Το θεατρο σκιων του Μισελ Φαις

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Μισέλ Φάις, «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι», στην Κομοτηνή

Ο Φάις είναι ένας έλληνας συγγραφέας εβραϊκής καταγωγής. Το νιώθεις αυτό σε κάθε γραπτό του. Μια διττή ταυτότητα. Η γραφή του είναι μια πλάγια γραφή, που κυριολεκτεί στο ημίφως, κι ενσαρκώνει τη σκιά.

Τα τρία τελευταία βιβλία του Φάις, «Εξουθένωση, ντοκιμαντέρ ονείρων» (2022) – «Αμήν. Προσευχές στο κενό» (2024)– «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι» (2025), είναι μια καταπακτή αισθήσεων, σκέψεων, αναμνήσεων  –  κάτι αντίστοιχο με την «Καταπακτή» του Γιώργου Ιωάννου. Η διαλεκτική που διέπει τα τρία βιβλία του Φάις, διανθισμένη με μια υποδόρια μουσικότητα, είναι μια θυμόσοφη πλοήγηση σε έναν ψύχραιμο οδηγό επιβίωσης.

O αναγνώστης σε πολλά σημεία θα αναγνωρίσει τον εαυτό του. Γράφει ο Μισέλ Φάις στην «Εξουθένωση»: «Κάτι που δεν γράφεται, έλεγε, δεν υπάρχει. Κάποιες φορές είχα την αίσθηση πως έτρωγε, περπατούσε, κοιμόταν, έκανε έρωτα, μόνο και μόνο για να γράφει μετά στο ημερολόγιό της…»

Στις «Μεσοτοιχίες» απομονώνω φράσεις για τον γάμο: «Οικογένεια, αυτό το πληγωμένο τέρας», «Γυμνοί και μόνοι βλέπουμε το πρώτο φως, γυμνοί και μόνοι (δεν) βλέπουμε το τελευταίο σκοτάδι», «Η μέρα που δεν θα ξέρετε τίποτα ο ένας για τον άλλον θα είναι μια συνηθισμένη μέρα», «Όσο περισσότερο γινόμουν αυτή, τόσο περισσότερο χανόμουν εγώ», «Θάνατος από την πρώτη ματιά», «Θα ήθελα να ήμουν με κάποιον σαν εσένα αλλά όχι μ’ εσένα», «Τα ζευγάρια χωρίζουν όταν σταματούν να λένε ιστορίες».

Η αγωνία του θανάτου, διάχυτη, θυμίζει τον Φίλιπ Ροθ, στη νουβέλα του «Καθένας». Γράφει ο Φάις στο «δωμάτιο του νοσοκομείου»: «Μέχρι να συμφιλιωθείς μ’ αυτό που φαίνεσαι κι αυτό που είσαι, αλλά και μ’ αυτό που δεν φαίνεσαι κι αυτό που δεν είσαι, πεθαίνεις». Στο «δωμάτιο με το σταχτί σημειωματάριο» παραθέτει τη ρήση του Μπαρούχ Σπινόζα, «Ο Θεός είναι αδιάφορος», με φόντο τα κοιμητήρια.

Στις “Μεσοτοιχίες” τα κείμενα χαρακτηρίζονται διηγήματα, όπως στα δύο άλλα βιβλία. Αν δεν είχαν τίτλους, θα μπορούσαν να νοηθούν αποκόμματα μιας σύνθεσης. Ένα μυθιστόρημα δηλαδή, κατά τον τρόπο που νόησε το μυθιστόρημα ο Ζωρζ Περέκ, κυρίως στο πολυσέλιδο “Ζωή, οδηγίες χρήσης”. Ο Περέκ καταγράφει τη ζωή των ενοίκων μιας πολυκατοικίας στο Παρίσι, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στις “Μεσοτοιχίες” του Φάις συμπληρώνονται οι κουκίδες ενός παζλ δωματίων, έχουμε την αποτύπωση μιας “τρίτης ζωής”, εκεί όπου οι λέξεις μουλιάζουν στο μισόφωτο

Ένα υποδόριο, διαβρωτικό χιούμορ, όπως του Τζούλιαν Μπαρνς, αν και αυτό είναι μια προσωπική μου εντύπωση. Και ένας ψίθυρος επαναλαμβανόμενος, στην κλίμακα μουσικών φθόγγων: «Ποτέ τα ίδια δεν είναι τα ίδια όταν τα ξαναλές».

Κάποιες ενδεικτικές παραπομπές:

—«Αμήν. Προσευχές στο κενό», σελίδα 82-88, ο παραληρηματικός μονόλογος μιας γυναίκας σε ένα ατελιέ, διαθέτει κάτι από την «ωμότητα των πραγμάτων» του ζωγράφου Francis Bacon.

—«Εξουθένωση, ντοκιμαντέρ ονείρων», στο διήγημα «Μια σοφίτα», ένα όνειρο γύρω από ένα ερωτικό τρίγωνο, μοιάζει με σκληρό παραμύθι. Επίσης, στο διήγημα «Κονιάκ με χιόνι», οι κοφτοί διάλογοι μού θύμισαν τους διαλόγους σε μια ταινία του Τζιμ Τζάρμους, «Καπνός και τσιγάρα». Άδειες κουβέντες, μια κενότητα, το θέατρο του παραλόγου επίκαιρο.

Στο τέλος της ανάγνωσης κάθε διηγήματος, η υποψία πως διάβασες τα αποτυπώματα μιας σκιάς, που είναι η συνέχεια της ανθρώπινης υπόστασης – παράλληλα η σκιά ενσαρκώνει τα νεύματα ενός άλλου κόσμου, μέσα σε θαμπές φωτοσκιάσεις. Ένα θέατρο σκιών είναι τα κείμενα του Φάις, διέπονται από μια υπόσταση μυστικιστική και αποκαλυπτική, σε υπαινικτική ατμόσφαιρα, πρόσφορη για ανατροπές. Στην επικράτεια της σκιάς, η ευαισθησία μπορεί να νοηθεί ως ωμότητα, η διαλεκτική ως μελωδία, η ζωή ως θάνατος, η κενότητα ως δυνατότητα μαγείας, η ρευστότητα ως μακρινός απόηχος μιας μητέρας κι ενός πατέρα – κι ο κατάλογος συνεχίζεται.

Οι φράσεις μοιάζουν με οδηγίες πλεύσης. Ελληνικότητα κι εβραϊκή παράδοση, μαζί. Ψάχνω στοιχεία για το Ταλμούδ από το διαδίκτυο: οδηγός για την καθημερινή ζωή των απανταχού εβραίων, η διαλεκτική του ακόνιζε το πνεύμα τους, πρόσφερε μια πατρίδα την οποία μπορούσαν να μεταφέρουν μαζί τους, όταν η δική τους γη χάθηκε. Γράφει ο Φάις: «Να σ’ εγκαταλείπουν ή να τους εγκαταλείπεις, μ’ έναν βρόντο ή μ’ έναν λυγμό;» Για την Καμπάλα, από το διαδίκτυο πάλι, συγκρατώ τις λέξεις: θρησκευτικό κίνημα, γεωκεντρικό σύστημα.

Ένα θέατρο σκιών λοιπόν, όπως αυτό που μελετούσε ο Τζούλιο Καΐμη, οργώνοντας την ελληνική επαρχία, τα χωριά, ψάχνοντας παλιούς καραγκιοζοπαίχτες, συλλέγοντας μαρτυρίες.

Ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου, «Μεσοτοιχίες», προδιαθέτει για μια αρχιτεκτονική αντίληψη του κόσμου. O Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γράφει την «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής»και ο Τζούλιο Καΐμη μια μελέτη για «το σπίτι του Αλέξανδρου Ροδάκη στην Αίγινα». Το βιβλίο του Μισέλ Φάις είναι κι αυτό μια άσκηση αρχιτεκτονικής, παραθέτοντας έναν κατάλογο δωματίων, όπου οι χώροι είναι ψυχές και φωνές, κι όπου οι πέτρες είναι λέξεις. Στο δικό του αρχιτεκτονικό σχέδιο, ο Φάις επιμένει στις σκιές, γιατί, όπως γράφει, «υπάρχει η ζωή που ζούμε, εκείνη που αφηγούμαστε και η τρίτη ζωή που μετεωρίζεται ανάμεσα στο ενθάδε και το επέκεινα, είναι κάτι ανάμεσα σε λήθαργο, τρόμο και ηδονή». Αυτή η τρίτη ζωή είναι η επικράτεια της σκιάς, που δεν είναι από χώμα και νερό, είναι κάτι άλλο. Υπενθυμίζω το «Εγκώμιο της σκιάς» του γιαπωνέζου Τανιζάκι, κι εκεί η ομορφιά είναι θαμπή, πολυκαιρισμένη, υποβλητική στο μισοσκόταδο.

Στη γραφή ο Φάις επιστρατεύει την ιδιότητα του φωτογράφου (θραύσματα ζωής, η μεγέθυνση μιας χαμηλόφωνης λεπτομέρειας, κάτι που φέγγει ενώ είναι θαμπό) και την ιδιότητα του αρχειοθέτη (συλλογή στοιχείων από διάφορες κατευθύνσεις, δημιουργούν ένα σύνολο, μια αγκίδα τα συνδέει).

Το κάθε δωμάτιο στις “Μεσοτοιχίες”, αν και στάσιμο, το διαπερνά μια κάμερα ή ένας φωτογραφικός φακός, επομένως η κίνηση, η εναλλαγή σκηνικών, η ποικιλία φωνών. Οπότε καταλήγουμε σε ένα μωσαϊκό δωματίων, το βλέμμα εποπτεύει από ψηλά, ψύχραιμα, διαισθητικά, ενορατικά, όπως οι άγγελοι στα “Φτερά του έρωτα” του Βιμ Βέντερς, όπου στο σενάριο της ταινίας συμμετέχει ο Πέτερ Χάντκε. Στο  “δωμάτιο του φωτογράφου” γράφει ο Φάις: “Δεν βλέπουμε αυτό που βλέπουμε αλλά αυτό που είμαστε”

Βρίσκω αναλογίες με την ψυχαναλυτική και ονειρική γραφή του Γιώργου Χειμωνά. Μπορεί και όχι. Επικρατεί βέβαια η αύρα του Βιζυηνού, του Κάφκα.

Η πλοκή δεν είναι γραμμική, περιστρέφεται, η ταυτότητα του υποκειμένου σε διαρκή διαπραγμάτευση. Στην επικράτεια της σκιάς τα όρια ζωής και θανάτου ρευστά. Ένα παλιότερο βιβλίο του Φάις αποκαλείται «Κτερίσματα» (2012), δηλαδή κοσμήματα και άλλα αντικείμενα που θάβονται μαζί με τον νεκρό. Στις «Μεσοτοιχίες»γράφει: «Νεκρός γίνεσαι δε γεννιέσαι».

Τα δωμάτια είναι κυψέλες, οι εμπειρίες αναμοχλεύονται. Η ατομική περιπέτεια μια σμίκρυνση της συλλογικής περιπέτειας.

Οι λέξεις είναι συλλεκτικά αντικείμενα, γίνονται πέτρες, η οικοδόμηση του νοήματος, στέρεα και καθαρή, σε μια (όσο κι αν ακούγεται αντιφατικό) θαμπή και λιτή επιφάνεια, κιτρινισμένη από τον χρόνο, νοτισμένη από την υγρασία ενός παρατημένου κήπου, εκεί που ζουν οι σκιές, κι όπου επιτυγχάνεται η δυναμική της αντιστροφής. Στο «δωμάτιο με τα συνθήματα»: «Κανείς δεν πεθαίνει για πάντα». Υπενθυμίζω την ανθολογία-λεύκωμα του Φάις, το «Ύστερο βλέμμα» (1996): ο νεκρός στη φωτογραφία ζωντανεύει, ο ζωντανός εαυτός συναντά τη νεκρική του συνέχεια. Γράφει στις «Μεσοτοιχίες»: «Aυτό που υπάρχει κι αυτό που δεν υπάρχει». Οι ανθρώπινες σχέσεις στο ίδιο βιβλίο: «Κανένας δεν αλλάζει κανέναν. Απλώς ξεχνιούνται και τα καλά και τα κακά των ανθρώπων». Επίσης, «Με τρομάζουν οι άνθρωποι που μου ζητάνε να τους πω αυτό που σκέφτομαι».

Οι «Μεσοτοιχίες» έχουν παρόμοια θεατρικότητα με το πρώτο βιβλίο της άτυπης τριλογίας, την «Εξουθένωση, ντοκιμαντέρ ονείρων»: η σκηνογραφία, οι κοφτοί διάλογοι, η διαλεκτική που προσιδιάζει στην ψυχανάλυση. Με το άλλο βιβλίο της τριλογίας, «Αμήν. Προσευχές στο κενό», ο ίδιος ψυχισμός, η δυνατότητα να είσαι ένας άλλος. Γράφει στο «Αμήν»: «Κάποιες στιγμές νιώθεις ότι πεθαίνεις στη θέση ενός άλλου».

Η απαρίθμηση ιστοριών με παραλλαγμένο περιεχόμενο φέρνουν στον νου τις κούκλες ματριόσκα, όπου η μία μπαίνει μέσα στην άλλη. Στην «Εξουθένωση» οι ιστορίες είναι όνειρα. Στο «Αμήν» πρόσωπα. Στις «Mεσοτοιχίες» δωμάτια.

Το Tαλμούδ και η Καμπάλα. Δεν είμαι σχετικός. Υποψιάζομαι πως η γραφή του Φάις ακολουθεί τη φιλοσοφία αυτών των μυστικιστικών και απόκρυφων βιβλίων, που αποτελούν έναν χρηστικό οδηγό διαχείρισης της καθημερινότητας.

«Δωμάτια που μετεωρίζονται ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και την αυτομυθοπλασία», διαβάζω στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Οι αθέατοι συγκάτοικοι καθρεπτίζουν πτυχές του εαυτού μας: «Ευτυχώς δεν ζούμε μόνο τη ζωή μας».

Ο υπότιτλος στις «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι». Μέσω της γραφής καταργούμε τους τοίχους, τις διαχωριστικές γραμμές, γινόμαστε μια αόρατη κάμερα κι ένας λαθραίος ωτακουστής, αναγνωρίζουμε στις φωνές των άλλων τη δυνατότητα ενός διεσταλμένου κοινοβίου. Το «δωμάτιο στο Κουκάκι»: «Αυτά που δεν λείπουν ποτέ κι αυτά που λείπουν πάντα αγνοούν τον τοίχο, τον διαπερνούν σαν φαντάσματα. Γίνονται πλέον ισόβιοι, ιδανικοί συγκάτοικοι».

Στις «Μεσοτοιχίες» τα κείμενα χαρακτηρίζονται διηγήματα, όπως στα δύο άλλα βιβλία. Αν δεν είχαν τίτλους, θα μπορούσαν να νοηθούν αποκόμματα μιας σύνθεσης. Ένα μυθιστόρημα δηλαδή, κατά τον τρόπο που νόησε το μυθιστόρημα ο Ζωρζ Περέκ, κυρίως στο πολυσέλιδο «Ζωή, οδηγίες χρήσης». Ο Περέκ καταγράφει τη ζωή των ενοίκων μιας πολυκατοικίας στο Παρίσι, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Στις «Μεσοτοιχίες» του Φάις συμπληρώνονται οι κουκίδες ενός παζλ δωματίων, έχουμε την αποτύπωση μιας «τρίτης ζωής», εκεί όπου οι λέξεις μουλιάζουν στο μισόφωτο. Γράφει ο Φάις: «Δεν φαίνεσαι γιατί είσαι ακόμα ζωντανός». Είναι τα σκηνικά, τα πρόσωπα, η διαλεκτική, και πιο πέρα, στο βάθος, ένας εσωτερικός μονόλογος, μια προσευχή, «κανείς δεν μπορεί ν’ αντιγράψει τη φωνή σου».

Ο Παναγιώτης Μουλλάς, για το παλαιότερο μυθιστόρημα του Φάις, «Το μέλι και η στάχτη του Θεού» (2002), σημειώνει: «Το βιβλίο υπερβαίνει τα ειδολογικά του όρια, θέτοντας το διαρκώς επίκαιρο και αναπάντητο ερώτημα “τι είναι το μυθιστόρημα”».

Το κάθε δωμάτιο στις «Μεσοτοιχίες», αν και στάσιμο, το διαπερνά μια κάμερα ή ένας φωτογραφικός φακός, επομένως η κίνηση, η εναλλαγή σκηνικών, η ποικιλία φωνών. Οπότε καταλήγουμε σε ένα μωσαϊκό δωματίων, το βλέμμα εποπτεύει από ψηλά, ψύχραιμα, διαισθητικά, ενορατικά, όπως οι άγγελοι στα «Φτερά του έρωτα» του Βιμ Βέντερς, όπου στο σενάριο της ταινίας συμμετέχει ο Πέτερ Χάντκε. Στο  «δωμάτιο του φωτογράφου» γράφει ο Φάις: «Δεν βλέπουμε αυτό που βλέπουμε αλλά αυτό που είμαστε».

Ως επίλογο, ένα απόσπασμα από το «δωμάτιο της Κομοτηνής», για προφανείς λόγους: «Χωρίς να πάρεις τίποτα μαζί σου, με την ψυχή στο στόμα, τρέξε στον σιδηροδρομικό σταθμό της πρώην οθωμανικής πολίχνης και στριμώξου σαν σαρδέλα μαζί με τους 864 ομογάλακτους στα τρένα του χαμού».

*Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς είναι συγγραφέας, φιλόλογος. Το παρόν κείμενό του είναι η ομιλία του στην παρουσίαση του βιβλίου του Μισέλ Φάις, «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι» (εκδ. Πατάκη, 2025), που διοργανώθηκε από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Νέας Γενιάς του Δήμου Κομοτηνής, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των Ελευθερίων 2026 και των δράσεων που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το βιβλιοπωλείο “Book-stop”, τον «Παρατηρητή της Θράκης» και τις εκδόσεις Πατάκη, το απόγευμα της Παρασκευής 15 Μαΐου 2026 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.

Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.