Κωνσταντινος Κασαρας: «Τα μεσα κοινωνικης δικτυωσης αλλαξαν ριζικα τις δυνατοτητες προβολης και προωθησης μουσικης»

Ανάσταση του Λόγου

Σε μια εποχή όπου το αδιάκοπο σκρολάρισμα κατακλύζει τις αισθήσεις μας και η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να προβλέπει τις επιθυμίες μας προτού καν προλάβουμε να τις εκστομίσουμε, η μουσική βιομηχανία δεν θα μπορούσε να παραμείνει αλώβητη. Ο Κωνσταντίνος Κασάρας, ερευνητής μεταξύ άλλων και ερασιτέχνης μουσικός, με βαθιά γνώση των πολιτιστικών βιομηχανιών και του χώρου της μουσικής, επιχειρεί μέσα από το νέο του βιβλίο, «Καταναλωτική κουλτούρα και συμπεριφορά: Η περίπτωση της μουσικής βιομηχανίας» (εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, 2026), να χαρτογραφήσει αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο.

Με αφετηρία την ιστορική διαδρομή της δισκογραφίας –από την εποχή του βινυλίου και του cd έως την «αλλοτρίωση» που επιφέρει σήμερα ο αλγόριθμος των streaming πλατφορμών–, ο κ. Κασάρας αναλύει πώς οι νέες τεχνολογίες ανέτρεψαν τα παραδοσιακά «κάστρα» της βιομηχανίας. Παρόλο που η ψηφιακή επανάσταση έδωσε βήμα σε χιλιάδες νέους δημιουργούς, ταυτόχρονα μετέτρεψε την αναζήτηση της ποιότητας σε μια ολοένα και πιο δύσκολη εξίσωση μέσα σε έναν ωκεανό πληροφορίας.

Στη συνομιλία που ακολουθεί, ο συγγραφέας σχολιάζει, μεταξύ άλλων, το «φαινόμενο του κοπαδιού» που συχνά διέπει τις μουσικές μας επιλογές, καθώς και την απειλή εξοβελισμού του δημιουργού από το ίδιο του το έργο, λόγω της τεχνητής νοημοσύνης.

ΠτΘ: Κάθε βιβλίο, μόλις εκδοθεί, παύει να ανήκει μόνο στον δημιουργό του. Υπήρξε κάποια αντίδραση ή σχόλιο από αναγνώστη που σας εξέπληξε ή σας έκανε να δείτε ένα κεφάλαιο της μουσικής βιομηχανίας μέσα από μια οπτική γωνία που δεν είχατε φανταστεί κατά τη συγγραφή της μελέτης σας;

Κ.Κ.: Η ανατροφοδότηση που έχω λάβει έως τώρα μπορεί να ομαδοποιηθεί, σε γενικές γραμμές, σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη εστιάζει στην έλλειψη αντίστοιχου συγγράμματος στην Ελλάδα, κυρίως διότι παρουσιάζει την εξέλιξη της μουσικής βιομηχανίας μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και τεχνολογικό πλαίσιο τής εκάστοτε εποχής. Η δεύτερη ομάδα σχολίων αφορά στον «σκληρό πυρήνα» του βιβλίου, που είναι η κατανάλωση της μουσικής. Στο πώς τελικά οι ίδιοι επιλέγουμε να ακούμε τη μουσική που μας αρέσει.

Πέρα από τις κλασικές ερμηνείες που έρχονται από την Κοινωνιολογία και τις Πολιτισμικές Θεωρίες (και για τις οποίες υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία στα ελληνικά), το βιβλίο έρχεται να εμπλουτίσει το πεδίο, εστιάζοντας σε σύγχρονες προσεγγίσεις που αναδεικνύουν τον ρόλο της μίμησης – δηλαδή την τάση μας να επιλέγουμε μουσική επηρεασμένοι από ό,τι επιλέγουν και εκτιμούν οι άλλοι γύρω μας. Την περίοδο συγγραφής του βιβλίου, ο διάλογος πάνω στο πώς η παραγωγή μουσικής από την τεχνητή νοημοσύνη (AI) αναδιαμορφώνει συνολικά τη βιομηχανία ήταν ακόμα στα σπάργανα. Ας σκεφτούμε σήμερα πώς το ΑΙ αλλάζει ραγδαίως τη δημιουργία, τη διανομή, τα δικαιώματα αλλά και την κατανάλωση. Το θέμα της κατανάλωσης μουσικής που έχει δημιουργηθεί αποκλειστικά από ΑΙ είναι μια έρευνα που έτρεξα φέτος το φθινόπωρο και έχουν αναδειχθεί τεράστια ζητήματα –αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα!

«Η μουσική βιομηχανία δεν αποτελεί εξαίρεση: κάθε νέα τεχνολογία αναδιαμόρφωσε πλήρως τον τρόπο που ακούμε μουσική»

ΠτΘ: Διαβάζοντας κανείς το συγγραφικό σας έργο, νιώθει πως δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά τελικά και την ίδια την εξέλιξη της κοινωνίας μας. Πιστεύετε, λοιπόν, ότι η ιστορία των charts και των δισκογραφικών «ρευμάτων» είναι τελικά η ίδια η ιστορία των αναγκών και των μεταμορφώσεων της κοινωνίας μας;

Κ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι το ερώτημά σας είναι ιδιαίτερα τολμηρό για να το αποδεχθώ απόλυτα. Υπάρχουν όμως patterns που τα βλέπουμε μπροστά μας. Το «φαινόμενο του κοπαδιού», ως αποτέλεσμα ενός «θορύβου», το συναντάμε συχνότατα πια, τόσο στη διάχυση μιας είδησης όσο και σε επίπεδο πολιτικής συμπεριφοράς. Επίσης, η σχέση νέων τεχνολογιών και επερχόμενων αλλαγών σε έναν χώρο (όχι μόνο στη δισκογραφία) είναι συχνότατη ιστορικά. Ας σκεφτούμε το πώς έχουν αλλάξει τη ζωή μας τα smartphones, πώς άλλαξε το τραπεζικό σύστημα με το e-banking, την καθημερινότητά μας τα social media, την παραγωγικότητά μας η τεχνητή νοημοσύνη και πόσα άλλα ακόμα. Έτσι, η μουσική βιομηχανία δεν αποτελεί εξαίρεση: κάθε νέα τεχνολογία –από τον δίσκο βινυλίου ως το streaming– αναδιαμόρφωσε πλήρως τον τρόπο που ακούμε μουσική.

«Η ανατροφοδότηση που έχω λάβει έως τώρα για το βιβλίο μου μπορεί να ομαδοποιηθεί, σε γενικές γραμμές, σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη εστιάζει στην έλλειψη αντίστοιχου συγγράμματος στην Ελλάδα, κυρίως διότι παρουσιάζει την εξέλιξη της μουσικής βιομηχανίας μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και τεχνολογικό πλαίσιο τής εκάστοτε εποχής. Η δεύτερη ομάδα σχολίων αφορά στον “σκληρό πυρήνα” του βιβλίου, που είναι η κατανάλωση της μουσικής. Στο πώς τελικά οι ίδιοι επιλέγουμε να ακούμε τη μουσική που μας αρέσει. Πέρα από τις κλασικές ερμηνείες που έρχονται από την Κοινωνιολογία και τις Πολιτισμικές Θεωρίες, το βιβλίο έρχεται να εμπλουτίσει το πεδίο, εστιάζοντας σε σύγχρονες προσεγγίσεις που αναδεικνύουν τον ρόλο της μίμησης» 

ΠτΘ: Η υποχώρηση των παραδοσιακών δισκογραφικών «κάστρων» και η κυριαρχία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν βήμα σε κάθε δημιουργό. Ωστόσο, αυτή η δημοκρατικότητα στην προβολή συνεπάγεται απαραίτητα και ποιότητα; Μήπως τελικά η ψηφιακή υπερπροσφορά μάς οδηγεί σε μια εποχή «αναλώσιμης» μουσικής;

Κ.Κ.: Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άλλαξαν ριζικά τις δυνατότητες προβολής και προώθησης, δίνοντας τη δυνατότητα να αντικατασταθούν οι παραδοσιακές ιεραρχίες (δισκογραφικές – ΜΜΕ – opinion leaders) με ίδια μέσα ή με άλλους μηχανισμούς (π.χ. τα Spotify, YouTube, Bandcamp κλπ.), οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν έλεγχο στο περιεχόμενο της τέχνης. Με άλλα λόγια, οι ενδιάμεσοι χάνουν μέρος της δύναμής τους, χωρίς όμως ακόμα να έχουν βγει εκτός παιχνιδιού. Η προσφορά μουσικού περιεχομένου υπήρχε πάντα, αλλά η ψηφιακή εποχή την έχει μεγεθύνει σε αδιανόητη κλίμακα: σήμερα ανεβαίνουν στο Spotify περισσότερα από 100.000 νέα τραγούδια την ημέρα. Στον χώρο της μουσικής, τα παλαιότερα χρόνια, υπήρχαν τα demos, που, είτε με τη μορφή των κασετών ή των cds, έφθαναν στους αρμόδιους των δισκογραφικών για να τα ακούσουν και να αποφασίσουν αν κάτι άξιζε να προχωρήσει. Σήμερα το βήμα αυτό δεν είναι απαραίτητο. Αξίζει σε αυτό το σημείο να μην ξεχνάμε ότι ακόμα και οι Beatles γνώρισαν απορρίψεις στα πρώτα τους βήματα, με πιο χαρακτηριστική εκείνη από την Decca Records, το 1962, όταν τους είπαν πως «τα συγκροτήματα με κιθάρες είναι εκτός μόδας».

Συνολικά το θέμα της ποιότητας είναι τεράστιο –το βιβλίο μου καταπιάνεται με αυτό. Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχουν μουσικά «διαμάντια» του παρελθόντος, για τα οποία δεν ακούσαμε ποτέ τίποτα και αυτό συμβαίνει και σήμερα. Όσο υπάρχει άνθρωπος, θα υπάρχει μουσική και αυτή θα έχει ουσία και νόημα. Με άλλα λόγια, δεν είμαι καθόλου απαισιόδοξος ως προς την ποιότητα, απλά μου φαίνεται δύσκολη η εύρεσή της. Προσωπικά, εδώ και μια εικοσιπενταετία περίπου, παρακολουθώ αναρτήσεις κάποιων bloggers που εμπιστεύομαι το γούστο τους και συνεχώς με βοηθούν στο να ανακαλύπτω αριστουργήματα του παρόντος και του παρελθόντος.

«Η αλλοτρίωση ολοκληρώνεται: ο ακροατής δεν καταναλώνει πλέον έργο από το οποίο απουσιάζει ο δημιουργός λόγω εμπορευματοποίησης, αλλά έργο στο οποίο ο δημιουργός δεν υπήρξε ποτέ»

ΠτΘ: Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί πλέον να συνθέτει, να ενορχηστρώνει, ακόμα και να μιμείται φωνές. Σε έναν κόσμο όπου ο αλγόριθμος «μαντεύει» τι θέλει να ακούσει ο χρήστης, υπάρχει ακόμα χώρος για το πηγαίο συναίσθημα που παραδοσιακά χαρακτήριζε τη μουσική δημιουργία; Πού σταματά η τεχνολογία και πού ξεκινά η «κλοπή» της ανθρώπινης έμπνευσης;

Κ.Κ.: Δύσκολη ερώτηση! Μπορώ να απαντήσω επικαλούμενος τη σχολή της Φρανκφούρτης. Ο Adorno και ο Horkheimer, δύο Γερμανοί φιλόσοφοι που στα μέσα του 20ού αιώνα κατέκριναν αυστηρά τη μαζική πολιτιστική παραγωγή, αν αντίκριζαν τη μουσική που παράγεται σήμερα από αλγορίθμους, θα αναγνώριζαν σε αυτήν την τελειότερη έκφραση της πολιτισμικής βιομηχανίας που περιέγραψαν το 1944: μια παραγωγή που εξαλείφει οριστικά το υποκείμενο από τη δημιουργία, μετατρέποντας τη μουσική έκφραση σε στατιστική αναπαραγωγή των πιο συχνών μοτίβων του corpus. Η pseudo-individualization που διέβλεπαν στη βιομηχανική pop –η ψευδαίσθηση ποικιλίας μέσα σε δομική ομοιομορφία– γίνεται με το AI όχι απλώς εμπορική στρατηγική αλλά αρχιτεκτονική αρχή του ίδιου του εργαλείου παραγωγής. Η αλλοτρίωση ολοκληρώνεται: ο ακροατής δεν καταναλώνει πλέον έργο από το οποίο απουσιάζει ο δημιουργός λόγω εμπορευματοποίησης, αλλά έργο στο οποίο ο δημιουργός δεν υπήρξε ποτέ.

ΠτΘ: Αν η μνήμη είχε ήχο και μυρωδιά, ποιο θα ήταν το μουσικό θέμα που ντύνει τις δικές σας πασχαλινές αναμνήσεις; Υπάρχει κάποια ανάμνηση που ξεχωρίζετε;

Κ.Κ.: Το Πάσχα για εμένα είναι ο επιτάφιος της Ναυπάκτου, τα ξενύχτια στο Smart Bar, παραδίπλα από το λιμάνι και το πρωινό βίαιο ξύπνημα με δημοτικά και παραδοσιακό οβελία. Ναύπακτος, οι παιδικοί φίλοι και οι καλύτερες μουσικές. Τι πιο τέλειο…

*Ο Κωνσταντίνος Κασάρας είναι ερευνητής και ακαδημαϊκός, με εξειδίκευση στην καταναλωτική κουλτούρα και συμπεριφορά, τις πολιτιστικές βιομηχανίες και την ψηφιακή κατανάλωση. Είναι κάτοχος Διδακτορικού Διπλώματος από το Πάντειο Πανεπιστήμιο (2015) με αντικείμενο τη συμπεριφορά καταναλωτή στα πολιτιστικά προϊόντα, με έμφαση στη μουσική βιομηχανία και στα κοινωνικά δίκτυα, καθώς και Μεταπτυχιακού Τίτλου (MA) στην Κοινωνιολογία του Σύγχρονου Πολιτισμού από το Πανεπιστήμιο του York – UK (2001). Το ερευνητικό του ενδιαφέρον εστιάζει στον τρόπο που οι ψηφιακές τεχνολογίες μεταμορφώνουν τη συμπεριφορά του καταναλωτή και διαμορφώνουν νέα πρότυπα κατανάλωσης πολιτισμικών προϊόντων, με ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική βιομηχανία. Το δημοσιευμένο έργο του περιλαμβάνει άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά με κριτές, μεταξύ των οποίων το “Collective Intelligence” (Sage, WoS/Scopus) και το “Contemporary Social Science” (Routledge), καθώς και κεφάλαια και παρουσιάσεις σε διεθνή συνέδρια. Παράλληλα, έχει εκδώσει ακαδημαϊκό βιβλίο με τίτλο «Καταναλωτική κουλτούρα και συμπεριφορά: Η περίπτωση της μουσικής βιομηχανίας» (εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, 2026). Διαθέτει επίσης εκτεταμένη διδακτική εμπειρία σε μεταπτυχιακό και προπτυχιακό επίπεδο, με συνεργασίες στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) και στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου. Σήμερα, υπηρετεί ως Προϊστάμενος Τμήματος Επικοινωνίας στη Γενική Γραμματεία Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Διά Βίου Μάθησης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, και εκπροσωπεί την Ελλάδα στο ευρωπαϊκό δίκτυο EQAVET. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή και επαγγελματική του δραστηριότητα, είναι ενεργός ερασιτέχνης μουσικός.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.