Ενας ιστορικος πινακας που εγινε ιερη εικονα: Η «Εξοδος του Μεσολογγιου» του Θεοδωρου Βρυζακη
Στο συλλογικό φαντασιακό των φιλελλήνων της Ευρώπης το Μεσολόγγι αποτέλεσε, όπως και η Χίος, τον κατεξοχήν συμβολικό τόπο του ηρωισμού των Ελλήνων. Ήταν το έδαφος όπου θάφτηκε ο Μάρκος Μπότσαρης το 1823 και πέθανε ο Μπάιρον το 1824. Πάνω από όλα όμως, ήταν η συνειδητή θυσία χιλιάδων ανθρώπων, μαχητών της ελευθερίας και άμαχων, μετά από πολύμηνη πολιορκία και αναμέτρηση με την πείνα και τον εγκλεισμό, να πέσουν αγωνιζόμενοι αντί να παραδοθούν σώζοντας τις ζωές τους. Αν η Χίος ενεγράφη στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ο τόπος της οθωμανικής θηριωδίας επί ανυπεράσπιστων ψυχών, το Μεσολόγγι ήταν για τη φιλελληνική Ευρώπη ο ιστορικός τόπος τού μέχρις εσχάτων αγώνα ενός ανυπότακτου λαού.
Ο πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη διαφέρει σημαντικά από τον πίνακα που ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά εμπνεύστηκε από το ίδιο γεγονός, την «Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου». Πέρα από τις καταστατικές διαφορές των δύο ζωγράφων και το χάσμα ανάμεσα στις καλλιτεχνικές σχολές στις οποίες ανήκουν, έχει σημασία η χρονολογική απόσταση που χωρίζει τα δύο έργα από το ιστορικό γεγονός που αναπαριστούν. Ο Ντελακρουά ζωγραφίζει τον πίνακά του το 1826, αμέσως μετά την πτώση του Μεσολογγίου, γι’ αυτό και εκφράζει τη συναισθηματική κατάρρευση των φιλελλήνων, όταν πληροφορήθηκαν την άλωση και τη σφαγή των πολιορκημένων. Οι περισσότεροι από αυτούς είδαν το Μεσολόγγι ως το κύκνειο άσμα της Ελληνικής Επανάστασης, ενός ρομαντικού ονείρου που πίστεψαν ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί.

Αντίθετα, ο Βρυζάκης ζωγραφίζει την «Έξοδο» το 1853, 27 χρόνια μετά την καταστροφή και 23 χρόνια μετά την απελευθέρωση. Το Μεσολόγγι γι’ αυτόν δεν είναι μόνο ένας τόπος τραγικού θανάτου. Έχοντας το προνόμιο της αναδρομικής γνώσης της ιστορίας, ο Έλληνας ζωγράφος αναπαριστά έναν τόπο μαρτυρικού μεγαλείου –μαρτυρικού με τη διττή σημασία του, ως χριστιανικού και ταυτόχρονα ως εθνικού. Γι’ αυτό απεικονίζει τον ίδιο τον Θεό να παρακολουθεί τη μεγαλειώδη σύγκρουση από ψηλά.
Ας εστιάσουμε όμως πρώτα στο αφηγηματικό μοτίβο και στην τεχνική του Βρυζάκη. Ο Βρυζάκης, συνεπής οπαδός της ακαδημαϊκής ιστορικής ζωγραφικής, πριν πιάσει τα πινέλα του, μελετά σχολαστικά την ιστοριογραφία και τις διαθέσιμες πηγές. Επιλέγει το ιστορικό momentum που, κατά τη γνώμη του, πυκνώνει τον ιστορικό χρόνο και προτρέπει τον θεατή να μαντέψει τι προηγήθηκε και τι θα ακολουθήσει. Έτσι, επιλέγει την κύρια σκηνή και την τοποθετεί στο επίκεντρο της οπτικής του αφήγησης, ώστε να οργανώσει γύρω από αυτήν τα δευτερεύοντα επεισόδια.

Στο κέντρο του σκηνικού χώρου απεικονίζει τη στιγμή της επιθετικής εξόδου των πολιορκημένων αγωνιστών από τη στενή γέφυρα που ενώνει το τείχος της πόλης με τον εξωτερικό χώρο. Ένα πλήθος ανθρώπων ξεχύνεται με ορμή από την πύλη, με πρώτους στη σειρά τον Νότη Μπότσαρη, τον Δημήτρη Μακρή και τον Κίτσο Τσαβέλλα. Ο Μπότσαρης ξεχωρίζει μεγαλόσωμος, καθώς υψώνει με το ένα χέρι το γιαταγάνι και με το άλλο τη λευκή σημαία με τον γαλάζιο σταυρό. Πίσω του συνωστίζονται δεκάδες μαχητές, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά. Δεν λείπουν και παραπληρωματικές ηθογραφικές σκηνές, όπως η νεαρή γυναίκα που δίνει το τελευταίο φιλί στον αγαπημένο της, ο οποίος έχει ήδη σηκώσει το μικρό ξίφος του για να ριχτεί στη μάχη. Απέναντί τους στο ημίφως παραμονεύουν οι εχθροί, με επικεφαλής τον έφιππο Ιμπραήμ. Στα δεξιά του πίνακα μια ομάδα Οθωμανών ανεβαίνει στο τείχος με μια σκάλα, με τον πρώτο στρατιώτη να μπήγει στο βομβαρδισμένο τείχος μια κόκκινη σημαία με τη χρυσή ημισέληνο. Στο κατώτερο επίπεδο του εικαστικού χώρου το βλέμμα πέφτει σε δύο γυναίκες που κείτονται νεκρές με τα μωρά τους, ενώ δίπλα τους οι εχθροί, κρυμμένοι στο σκοτάδι, είναι έτοιμοι να επιτεθούν. Εκτός από τις δεκάδες μορφές Ελλήνων και Οθωμανών στο προσκήνιο, πυκνά πλήθη πολεμιστών διαφαίνονται μέσα στην ομιχλώδη ατμόσφαιρα στο βάθος. Όλα επιβεβαιώνουν ότι το σχέδιο της Εξόδου είχε προδοθεί.

Η όλη παράσταση έχει στηθεί με όρους θεατρικού ιστορικού δράματος. Το δυνατό φως, που εκπέμπεται από μια αθέατη πηγή αριστερά, πέφτει άπλετο πάνω στους πρωταγωνιστές της «Εξόδου», τονίζοντας εμφατικά τα πρόσωπα, τις λευκές φουστανέλες και τη σημαία που ανεμίζει. Ταυτόχρονα, ο ζωγράφος δημιουργεί στον περιβάλλοντα σκηνικό χώρο πολλαπλά επίπεδα φωτεινότητας, που προτρέπουν τον θεατή να παρατηρήσει μέσα στο ημίφως πρόσωπα και συμβάντα, και να ανακαλύψει την κύρια και τις μικρές ιστορίες που αφηγούνται οι επιμέρους εικονιστικές σκηνές. Έτσι, η αρχιτεκτονική της ζωγραφικής επιφάνειας σε συνδυασμό με τον φωτισμό δημιουργούν μια πυκνή και ταυτόχρονα υποβλητική ατμόσφαιρα.
Το πάνω μέρος του εικαστικού χώρου παραπέμπει σε αγιογραφία. Ο Χριστός, καθισμένος σε θρόνο πάνω σε σύννεφα στην κορυφή του κυρτού ουράνιου θόλου, ανοίγει τα χέρια, ενώ κάτω από αυτόν άγγελοι με κλαδιά φοινικιάς (σύμβολο των μαρτύρων) και δάφνινα στεφάνια στα χέρια όχι απλώς παρακολουθούν, αλλά συμμετέχουν με εκφραστικές στάσεις και κινήσεις στην επίγεια σύρραξη, αναμένοντας τους μαχητές να μεταστούν στον ουρανό για να τους στεφανώσουν. Τον ουράνιο κόσμο χρωματίζει ένα μεταφυσικό χρυσοκίτρινο φως.
Ο πίνακας χωρίζεται σε δύο επίπεδα, το γήινο και το ουράνιο. Το γήινο είναι το πεδίο της ιστορικής δράσης, ενώ το ουράνιο είναι ο υπερβατικός χώρος του θεϊκού, εκεί που έχει σταματήσει ο χρόνος της ιστορίας. Ωστόσο, τα δύο επίπεδα στην ουσία συναιρούνται σε ένα. Ο Βρυζάκης δημιουργεί πολλαπλούς διαγώνιους άξονες που εντείνουν τη δραματική ένταση και καταργούν τα σύνορα ανάμεσα στους δύο κόσμους: Η γέφυρα με τους μαχητές της Εξόδου, το τείχος, τα σύννεφα και τα σώματα των αγγέλων δομούνται πάνω σε διαγώνιες κατευθύνσεις και μάλιστα με φορά προς το έδαφος. Εξάλλου, οι άγγελοι έχουν σχεδόν κατέβει στη γη –ένας μάλιστα από αυτούς έχει σηκώσει τη ρομφαία του, έτοιμος να κατέβει στη μάχη. Έτσι, το ιστορικό ανάγεται σε μεταφυσικό και ταυτόχρονα το μεταφυσικό γίνεται μέρος της ιστορίας των ανθρώπων.
Ο πίνακας του Βρυζάκη έχει μια «ελληνική» ιστορία επιβίωσης
Ο Βρυζάκης, όπως συνηθίζει, ζωγραφίζει το ίδιο θέμα σε τρεις πίνακες. Μέσα στον ίδιο χρόνο, το 1853, το έργο τιμάται στη Διεθνή Έκθεση της Βιέννης με το χρυσό μετάλλιο, ενώ τρία χρόνια αργότερα τυπώνεται σε λιθογραφίες στο καλύτερο εργαστήριο του Παρισιού με αφιέρωση στον βασιλιά Όθωνα (απόδειξη του πόσο δημοφιλές παραμένει το Μεσολόγγι στο ευρωπαϊκό κοινό 20 χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους).
Από τα τρία αντίγραφα ο Βρυζάκης έχει δωρίσει ένα στον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας, ενώ τα άλλα δύο τα κρατά στο εργαστήριό του. Μετά τον θάνατό του, το 1878, το ένα από αυτά παραχωρείται ως κληρονομική δωρεά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ το άλλο στον Δήμο Μεσολογγίου. Το Πανεπιστήμιο δανείζει τον πίνακα στο Πολυτεχνείο, που με τη σειρά του, μαζί με πολλά άλλα έργα, το αποθηκεύει σε ένα υγρό υπόγειο, με συνέπεια να υποστεί μεγάλες φθορές. Με την ίδρυσή της, το 1900, η Εθνική Πινακοθήκη παραλαμβάνει από το Πανεπιστήμιο τον πίνακα και επιχειρεί να τον αποκαταστήσει, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Άλλωστε, μέχρι το 1970, όταν και απέκτησε το δικό της κτίριο (στο οποίο και στεγάζεται σήμερα), η Πινακοθήκη εξακολουθούσε να «φιλοξενείται» σε χώρους του Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Το δεύτερο αντίγραφο του πίνακα, που παραχωρήθηκε στον Δήμο Μεσολογγίου, κοσμούσε μια αίθουσα του δημαρχείου, ενώ περιφερόταν στην πόλη κάθε χρόνο στην επετειακή λιτανεία της Εξόδου. Και αυτός ο πίνακας όμως, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν σε κακή κατάσταση, ενώ οι εργασίες συντήρησης επέφεραν περαιτέρω αλλοιώσεις και ανεπανόρθωτες βλάβες. Το 1926, στο πλαίσιο των εορτασμών των εκατό χρόνων από την Έξοδο, ο Δήμος Μεσολογγίου δανείζεται από την Εθνική Πινακοθήκη τον πρωτότυπο πίνακα του Βρυζάκη, προκειμένου να αναθέσει σε έναν ζωγράφο τη δημιουργία ενός πιστού αντιγράφου. Στη μεγάλη πυρκαγιά όμως που ξέσπασε στο Μεσολόγγι τον Φεβρουάριο του 1929, ο πρωτότυπος πίνακας καταστρέφεται, μαζί με πολλά άλλα ιστορικά αντικείμενα (σημαίες, λευκώματα, παράσημα και έγγραφα). Έτσι, δεν απομένει τελικά κανένας από τους δύο πίνακες που κληροδότησε ο Βρυζάκης στην Ελλάδα.
Ωστόσο, πολλά χρόνια αργότερα θα βρεθεί τυχαία ο τρίτος και μοναδικός πλέον πρωτότυπος πίνακας. Η ιστορικός της τέχνης Κατερίνα Σπετσιέρη, σε μια επίσκεψή της στην ελληνική πρεσβεία της Ρώμης, θα τον δει κρεμασμένο σε μια αίθουσα. Είναι ο πίνακας που ο ζωγράφος δώρισε στον ηγεμόνα προστάτη του, τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας. Σύμφωνα με την ανάλυση και την έρευνα της κ. Σπετσιέρη, πρόκειται για την πρώτη εικαστική εκδοχή του θέματος της «Εξόδου» –τον πίνακα που βραβεύτηκε στην Έκθεση της Βιέννης. Τελικά το έργο παραχωρήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου και εκτίθεται μέχρι σήμερα.
Στη σφαίρα της επίσημης δημόσιας ιστορίας, ο πίνακας του Βρυζάκη αντιμετωπίζεται ως ιερή εικόνα. Κάθε χρόνο, στις επετειακές εκδηλώσεις ένα αντίγραφό του τοποθετείται σε κεντρική θέση στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, κατά τη διάρκεια του πανηγυρικού εσπερινού και στη συνέχεια λιτανεύεται στους δρόμους της πόλης, ακριβώς όπως γίνεται με τις εικόνες των πολιούχων αγίων, τις εικόνες της Κοίμησης της Θεοτόκου τον Δεκαπενταύγουστο και τον Επιτάφιο τη Μ. Παρασκευή.
*Ο Άγγελος Παληκίδης είναι Καθηγητής του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Το παρόν κείμενό του βασίστηκε στο βιβλίο του, «Τέχνη και ιστορική συνείδηση στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2021).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
