Εκει οπου πεθαινει το «εγω» και γεννιεται ο ερωτας
Εκ πρώτης ανάγνωσης, ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Στογιαννίδη «Έρωτας Θάνατος» μοιάζει αντιφατικός. «Ο έρωτας δεν είναι ο θάνατος, μα, απεναντίας, η ίδια η ζωή», θα έλεγε κάποιος, διατυπώνοντας τις αντιρρήσεις του. Εγώ πάλι, από την πλευρά μου, όταν πρωτοδιάβασα τον τίτλο της συλλογής, το μυαλό μου πήγε στο γνωστό σχήμα λόγου που αποδίδουν οι Γάλλοι στον οργασμό κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης: «la petite mort», δηλαδή «ο μικρός θάνατος».
Με μία δεύτερη, όμως, πιο επικεντρωμένη ματιά, εύκολα θα αντιληφθεί κανείς ότι ο ποιητής Δημήτρης Στογιαννίδης θέλει να μας υπενθυμίσει, με αυτόν τον τίτλο, ότι ο απόλυτος έρωτας για το έτερόν μας ήμισυ δεν είναι παρά ο θάνατος του Εγώ μας, ο απόλυτος εκμηδενισμός του εγωισμού μας, η υπέρτατη υποταγή μας απέναντι στο αντικείμενο του πόθου μας και η Τέλεια Ένωσή μας με αυτό. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, ο τίτλος της συλλογής αυτής, συνοδευόμενος μάλιστα και από τον υπότιτλο «Ψίθυροι Στεναγμών», δεν θα μπορούσε να είναι πιο ταιριαστός. Μέσα από αυτήν τη σχεδόν απόλυτη υποταγή μας στον άλλον, τη διάλυση της κάθε άμυνας και του εκμηδενισμού του Εγώ μας είναι που θα καταφέρουμε να πλησιάσουμε στην έννοια της απόλυτης ελευθερίας –αυτό τουλάχιστον θέλει να μας πει ο συγγραφέας, εξυμνώντας τον Έρωτα ως Θεό στο παρόν πόνημα. Ο εγκωμιασμός αυτός συνίσταται τόσο στον έρωτα ως συναίσθημα όσο και στην ίδια αυτή καθεαυτή την ερωτική πράξη.
Πράγματι, κάποια από τα εξήντα δύο ποιήματα της συλλογής περιγράφουν την υπέρτατη ηδονή της ερωτικής πράξης, όπως τα ποιήματα «Ψίθυροι στεναγμών», «Το φως που έπεφτε στο σώμα σου», «Μέσα μου να χυθείς» και άλλα. «Κι όταν σ’ αγκαλιάζω, κρατώ τον ίδιο τον Θεό που κατέβηκε για λίγο στη γη να δοκιμάσει τον Έρωτα», «Ακόμα και οι μέρες που δεν σε αγγίζω είναι γεμάτες από εσένα: τα δέντρα, τα πουλιά, η βροχή, όλα ψιθυρίζουν το όνομά σου», αυτά μας λέει ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, περιγράφοντας γλαφυρά όλα τα βαθιά συναισθήματα που νιώθει κανείς κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης. Δεν παραλείπει, όμως, να τονίσει ότι η αυτή έχει νόημα μονάχα όταν συντελείται με το αντικείμενο του πόθου μας, μονάχα εφόσον, δηλαδή, υπάρχει βαθύς έρωτας και ειλικρινής αγάπη μεταξύ των δύο εραστών, διαφορετικά η γενετήσια πράξη στερείται κάθε νοήματος και ουσίας.
Άλλα ποιήματα, όπως το «Ανεκπλήρωτος έρωτας», το «Αν ερχόσουν», το «Ο ήχος της μοναξιάς» και το «Ανεπούλωτο τραύμα», εστιάζουν στον ανεκπλήρωτο έρωτα και στο βασανιστικό συναίσθημα της αφόρητης έλλειψης που νιώθει κανείς όταν ο έρωτάς του δεν βρίσκει ανταπόκριση ή όταν το αντικείμενο του πόθου του βρίσκεται μακριά από αυτόν. Σε αυτά τα ποιήματα μπορούμε να διακρίνουμε, όπως είναι λογικό, μια αδιόρατη μελαγχολία.
Όταν αγαπάς αληθινά, κάτι μέσα σου πεθαίνει και αυτό είναι το “εγώ”. Ο πραγματικός εραστής δεν μπορεί να παραμείνει ξεχωριστός από το αντικείμενο του έρωτά του. Διαλύεται μέσα στην ενότητα. Όσο υπάρχει το “εγώ”, ο έρωτας είναι μόνο σκιά, μόνο επιθυμία, μόνο ανάγκη. Ο έρωτας γίνεται αληθινός μόνο όταν το “εγώ” σου καταρρεύσει και καταφέρεις να αφεθείς τόσο ολοκληρωτικά στην ένωση, ώστε να μη γνωρίζεις πια ποιος αγαπά και ποιος αγαπιέται. Ο αληθινός έρωτας είναι η πιο όμορφη μορφή του θανάτου. Κι ο αληθινός θάνατος είναι η πιο βαθιά εμπειρία του έρωτα. Γιατί όταν αγαπάμε αγγίζουμε την ψυχή του κόσμου
Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι, επίσης, το γεγονός ότι ο συγγραφέας φλερτάρει επιδέξια με τη μεταφορά θρησκευτικών εννοιών στην ερωτική σφαίρα, παρομοιάζει, δηλαδή, το κατανυκτικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος, κατά τη διάρκεια της τέλεσης των θρησκευτικών του καθηκόντων, με εκείνο που νιώθει κατά τη διάρκεια της τέλεσης της γενετήσιας πράξης. Και διά του λόγου το αληθές, σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, όπως στα ποιήματα: «Κουβέντα μ’ έναν Άγγελο», «Ο Ναός της Σάρκας», «Άσωτος Υιός», «Ευλογημένος», «Λειτουργία του Πόθου» και άλλα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί επιδέξια λεξιλόγιο εμπνευσμένο από τη Βίβλο και τον χώρο του ορθόδοξου λατρευτικού τυπικού, προκειμένου να περιγράψει τα συναισθήματα που νιώθει κάποιος όταν φτάνει στην ερωτική ολοκλήρωση, παρέα με το αντικείμενο του πόθου του. Ο έρωτας, επομένως, φαίνεται να παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με το θρησκευτικό συναίσθημα, το αίσθημα της βαθιάς Πίστης στα Θεία και τη διαδικασία του λατρευτικού τυπικού της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Δεν αφορούν, όμως, όλα τα ποιήματα της συλλογής μονάχα τον έρωτα προς το άλλο φύλο. Απεναντίας, ο συγγραφέας επεκτείνει την έννοια του Έρωτα και της Αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας, και ειδικότερα προς την αγάπη για τα παιδιά του στο ποίημα «Μυστική Διαθήκη», στην εξύμνηση της φιλίας στο ποίημα «Το άγγιγμα που σώζει», αλλά και προς την ίδια τη φύση, και ιδιαίτερα το υγρό στοιχείο της θάλασσας, στο ποίημα «Σώμα Αιγαίου». Τα ποιήματα αυτά προσδίδουν μία περισσότερο πλουραλιστική διάσταση στη συλλογή, ξεφεύγοντας από το στενό πλαίσιο της εξύμνησης του μικρού φτερωτού Θεού.
Παρά το γεγονός ότι τα λυρικά ποιήματα της συλλογής δεν εμπεριέχουν, κατά κανόνα, έννοιες δυσνόητες για τον αναγνώστη, η αλληγορία δεν απουσιάζει από τη συλλογή. Αντίθετα, δίνει ενεργά το «παρών» σε ποιήματα, όπως το «Είμαι το ποίημα που δε διάβασες ποτέ», αλλά κυρίως στο υπέροχο «Νερόλακκοι και θάλασσες», το οποίο παρομοιάζει τους μικρόψυχους ανθρώπους με νερόλακκους, που δεν πιάνουν όμως μία μπροστά στο μεγαλείο της θαλασσινής απεραντοσύνης.
Σε ό,τι αφορά τα εκφραστικά μέσα που χρησιμοποιεί ο ποιητής, μαζί με τις προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις του, αυτά αφορούν την περιγραφή, την παρομοίωση και τη μεταφορά. Πολλά από τα ποιήματα είναι γραμμένα σε πρώτο ή δεύτερο ενικό πρόσωπο και λιγότερα σε τρίτο. Ομοιοκαταληξία δεν παρατηρείται στα ποιήματα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως στερούνται ρυθμού.
Τον πρόλογο της ποιητικής συλλογής «Έρωτας Θάνατος – Ψίθυροι Στεναγμών» συγγράφει ο ιστορικός τέχνης Βασίλειος Μακέδος, αναλύοντας την αντιφατική φύση των δύο αυτών εννοιών, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας έχει να μας πει στο εισαγωγικό του σημείωμα:
«Όταν αγαπάς αληθινά, κάτι μέσα σου πεθαίνει και αυτό είναι το “εγώ”. Ο πραγματικός εραστής δεν μπορεί να παραμείνει ξεχωριστός από το αντικείμενο του έρωτά του. Διαλύεται μέσα στην ενότητα. Όσο υπάρχει το “εγώ”, ο έρωτας είναι μόνο σκιά, μόνο επιθυμία, μόνο ανάγκη. Ο έρωτας γίνεται αληθινός μόνο όταν το “εγώ” σου καταρρεύσει και καταφέρεις να αφεθείς τόσο ολοκληρωτικά στην ένωση, ώστε να μη γνωρίζεις πια ποιος αγαπά και ποιος αγαπιέται. Ο αληθινός έρωτας είναι η πιο όμορφη μορφή του θανάτου. Κι ο αληθινός θάνατος είναι η πιο βαθιά εμπειρία του έρωτα. Γιατί όταν αγαπάμε αγγίζουμε την ψυχή του κόσμου».
O Ξανθιώτης συγγραφέας Δημήτρης Στογιαννίδης
Ο Δημήτρης Στογιαννίδης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1966. Είναι διπλωματούχος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός και ιδιοκτήτης Βιοτεχνίας εξειδικευμένων συστημάτων πυρασφάλειας στην Ξάνθη. Στον ελεύθερό του χρόνο ασχολείται με τη φωτογραφία, το διάβασμα και τη μουσική. Το πάθος του όμως ήταν πάντα η αυτοάμυνα και οι πολεμικές τέχνες. Εκτός από την παρούσα ποιητική συλλογή, κυκλοφορεί και το βιβλίο του, σε συνεργασία με τον Ισκάν Σελήμ, με τίτλο «KRAV MAGA VIPER – Η τέχνη της αυτοάμυνας» από τις ίδιες εκδόσεις (2022).
*Η Λεύκη Σαραντινού είναι εκπαιδευτικός, ιστορικός και συγγραφέας.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
