Αφηγησεις εγκλεισμου και γειτνιασης

Από την παρουσίαση του βιβλίου του Μισέλ Φάις, «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι», στην Κομοτηνή

Το βιβλίο «Μεσοτοιχίες. Aθέατοι συγκάτοικοι» του Μισέλ Φάις αποτελείται από εκατό σύντομα διηγήματα, καθένα από τα οποία εστιάζει σ’ ένα δωμάτιο που ανήκει είτε σε ένα πρόσωπο προσδιορισμένο από την ιδιότητά του είτε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Λογοτεχνική αρχιτεκτονική, μυθοπλαστική αυτοβιογραφία, βιογραφική αυτομυθοπλασία και ακόμη σαφής υπονόμευση των αρχών της γραφής και της αφήγησης. Οι «Μεσοτοιχίες» συνιστούν μια απόπειρα να καταστούν ορατά όσα παραμένουν αθέατα αλλά υποβάλλονται ως υποψία, να αρθρωθούν όσα δεν λέγονται ευθέως αλλά φανερώνονται με πολλαπλούς τρόπους και, τελικά, να εκτεθούν όλες οι μορφές συγκατοίκησης του εξωτερικού με τον εσωτερικό εαυτό.

Η λογοτεχνία του επιπέδου του Μισέλ Φάις από καιρό πλέον μας αφορά ως βιωματική εμπειρία. Μία μεταδοτική αναμόχλευση παθών και ιδού ένας τρόπος να κατανοήσεις την πραγματικότητα αλλιώς.

Αυτό το βιβλίο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας τριλογίας, που συναπαρτίζεται από την «Εξουθένωση, ντοκιμαντέρ ονείρων» (2022)και το «Αμήν. Προσευχές στο κενό» (2024).

Ας πιάσουμε το νήμα των βιβλίων από την αρχή: Η κυρίαρχη κατάσταση στις ιστορίες της «Εξουθένωσης» είναι μία διαρκής σχάση. Ή αλλιώς, η εμπόλεμη διάρκεια ενός πάσχοντος εαυτού. Οι περισσότερες ιστορίες αναπτύσσονται, με την ανάλογη οικονομία βέβαια, μεταξύ δύο παρουσιών. Τα δίπολα που τείνουν να κατανοήσουν κάτι. Αυτό το τέντωμα των αντιθέτων, που δεν φτάνει ποτέ στο κέντρο, μένοντας ως μία επιθυμία απραγματοποίητη, περνά σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον αναγνώστη. Η «Εξουθένωση» δεν είναι αποτέλεσμα, είναι ενέργημα που έχει την αρχή της στο λογοτεχνικό corpus του Φάις. Είναι κατάσταση ώθησης και όχι πρόθεσης.

Στο «Αμήν. Προσευχές στο κενό», ο Φάις χρησιμοποιεί το μοτίβο ογδόντα επτά  αφηγηματικών δωματίων, σκαρώνοντας άλλοτε μικρές ιστορίες που συνεχίζουν στο ύφος των ιστοριών της «Εξουθένωσης», άλλοτε παραθέτοντας αποσπάσματα από αγαπημένους και μελετημένους συγγραφείς, όπως ο Τσέχωφ, ο Κάφκα ή ο Παβέζε, άλλοτε καταγράφοντας όνειρα ή τέλος γράφοντας αποφθεγματικά και αφοριστικά.  Μ’ αυτό το κολλάζ αφηγηματικών τεχνικών καταβάλλεται μία προσπάθεια σύλληψης της πραγματικότητας, ακόμη και στις πιο σκοτεινές γωνίες της, εκεί δηλαδή που ισχύει η μη πραγματικότητα.

Το νέο του βιβλίο φέρει τον τίτλο ενός αρχιτεκτονικού όρου.  Η μεσοτοιχία ορίζει τον χώρο, συστήνει την ιδιοκτησία, οριοθετεί το ανήκειν και το μη. Κύριο χαρακτηριστικό της όμως είναι ότι ανεγείρεται επί κοινού ορίου. Άρα συντείνει στη διακριτικότητα, στην κλειστότητα και στη σταθερότητα. Στην αποφυγή του βλέμματος του άλλου, στη λεγόμενη ιδιωτικότητα.

Στις «Μεσοτοιχίες» του Φάις δημιουργούνται εκατό δωμάτια που φαίνεται να ανήκουν σ’ ένα ενιαίο ρέον και πολυπρισματικό αρχιτεκτόνημα, αποτελούμενο από στοχασμούς, θραύσματα μνήμης και απώλειες, παραισθήσεις, καταγραφές ονείρων, ενοχές, εξομολογήσεις, απωθημένες καταστάσεις, λησμονημένες εμπειρίες του παρελθόντος που ζητούν εξηγήσεις. Ο αναγνώστης καλείται να διασχίσει το κάθε δωμάτιο που σχηματίζεται, χωρίς βέβαια να έχει την πολυτέλεια να το χαζέψει, παρά την προσπάθεια του συγγραφέα να δίνει μερικές σκηνικές περιγραφές. Τα δωμάτια του Φάις χρησιμοποιούνται αφηγηματικά ως τόποι, αλλά εννοούνται ως τρόποι εγκλεισμού και ταυτόχρονα διαφυγής. Είναι μάλιστα ένα ζήτημα αν είναι στεγανώς απομονωμένα ή αν οι επιφάνειες των μεσοτοιχιών είναι εύκολα διαπεράσιμες, όπως θα προσπαθήσω να αναλύσω παρακάτω.

Το όλο σύμπλεγμα των εκατό δωματίων μοιάζει σαν ένα λεξικό μη κοινών όρων, που έχει την άρθρωση ενός ατομικού –με παρεκκλίσεις προς το συλλογικό– βίου. Το πρώτο κεφάλαιο – δωμάτιο αφορά την προέλευση και ακολουθούν δωμάτια των οικογενειακών σχέσεων και προσώπων, των τραυματικών εμπειριών προγονικών και ατομικών. Στη συνέχεια, τα κεφάλαια – δωμάτια με τα πρόσωπα που σημάδεψαν τη συγγραφική πορεία του Μισέλ Φάις, όπως ο Κάφκα, ο Τζούλιο Καΐμη και ο Βιζυηνός. Ακολουθούν τα δωμάτια που προσδιορίζουν τη δημιουργία σχέσεων και οικογένειας, βρισκόμαστε δηλαδή στην εποχή της ενηλικίωσης. Έπειτα, μία σειρά  από δωμάτια με ποικίλες σημασίες και αποχρώσεις. Εξερεύνηση απωθημένων, φανταστικές παραμορφώσεις του εαυτού, όπως οι ζωομορφικές  απεικονίσεις στο «δωμάτιο του αρουραίου», λεκτικές και νοηματικές ακροβασίες, όπως στο «δωμάτιο με τον κάκτο», ιστορίες μοναξιάς και σιωπής, όπως στο «δωμάτιο με τον οβάλ  καθρέφτη», παραδοξότητες που ενοικούν στη σκέψη και συντείνουν στην απουσία νοήματος, όπως στο «δωμάτιο του καπνιστή». Και μετά, κάποια δωμάτια όπως «του εσώκλειστου περιηγητή», «του αφανιστή ιστοριών», «του ζωγράφου», «του συγγραφέα», «της/του σκηνοθέτη», «του ηθοποιού», «του φωτογράφου», αυτών δηλαδή που ασχολούνται με τη μεταποίηση της πραγματικότητας. Γράφει λ.χ. στο«δωμάτιο του φωτογράφου»: «Στο σκοτεινό θάλαμο, όταν βουτάω τα χέρια μου στα δοχεία με τα υγρά προσδοκώ να εμφανίζω την αορατότητα, αυτό δηλαδή που έχουμε ανάγκη, που δικαιούμαστε ώστε να αντέξουμε τη χυδαία προσβλητική, ανυπόφορη ορατότητα του ψευδοπραγματικού.».

Και ακολουθούν δωμάτια που αναφέρονται σ’ ένα ενδεχόμενο τέλος ή μία τελική κρίση, όπως το «δωμάτιο του συνταξιούχου», το «δωμάτιο του γηροκομείου», το «δωμάτιο του νοσοκομείου», το «δωμάτιο του αυτόχειρα», το «δωμάτιο των προσευχών» ή το «δωμάτιο της κούρασης». Γράφει σ’ αυτό το τελευταίο:«Πεθαίνω. Σε κανέναν δεν θα λείψω. Κι όσο ζούσα, ζούσα σαν να μην ανέπνεα. Το σενάριο της ζωής μου ανούσιο. Δεν περιμένω και τίποτα σπουδαίο. Ούτε πένθος, ούτε φρίκη, έστω μία καλή υστερία».

Στα τελευταία πλέον δωμάτια ενοικούν καταστάσεις οριακές, καταστάσεις αδιεξόδων και συνάντησης με τον άλλο, τον έτερο εαυτό, όπως στο «δωμάτιο του φόβου», το «δωμάτιο του ολομόναχου», το «δωμάτιο του αποκλεισμένου», το «δωμάτιο της σκιάς» και το «δωμάτιο του Καθενοκανένα», στο οποίο γράφει: «Από κάποιο σημείο και μετά δεν έχει κανένα ενδιαφέρον αν θα γίνουμε τροφή για τα σκυλιά ή αστρική σκόνη, αδειάζοντας ή γεμίζοντας αυτή την πέτσα που άλλοτε ορίζει τα όρια του εαυτού, άλλοτε του κόσμου, άλλοτε του Καθενοκανένα».

Αυτό το σύμπλεγμα δωματίων οφείλει τη δομή του στην ξεχωριστή γραφή του Φάις. Η δομή της παίζει κυρίαρχο ρόλο στο να αποδοθεί η αναπαράσταση συνείδησης και σκηνής σ’ ένα κειμενικό όλον. Η γραφή του Φάις έχει ρυθμό, allegro  στις επαναλήψεις, adagio στις κειμενικές  παύσεις. Κάποιες φορές απλά σημαίνει τη σιωπή. Η γλώσσα του δεν ανταποκρίνεται στη μέθοδο μιας πανηγυρικής επικοινωνίας, αντίθετα συστέλλει τη δυνατότητα παραγωγής ενός μονοσήμαντου νοήματος ακριβώς για να λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά, οι λέξεις γεννούν άλλες λέξεις και οι σημασίες που ελλοχεύουν γίνονται περισσότερες.

Στις «Μεσοτοιχίες» όλα όσα υπάρχουν αλλά και όλα όσα θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν, ζούνε παράλληλα. Έτσι η διάρθρωση του χώρου είναι ταυτόχρονα και διάρθρωση του χρόνου. Κοντά στη γέννηση και η απώλεια. Δίπλα στον πόνο και η  δημιουργία. Ο πανικός γειτνιάζει όμορφα με τη σιωπή και την ανέκφραστη γαλήνη. Ένα σώμα που υποφέρει και πιο δίπλα μία αγνοούμενη που αγνοεί ότι είναι αγνοούμενη.

Ο χρόνος είναι το ενοποιητικό στοιχείο τής κατ’ επίφαση διαίρεσης. Λειτουργεί ως συνθετικός αρμός όλων αυτών των εκδοχών και γι’ αυτό δεν είναι χρόνος εξόδου, είναι χρόνος κύκλου, που εντός του κινείται διεγερτικά η ζωή στα σχηματιζόμενα δωμάτια. Με μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις, μονίμως στοχαστική και αφοριστική. Κατά Μπέκετ αιωρούμενη από το «δεν μπορώ να συνεχίσω» στο «θα συνεχίσω».

Σ’ αυτά τα δωμάτια τα στοιχεία που διακρίνω και αναπτύσσω αμέσως παρακάτω αφορούν δύο συνθήκες που φαινομενικά στέκονται αντίθετα αλλά στην ουσία αλληλεπιδρούν.

Πρώτον, η παραλληλία του ορατού άρα και κατανοήσιμου κόσμου με τον αθέατο κόσμο ή εαυτό δημιουργεί μία συνθήκη εγκλωβισμού. Γράφει λ.χ. στο «δωμάτιο του καπνιστή»:

«Βεβαίως, ακόμη και όταν μιλάς μόνος σου, πάντα νιώθεις ότι κάποιος σε ακούει. Αλλιώς, γιατί να μιλήσεις; Πάντα κάποιος μας ακούει, μόνο που αυτός ο κάποιος όταν μιλάς ολομόναχος, είναι ήσυχος, πολύ ήσυχος  και απόμακρος. Σαν να λείπει, ενώ δεν λείπει, είναι εκεί και σ’ ακούει με πολλή προσοχή, ρουφάει την κάθε σου λέξη, καταγράφει την κάθε σου παύση, την κάθε λέξη που σου λείπει, τη κάθε παύση που έχεις ανάγκη, το κάθε πράγμα που ασφυκτιά οπουδήποτε, που δεν χωράει πουθενά, σε καμία λέξη, σε κανένα βρυχηθμό, σε κανέναν λυγμό, σε καμία παύση, σε καμία χειρονομία, σε κανέναν μορφασμό».

Οι “Μεσοτοιχίες” ορίζουν χώρους με όρους της ευκλείδειας γεωμετρίας και οι τίτλοι των μικροδιηγημάτων αναφέρονται το πρώτον σε δωμάτια. Άρα η εμπειρία της ανάγνωσης παραπέμπει σε έναν περίκλειστο χώρο, ήτοι σ’ ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Εδώ γεννώνται ορισμένα ερωτήματα. Είναι οι χώροι αυτοί, χώροι γκέτο; Είναι χώροι στεγανοί με σκοπό την αναχαίτιση κάθε τι ξένου προς το υποκείμενο-ένοικο; Λειτουργούν ως χώροι προστασίας;  Μάλλον όχι. Δεν αποτελούν χώρους περιορισμού και απεικόνισης ενός εαυτού όπως τον έχει δημιουργήσει ο κάθε ένοικος κατοπτρικά. Τα δωμάτια συστήνονται για να αποδομήσουν το φαντασιακό των ενοίκων ή των καταστάσεων και να διευρύνουν τον εαυτό

Σ’ αυτό το χωρίο διακρίνουμε την παραλληλία  του θεατού με το αθέατο στοιχείο του κόσμου του Φάις. Οι φράσεις του συγγραφέα όπως «ασφυκτιά», «δεν χωράει πουθενά» και η πολλαπλή επανάληψη του επιρρήματος «κανένας» εντείνουν την αίσθηση εγκλωβισμού. Σαν να μας λέει ότι ακόμη και αν πιστεύεις ότι δεν μιλάς, κάποιος ακούει αυτά που δεν λες, και το τραγικό είναι ότι δεν το ξέρεις. Το γκρέμισμα των ψευδαισθήσεων.

Στο «δωμάτιο στο καταφύγιο» γράφει:

«Νιώθεις τόσο εκτεθειμένος. Τόσο τρωτός. Δεν έχεις πού να κρυφτείς. Ξέρουν τα πάντα. Μιλούν για  τα πάντα. Μνημονεύουν ακόμη κι’ αυτά που έχεις ξεχάσει ή αγνοείς. Ανάκατα. Τις θετικές και τις αρνητικές σου στιγμές. Αδιαφοροποίητα. Τα ουσιώδη και τα επουσιώδη. Παίζουν στα δάχτυλα τον πιο εσώψυχο κραδασμό σου.».

Αυτά τα σκέφτεται κάποιος που είναι κλεισμένος  σ’ ένα καταφύγιο, ο εγκλωβισμός είναι δισυπόστατος, χωρικός και τροπικός. Όπως φαίνεται από τα κείμενα, ο εγκλωβισμός έρχεται από έξω. Πάντα κάποιος ακούει τα πάντα, που δεν τον βλέπουμε και πάντα κάποιοι ξέρουν τα πάντα, που επίσης δεν τους βλέπουμε. Είναι τελικά το κλειστό δωμάτιο που δημιουργεί την συνθήκη εγκλωβισμού ή το αθέατο «άλλο» που εισχωρεί μέσω της αφήγησης;

Δεύτερον, οι «Μεσοτοιχίες» ορίζουν χώρους με όρους της ευκλείδειας γεωμετρίας και οι τίτλοι των μικροδιηγημάτων αναφέρονται το πρώτον σε δωμάτια. Άρα η εμπειρία της ανάγνωσης παραπέμπει σε έναν περίκλειστο χώρο, ήτοι σ’ ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Εδώ γεννώνται ορισμένα ερωτήματα. Είναι οι χώροι αυτοί, χώροι γκέτο; Είναι χώροι στεγανοί με σκοπό την αναχαίτιση κάθε τι ξένου προς το υποκείμενο-ένοικο; Λειτουργούν ως χώροι προστασίας; Μάλλον όχι. Δεν αποτελούν χώρους περιορισμού και απεικόνισης ενός εαυτού όπως τον έχει δημιουργήσει ο κάθε ένοικος κατοπτρικά. Τα δωμάτια συστήνονται για να αποδομήσουν το φαντασιακό των ενοίκων ή των καταστάσεων και να διευρύνουν τον εαυτό.  Όπως είπα παραπάνω, το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα του Φάις είναι ρέον και πολυπρισματικό. Ας πάρουμε για παράδειγμα το «δωμάτιο της Γυμναστικής». Στην εισαγωγή τού μόλις δύο γραμμών κειμένου δίνεται η θεατρική περιγραφή ενός δωματίου που περιέχει όργανα γυμναστικής και ως ένοικος του δωματίου παρουσιάζεται ένας άνδρας «ψηλός, στεγνός, με ξυρισμένο κεφάλι, φοράει μαύρη εφαρμοστή φόρμα». Ο αναγνώστης θα περίμενε στη συνέχεια ο συγγραφέας να διαπραγματευτεί αυτήν την εικόνα, που θα δικαιολογούσε τον τίτλο του δωματίου. Αντί γι’ αυτό, γράφει: «Το μίσος με κρατάει καυτό, η αγάπη με παγώνει. Επειδή όμως  είμαι εύκρατος τύπος, ασκούμαι νυχθημερόν στην αδιαφορία». Η γυμναστική του ενοίκου δηλαδή δεν είναι η άσκηση στα όργανα γυμναστικής και η συνειρμική δήλωση μίας εικόνας σώματος, αλλά στην αδιαφορία και συνεπώς η αναίρεση του φαντασιακού και η είσοδος στο δωμάτιο του «άλλου». Ο χώρος  παύει να ορίζει μία φυσική ταυτότητα και δεν προστατεύει έναν «εαυτό» όπως θα τον αντιλαμβανόταν το υποκείμενο-ένοικος. Και εδώ η αφήγηση εισέρχεται στις μύχιες όψεις μιας συνείδησης και δίνει μία νέα ταυτότητα στο υποκείμενο, εγκλωβίζοντάς το τελικώς όχι στο δωμάτιο αυτό καθεαυτό, αλλά στις «εαυτότητες χωρίς εαυτό», όπως ιδιοφυώς γράφει ο συγγραφέας στο «δωμάτιο της αϋπνίας».

Οι “Μεσοτοιχίες” είναι μία προσπάθεια αναπαράστασης της διαδοχής εαυτών. Γι’ αυτό, αντί να χωρίζουν, συντελούν στην αναίρεση των ορίων. Αποκαλύπτουν και δεν αποκρύπτουν. Σημαντικό  ρόλο σ’ αυτό παίζει και η τεχνική της αφήγησης του Φάις. Ένας αδυσώπητος εσωτερικός μονόλογος, ώστε να είναι πιο άμεση η σύνδεση του εξωτερικού κόσμου με τον εσωτερικό. Οι ένοικοι προβάλλονται ως συνειδήσεις σε διαρκή δράση, ώστε το οποιοδήποτε υλικό (σκέψη, αίσθημα, μνήμη, εντύπωση) να διατηρεί την πρωτογενή του μορφή και ο αναγνώστης  να διαλαμβάνει άμεσα και αδιαμεσολάβητα τις λεπτές αποχρώσεις του βιώματος

Στη δική μου πρόσληψη οι «Μεσοτοιχίες» είναι μία προσπάθεια αναπαράστασης της διαδοχής εαυτών. Γι’ αυτό, αντί να χωρίζουν, συντελούν στην αναίρεση των ορίων. Αποκαλύπτουν και δεν αποκρύπτουν. Σημαντικό ρόλο σ’ αυτό παίζει και η τεχνική της αφήγησης του Φάις. Ένας αδυσώπητος εσωτερικός μονόλογος, ώστε να είναι πιο άμεση η σύνδεση του εξωτερικού κόσμου με τον εσωτερικό. Οι ένοικοι προβάλλονται ως συνειδήσεις σε διαρκή δράση, ώστε το οποιοδήποτε υλικό (σκέψη, αίσθημα, μνήμη, εντύπωση) να διατηρεί την πρωτογενή του μορφή και ο αναγνώστης  να διαλαμβάνει άμεσα και αδιαμεσολάβητα τις λεπτές αποχρώσεις του βιώματος.   

Κάθε συμπαγής τοίχος, είπε ο Κάφκα, στις «Συνομιλίες» με τον G. Janouch, δεν είναι παρά μία ψευδαίσθηση, η οποία αργά ή γρήγορα καταρρέει. Γιατί το εντός και το εκτός ανήκουν το ένα στο άλλο. Διαχωρισμένα, γίνονται δύο περιπλεγμένες όψεις ενός μυστηρίου, το οποίο μπορούμε να υπομένουμε αλλά ποτέ να λύσουμε. Γνωρίζοντας αυτήν τη δυσκολία της συγκατοίκησης, ο Φάις γράφει σκωπτικά στο «δωμάτιο του νοσοκομείου»: «Μέχρι να συμφιλιωθείς μ’ αυτό που φαίνεσαι κι αυτό που είσαι, αλλά και μ’ αυτό που δεν φαίνεσαι κι αυτό που δεν είσαι, πεθαίνεις.».

Αλλά το βιβλίο δεν κλείνει με το «δωμάτιο του νοσοκομείου», ούτε με το «δωμάτιο του γηροκομείου», ούτε με το «δωμάτιο του νεκροθάφτη», ούτε με το «δωμάτιο της νεκρής», όσων τέλος πάντων αναγγέλλουν ένα τέλος. Το βιβλίο κλείνει με το «δωμάτιο της αιωνιότητας», που απεικονίζεται ο γραφικός χαρακτήρας ενός οχτάχρονου αγοριού, που γράφει: «η μέρα που θα ζήσω είναι άγνωστη γι’ αυτό θα περπατήσω με το πάσο μου». Μία μικρή φράση που κρύβει μία μεγάλη σοφία. Η μέρα που θα ζήσω είναι ο εαυτός αλλά πάντα θα είναι ο μεγάλος άγνωστος  (αθέατος). Δεν υπάρχει λόγος να βιαστώ θα πάω αργά και περπατώντας.

*Ο Χρήστος Βασματζίδης είναι βιβλιοκριτικός και νομικός. Το παρόν κείμενό του είναι η ομιλία του στην παρουσίαση του βιβλίου του Μισέλ Φάις, «Μεσοτοιχίες. Αθέατοι συγκάτοικοι» (εκδ. Πατάκη, 2025), που διοργανώθηκε από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και Νέας Γενιάς του Δήμου Κομοτηνής, τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των Ελευθερίων 2026 και των δράσεων που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το βιβλιοπωλείο “Book-stop”, τον «Παρατηρητή της Θράκης» και τις εκδόσεις Πατάκη, το απόγευμα της Παρασκευής 15 Μαΐου 2026 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.

Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.