Το λογοτεχνικο αφιερωμα στην πολη της Κομοτηνης συνεχιζεται…

Από τον συγγραφέα και βιβλιοθηκονόμο του ΤΑΣ/ΔΠΘ Πασχάλη Κατσίκα

[Πριν από λίγες ημέρες, με αφορμή την επέτειο των 106 χρόνων ελευθερίας της πόλης μας, ο κ. Πασχάλης Κατσίκας, ποιητής, που όμως αρέσκεται να ακολουθεί τα τελευταία χρόνια και τα μονοπάτια της πεζογραφίας, και βιβλιοθηκονόμος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ, μας «υποσχέθηκε» (βλ. σχετικά ΕΔΩ), μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook, ένα μικρό λογοτεχνικό αφιέρωμα στην Κομοτηνή, τη δεύτερη αυτή πατρίδα του, μετά την Κίρκη Έβρου, και τις τελευταίες ημέρες το κάνει πράξη.

Με οδηγό τη νοσταλγία και την ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη, το λογοτεχνικό οδοιπορικό στην Κομοτηνή του χθες συνεχίζεται. Μέσα από λέξεις που ανασύρουν εικόνες, μυρωδιές και χαμένα αποτυπώματα μιας πολυπολιτισμικής πόλης, καλούμαστε να περιπλανηθούμε σε μια Κομοτηνή που βίωσε τη βουλγαρική κατοχή, σε μια Κομοτηνή που υπήρξε η πατρίδα εκατοντάδων προσφύγων, σε μια Κομοτηνή που βίωσε και βιώνει τη σύγχρονη «ανάπτυξη». Μια Κομοτηνή, που γνωρίζει την αναπόφευκτη φθορά που φέρνει το πέρασμα του χρόνου, αλλά τα σοκάκια και οι δρόμοι της συνεχίζουν να μας προσκαλούν σε πνευματικές περιπλανήσεις…

Ακολουθούν λοιπόν τα επόμενα αφιερώματα του κ. Κατσίκα, όπως και τα σχετικά σχόλια του δημιουργού, που συμβάλλουν στην ερμηνεία των κειμένων.]

Αφιέρωμα 2ο | Πρώτη μέρα στο σχολείο

Μπεθ Ελ, η εβραϊκή συναγωγή της Κομοτηνής τα παλαιότερα χρόνια, από την οποία σώζονται σήμερα μόνο τα θεμέλιά της

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 1943. Μπορεί να ήταν ακόμη θεοσκότεινα έξω, αλλά η μητέρα είχε σηκωθεί και έκανε ετοιμασίες. Την άκουγε να πηγαινοέρχεται από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα και τούμπαλιν. Το μικρό τους σπίτι: τρεις κάμαρες όλο κι όλο, δύο υπνοδωμάτια και η κουζίνα. Οι πιο χαρούμενες αναμνήσεις της αποκτήθηκαν σ’ αυτά τα πενήντα τετραγωνικά.

Εδώ και ώρα καθόταν ακίνητη στο κρεβάτι, να αφουγκράζεται γνώριμους ήχους. Το τρίξιμο της δίφυλλης ντουλάπας, από όπου έβγαζε τα ρούχα για να τα βάλει στη βαλίτσα, μπορούσε να το ξεχωρίσει από αυτό των ντουλαπιών της κουζίνας. Άκουγε το νερό που κόχλαζε – θα τους έβραζε αυγό. Το συνδύασε με το χτύπημα των πιάτων στο τραπέζι και κατάλαβε πως τους ετοίμαζε πρωινό.

Δεν ήθελε να σηκωθεί. Το μούδιασμα που ένιωθε ήταν ένα μείγμα αγωνίας, ελάχιστου φόβου για το άγνωστο και της χαράς για το καινούριο που έρχεται· για την έκπληξη που δεν είναι πια έκπληξη, γιατί στην έχουν μαρτυρήσει. Αυτά ήταν που την κράτησαν ξύπνια απόψε. Όλη τη νύχτα έπλαθε στο μυαλό της εικόνες για το νέο σχολείο. Ήταν σίγουρα πρωτοποριακό –το παλιό είχε μετατραπεί εδώ και καιρό σε διοικητήριο των κατοχικών δυνάμεων–, αφού θα συμμετείχαν και οι γονείς στα μαθήματα. Γεγονός που, παράλληλα με τη χαρά, τής αύξανε λιγάκι το άγχος.

Από τον δρόμο ακούστηκαν φωνές – διόλου περίεργο, παρόλο που δεν είχε ξημερώσει ακόμη. Τα τελευταία χρόνια κουμάντο στην πόλη τους έκανε ο στρατός. Αυτοί οι στριφνοί, νευρικοί άντρες, με τις κατάμαυρες στολές και τα κόκκινα περιβραχιόνια. Τους είχε συνηθίσει, δεν την τρόμαζαν πια. Σίγουρα θα ήταν πολύ καλύτερο το καινούριο σχολείο, αφού την προηγούμενη η μαμά και ο μπαμπάς τής είχαν μιλήσει γι’ αυτό με τόση συγκίνηση.

Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη κι ανυπομονούσε να ξαναρχίσουν τα μαθήματα. Ότι θα τους μετέφεραν από την Κομοτηνή με καμιόνια δεν το έβρισκε επιλήψιμο. Το μυαλό της ήταν στους συμμαθητές που θα γνώριζε, στα νέα παιχνίδια και τα τραγούδια που θα μάθαινε. Σίγουρα θα ταίριαζε απόλυτα σ’ ένα σχολείο που αγαπούν τα λουλούδια – τόσο, που αν δεν φοράς ένα ηλιοτρόπιο στο πέτο, δεν επιτρέπεται να εισέλθεις.


Αφορμή για το παραπάνω κείμενο υπήρξε η μακρά παρουσία των Εβραίων στην Κομοτηνή και το άδοξο τέλος τους. Πιο συγκεκριμένα, σχολιάζει ο κ. Κατσίκας: «Στα μέσα του 19ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί Εβραίοι μετανάστες από την Αδριανούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσά τους ήταν άνθρωποι που ασχολούντο με χονδρεμπόριο καπνών και σιτηρών, καθώς και με τραπεζικές εργασίες. Η κοινότητα των Εβραίων βρισκόταν ανάμεσα στα τείχη του βυζαντινού Φρουρίου και η συνοικία ονομαζόταν Εβραγιά. Η συνοικία περιελάμβανε και την εβραϊκή συναγωγή με το όνομα Μπεθ Ελ, η οποία χτίστηκε την ίδια περίοδο και λειτουργούσε μέχρι την έναρξη της Κατοχής. Η εβραϊκή συνοικία αναπτύχθηκε μετά το 1896 και εκτός του φρουρίου, κατά μήκος της οδού Μακκαβαίων (σημερινή Καραολή), όπου βρισκόταν και το εβραϊκό σχολείο και η εβραϊκή λέσχη. Η συναγωγή Μπεθ Ελ επεκτάθηκε σταδιακά μέχρι το 1914.

Στις 4 Μαρτίου 1943 οι Βούλγαροι σύμμαχοι των ναζιστών Γερμανών συνέλαβαν 819 Εβραίους. Αρχικά τους μετέφεραν σε μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη, γνωστή και ως κτήριο Τσελμπόρωφ. Στις 5 Μαρτίου τους επιβίβασαν σε τρένο και τους μετέφεραν αρχικά στο Σιμιτλί και στη συνέχεια στο στρατόπεδο εξόντωσης Τρεμπλίνκα. Επέζησαν του Ολοκαυτώματος μόνον 28 άτομα.

Όσον αφορά τη συναγωγή, το 1993 κατέρρευσε η στέγη της και το 1994 κατεδαφίστηκε. Σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλιά της».

Αφιέρωμα 3ο | Η ανέχεια

Το προσφυγικό σπίτι της θείας του κ. Κατσίκα, Ζωής Πριτσίδου, στην Κομοτηνή

Φέτος η πόλη μου δεν είναι ανιαρή·
δεν κοιμάται δίχως να προσφέρει εξαίσια θεάματα
Σε κλίμακα μικρή διασώζει στοιχεία λαϊκότητας
γιατί απόλυτη ανάγκη τα έχουν ακόμη οι αστοί
Μια αναγέννηση κι ένας μεσαίωνας ταυτόχρονα γεννήθηκαν
για να μπορούν στους εύθραυστους ήχους
να διαχωρίσουν το σώμα απ’ την ψυχή
Χθες, ο Αντέλ κρεμάστηκε στο συρματόπλεγμα·
σαν σουβενίρ εστάλη ο ήχος στους δικούς του
Η μουσική του αρπίχορδου δεν ήταν αμιγώς ελληνική
Σήμερα ψέκασαν τον Αχμέτ
Στην Υεμένη ζωγράφιζε κάποτε αδύναμα παιδιά
όσο άλλοι έπιναν με Μόκα τον καφέ τους
Σε σφιχτά φτερά που έσταζαν αίμα
ένα μωρό έκρωζε μονότονα
Απ’ τη Συρία η Αρζού
όπου κι αν έφερε τα άνθη της
ναυαγοσώστες συνωστίστηκαν
Αύριο που θα με πάρουνε τα χρόνια
ίσως την ανέχεια να μην την ανέχεται o Θεός·
ίσως μετριάσει το σφρίγος Του
Σ’ αυτόν τον γάμο, ίσως, κι εμείς ακόμη
να γίνουμε ολότελα νους.

Αφιέρωμα 4ο | Αγέρα

Μια ακόμη προσφυγική κατοικία της Κομοτηνής, την οποία ο χρόνος έχει οδηγήσει στην κατάρρευση

Γιατί παράσιτα χαρίζεις στη σιωπή;
Δεν βλέπεις;
Στα κούφια χείλη του θανάτου
σε δαίμονες και όρνια σαρκοβόρα
μια εύγλωττη αφωνία επικρατεί
Το πνεύμα μου άσε ήσυχο
να σβήσει στη βεράντα
Να θρέψει το σαράκι το φευγιό της

Αφιέρωμα 5ο | Σινέ «Ο παράδεισος»

Ο πρώην κινηματογράφος «Αστέρια» της Κομοτηνής, που βρίσκεται υπό εγκατάλειψη παρά τις έντονες προσπάθειες για επαναλειτουργία

Στον εξώστη κάθεσαι κι ακούς
τα εξωγήινα βήματα να σέρνονται στους διαδρόμους
Την ώρα αυτή ιδρώνουν οι ψίθυροι στο σκοτάδι
Ανεβαίνουν απ’ το πηγάδι ίσκιοι με τον κουβά
Δίχως τσέπη στα σάβανα
πανιά ανοίγουν ν’ αρμενίσουν στο λιόγερμα
Με φωνή που δεν λαμποκοπά
σφραγίζεις τις επτά πύλες του σινεμά
μη διαρρεύσουν άξαφνα οι φωταψίες
Πώς περνά η ζωή, ρωτιέσαι
Σύντομα θα πάρετε μαζί τον ανελκυστήρα
χωρίς ναύλο για τα νερά της Στυγός.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.