της κ. Καρυστιανού, καθώς βασίζεται σαφώς στη διαιρετική τομή Αριστεράς – Δεξιάς.
Σχολιάζοντας την παρουσίαση της ιδρυτικής διακήρυξης του νέου κόμματος, σημείωσε πως υπήρχαν σαφείς συμβολικές αναφορές στην πολιτική παράδοση του ΠΑΣΟΚ, και ειδικότερα στην 3η Σεπτέμβρη του Ανδρέα Παπανδρέου.
Αυτό, κατά τον κ. Τάσση, είναι στοιχείο της γενικότερης κρίσης εκπροσώπησης, καθώς οι πολίτες αισθάνονται ότι δεν συμμετέχουν πλέον ουσιαστικά στη διαμόρφωση της πολιτικής.
«Τα δύο νέα κόμματα έχουν εκλογική δυναμική»
Ο κ. Τάσσης εκτίμησε ότι τόσο το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού όσο και εκείνο του Αλέξη Τσίπρα διαθέτουν σημαντική εκλογική δυναμική. Όπως σημείωσε, και τα δύο κόμματα έρχονται να εκφράσουν διαφορετικά ακροατήρια, αλλά με κοινό στοιχείο την αναζήτηση μιας εναλλακτικής κυβερνησιμότητας.
Το κρίσιμο, όπως είπε, δεν είναι μόνο αν μπορούν να συγκεντρώσουν ψήφους, αλλά αν μπορούν να δημιουργήσουν οργανωτικές δομές και πολιτική εκπροσώπηση ικανή να απαντήσει στη βαθύτερη κρίση του πολιτικού συστήματος. «Από πλευράς κυβερνησιμότητας είναι σημαντικά. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να συμβάλουν στην επούλωση της κρίσης εκπροσώπησης», ανέφερε.
Μεταδημοκρατία και νεοφιλελεύθερη συναίνεση
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Τάσσης και στην έννοια της μεταδημοκρατίας, περιγράφοντας ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο οι εκλογές εξακολουθούν να διεξάγονται κανονικά, αλλά η ουσιαστική δυνατότητα των πολιτών να επηρεάζουν την πολιτική περιορίζεται. Όπως εξήγησε, στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται σύγκλιση των βασικών κομματικών οικογενειών γύρω από μια νεοφιλελεύθερη συναίνεση.
Αυτή περιλαμβάνει πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων, τεχνοκρατική διακυβέρνηση, νέο δημόσιο μάνατζμεντ, ελαστικοποίηση της εργασίας και προσέλκυση ξένων επενδύσεων ως κεντρικό άξονα ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, είναι ότι οι πολίτες συχνά ψηφίζουν διαφορετικά κόμματα αλλά δεν βλέπουν ουσιαστικά διαφορετικές πολιτικές.
Η συζήτηση για την κυβερνησιμότητα και την απλή αναλογική
Ο κ. Τάσσης αναφέρθηκε και στο διαχρονικό δίλημμα ανάμεσα στην ίση εκπροσώπηση και την κυβερνησιμότητα.
Όπως εξήγησε, τα αναλογικά συστήματα υπηρετούν περισσότερο την ισότητα της ψήφου, ενώ τα πλειοψηφικά συστήματα δίνουν έμφαση στη δημιουργία σταθερών κυβερνήσεων.
Στην Ελλάδα, όπως σημείωσε, κυριάρχησαν μεταπολιτευτικά τα πλειοψηφικά συστήματα, καθώς η πολιτική κουλτούρα έχει συνδέσει τη σταθερότητα με τις μονοκομματικές κυβερνήσεις.
Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συνεργασίας εμφανίστηκαν κυρίως σε περιόδους κρίσης, όπως το 1989 ή την περίοδο των μνημονίων.
Κατά τον ίδιο, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό αλλά βαθιά πολιτικό: αν η κοινωνία προτιμά την αναλογική εκπροσώπηση ή την κυβερνητική σταθερότητα.
Το ερώτημα Σαμαρά και η επόμενη μέρα της Νέας Δημοκρατίας
Στο ερώτημα αν η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη εισέρχεται σε τροχιά φθοράς, ο κ. Τάσσης εκτίμησε ότι κρίσιμος παράγοντας θα είναι το αν ο Αντώνης Σαμαράς προχωρήσει στη δημιουργία νέου κόμματος.
Όπως σημείωσε, ο κ. Σαμαράς διαθέτει συγκεκριμένη ιδεολογική βάση, οργανωτική εμπειρία και πρόσβαση σε ένα παραδοσιακό ακροατήριο της Νέας Δημοκρατίας, αλλά όχι μόνο. Υπενθύμισε ότι η Πολιτική Άνοιξη στο παρελθόν επηρέασε σημαντικά τη Νέα Δημοκρατία, ενώ ο Αντώνης Σαμαράς υπήρξε και πρωθυπουργός σε κρίσιμη περίοδο για τη χώρα.
Κατά τον κ. Τάσση, ένα νέο κόμμα Σαμαρά θα μπορούσε να πλήξει σημαντικά τη Νέα Δημοκρατία, ιδίως αν συνδυαστεί με τη φθορά της κυβέρνησης και την ενίσχυση των νέων πολιτικών σχηματισμών.
Το ΠΑΣΟΚ ως ο μεγάλος χαμένος
Στην εκτίμησή του για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, ο κ. Τάσσης υποστήριξε ότι τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού θα μπορούσαν να κινηθούν πολύ ψηλά, ακόμη και στη δεύτερη και τρίτη θέση.
Αντίθετα, εκτίμησε ότι το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να είναι ο μεγάλος χαμένος των νέων πολιτικών ισορροπιών. Όπως είπε, ένα μέρος των μεγαλύτερων σε ηλικία παραδοσιακών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ μπορεί να αισθάνεται πλέον πιο κοντά στη Νέα Δημοκρατία, ενώ νεότεροι ψηφοφόροι είναι πιθανό να μετακινηθούν προς τον Αλέξη Τσίπρα.
Το ΠΑΣΟΚ, κατά τον ίδιο, δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εμφανιστεί ως πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, με αποτέλεσμα να απειλείται από τις νέες πολιτικές πρωτοβουλίες που διαμορφώνονται.
Η συζήτηση έκλεισε με τη διαπίστωση ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, όπου η κρίση εκπροσώπησης, η αποχή, η φθορά της κυβέρνησης και η εμφάνιση νέων κομμάτων ενδέχεται να μεταβάλουν ριζικά τον πολιτικό χάρτη.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
