Ενας φιλος εφυγε…
[Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
«Πού σου, θάνατε, το κέντρον; Πού σου, άδη, το νίκος;»
Ιωάννου Χρυσοστόμου, Κατηχητικός Λόγος
Στο ποίημά του «Η χώρα που δεν πεθαίνει», ο Κωστής Παλαμάς ξεκινά με το ακόλουθο τραγούδι της δημοτικής μας παράδοσης:
«—Πεθαίνει εδώ;— … Δεν πεθαίνει, του λέει./ Aλλά πάνω σε κείνο το βουνό είν’ ένας και/ φωνάζει τα ονόματα, όποιονε θέλει για να/ πάει, και πάει και δε ματαγυρίζει. Τι γίνεται/ δεν το ξέρουμε».
Το τι γίνεται όταν κάποιος φεύγει, δεν το ξέρουμε. Ξέρουμε όμως τι νικά τον θάνατο. Η μνήμη και η αγάπη, για όλους αυτούς που έφυγαν κι έγραψαν τη ζωή μας και άφησαν το χνάρι τους στον τόπο τους, θεριεύοντας τις ρίζες της μνήμης τους, απανταχού της γης, σε Λεχαινά, Κομοτηνή, Αγρίνιο…
Όπως συνέβη και με τον Θανάση Κεφάλα, που αγωνίστηκε για τον πολιτισμό και το περιβάλλον στον γενέθλιο τόπο του, τα Λεχαινά της Ηλείας, και μόλις «έφυγε»∙ είναι όμως διαρκώς παρών στους ανθρώπους του τόπου μας και του τόπου του∙ και στον καρδιακό του/μας φίλο Άγγελο Αγγελόπουλο… Γιατί όπως έλεγε και η αείμνηστη Άλκη Κυριακίδου, «η μνήμη των ανθρώπων είναι οι ΑΝΘΡΩΠΟΙ», για τους ανθρώπους που ριζώνουν και μας μετασχηματίζουν…]
Στα μέσα Μαρτίου ένας φίλος μας έφυγε. Μας χαιρέτησε οριστικά και έφυγε σχεδόν αθόρυβα. Πάλευε την τελευταία δεκαετία με την επάρατη νόσο. Στο τέλος είπε: «Κουράστηκα, ήρθε η ώρα να φύγω!»
Είναι αλήθεια ότι του άρεσε το αδιόρατο, το υπόγειο, το αντεργκράουντ. Έτσι έδινε τις μάχες του, χωρίς να φαίνεται, χωρίς να δείχνει τις ταλαιπωρίες που κάθε φορά είχε υποστεί στη ζωή του. Πήγε να συναντήσει τους άλλους φίλους μας, τον Νίκο, τον Γιώργο, τον Μήτσο και τελευταίο τον Θόδωρο.
Μια κοινή φίλη, η Τασία, είπε ότι λιγοστεύουμε από φίλους και ότι, όταν μιλούσε με τον Θανάση, ήταν σαν να μιλούσε με τον ίδιο της τον εαυτό. Το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ. Και δεν ήταν μόνο η συναισθηματική απώλεια, όπως συμβαίνει συχνά με τους τεθνεώτες φίλους ή συγγενείς μας, αλλά ένα ολικό τράνταγμα που άγγιζε τα υπαρξιακά όρια και της δικής μας γενιάς.
«Ο τόπος ερημώνει τζόγια μου,
δε βλέπεις;
Εμείς πόσο ακόμα…
Άφησε το τσαπί όρθιο στο χώμα
έρημου κάμπου επιτύμβιο».[1]
Σκέφτομαι πόσα πράγματα ζήσαμε μαζί. Δεν ήταν μόνο τα καθημερινά με την παρέα μας, εκεί στην πλατεία του Αϊ-Δημήτρη. Ο Θανάσης ήταν η κεντρική φιγούρα και έκφραση διαχρονικής κουλτούρας όλης της πόλης. Ήταν πολλά άλλα σημαντικά και βαθύτερα. Θυμάμαι τον φίλο μου πολύ νωρίς να αναλαμβάνει οικογενειακές υποχρεώσεις και παράλληλα να γίνεται πρόωρα επαγγελματίας της τοπικής αγοράς. Και μαζί με τις υποχρεώσεις του, να συμμετέχει πάντα ενεργά σε ό,τι πρωτοποριακό συνέβη στην κωμόπολη.
Το μαγαζί του στην αγορά ήταν καθημερινά τόπος διαβουλεύσεων για κρίσιμες αποφάσεις σε αυτοδιοικητικά θέματα, τοπικά, του πολιτισμού και της οικολογίας –θα χρειαστεί κάποιος να ασχοληθεί και να γράψει γι’ αυτήν την ιστορία.
Για μισό αιώνα είχε ασχοληθεί –και πάντα στην πρώτη γραμμή– με όλα τα σωματεία και τους συλλόγους, όσο κανείς άλλος, τόσο που οι δράσεις του είχαν γίνει για αυτόν τρόπος ζωής. Ένας τρόπος ζωής που ξεχώριζε για τη σεμνότητα και απλότητα, αλλά προπαντός για τον βαθύ συναισθηματισμό του.
Οι ιδεολογικές και πολιτικές μας συζητήσεις ήταν ατελείωτες. Και νομίζω άξιζαν περισσότερο για την ομορφιά τους στις αποκλίσεις και στις διαφωνίες μας και όχι στην έτσι κι αλλιώς απόλυτη σύγκλισή μας, ως προς τα ιδανικά του προσδοκώμενου κόσμου, για την κοινωνική ισότητα και ελευθερία. «Δεν έχετε κατανοήσει καλά το “Κριτική του προγράμματος της Γκότα”», έλεγε ο Τάκης γι’ αυτές τις διαφωνίες μας, με αγάπη γελώντας και λίγο σαν να μας κορόιδευε.
Το περασμένο καλοκαίρι, όταν βρεθήκαμε, ρώτησα τον Θανάση αν τις περισσότερες φορές έχουμε συμφωνήσει ή διαφωνήσει και μου απάντησε με χαμόγελο ότι ήταν οι διαφωνίες μας που υπερίσχυαν. Είμαι όμως σίγουρος πως ήξερε κι αυτός ότι πάντα είμαστε μαζί σε όλα τα δύσκολα που συνέβησαν στον γενέθλιο τόπο. Και οι διαφωνίες ή τα τεχνάσματα που κάποτε το πνεύμα του σκαρφιζόταν μπορεί να ήταν μέρος της δικής του τέχνης για τη ζωή, τέχνης που ξεχείλιζε από ανατρεπτικό χιούμορ και περιεχόμενο.
Σκέφτομαι πόσες φορές σταθήκαμε απέναντι στις «αναμορφώσεις» που επιχείρησαν οι δημοτικές αρχές. Ακόμη και τελευταία ήμασταν μαζί, διεκδικώντας τον δημόσιο χώρο, στην κεντρική πλατεία, τον συνδεδεμένο διαχρονικά με την ιστορία μας. Διεκδικήσαμε αγωνιστικά τη δημοτική περιουσία κόντρα στις ανιστόρητες απαιτήσεις της εκκλησίας και στους καιροσκοπισμούς της δημοτικής αρχής.
Τώρα που ο φίλος μας έφυγε, θέλω να κρατήσω στη μνήμη μου την αδιόρατη ενέργεια, αυτή που μας συνέδεε, την προσπάθειά του, την αγωνία του για να παραμείνει ζωντανό αυτό που ονομάζεται ψυχή και ανθρώπινη υπόσταση μέσα μας. Να παραμείνει δραστήριο και ελεύθερο το επαναστατημένο ανθρώπινο υποκείμενο.
Θυμάμαι τις διακοπές μας στην Κεφαλονιά, στη Ζάκυνθο και στην Κορώνη. Θυμάμαι τα Σαββατόβραδα, τα ξενύχτια μας με την επαναστατική ροκ εντ ρολ και τα οινοπνεύματα. «Τα μπλε παπούτσια με τη ρίγα τη λαδί…», όπως έλεγε περιπαικτικά ένας κοινός μας γνωστός.
Ήταν η συμμετοχή του Θανάση Κεφάλα στη Μορφωτική Ένωση «Ανδρέας Καρκαβίτσας», και αργότερα στην Πολιτιστική Ομάδα «Φράγμα», που έκαναν την περιοχή μας γνωστή στο πανελλήνιο. Ήταν ένα πλήθος από πολιτιστικές εκδηλώσεις στις οποίες πρωτοστάτησε. Ήταν μουσικές εκδηλώσεις, ομιλίες, εκθέσεις ζωγραφικής και βιβλίου, έκδοση περιοδικών και βιβλίων. Ήταν όμως και οι πολυάριθμες παρεμβάσεις του στα θέματα της αυτοδιοίκησης στην περιοχή μας. Η ακούραστη και συνεχής συμμετοχή του σε όλα τα κινηματικά μέτωπα του Νομού Ηλείας.
Μια μέρα σχεδόν χειμωνιάτικη, δεκαοκτώ φίλοι βρέθηκαν σε μια από τις παραλίες της ζωής μας, στα «Πετρέλαια» και έριξαν τη στάχτη του στο Ιόνιο Πέλαγος. Απέναντι φαίνεται η πατρίδα του Σολωμού. Ήταν το ξεκίνημα της άνοιξης, μα ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος, σαν να δάκρυζε. Εκεί ήμουν και εγώ με την ψυχή κι ας βρισκόμουν με το σώμα μου μακριά.
30/03/2026
*Ο Άγγελος Ευθ. Αγγελόπουλος κατάγεται από τα Λεχαινά, αρθρογραφεί και γράφει «µικροδιηγήµατα» που φιλοξενούνται σε αθηναϊκές εφηµερίδες, blogs και ηλεκτρονικά περιοδικά. Μέχρι πρότινος υπέγραφε µε το λογοτεχνικό ψευδώνυµο Νίκος Μπακιός. Από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Ο δρόμος και το ρολόι – 31 αφηγήματα» (2023). Το παρόν κείμενό του γράφηκε ως «ύστατο χαίρε» στον πολυαγαπημένο του –και όλων των Ηλειωτών– φίλο, συνοδοιπόρο, συναγωνιστή, συν-αναγνώστη των καιρών, αείμνηστο Θανάση Κεφάλα.
Τα θερμά μας συλλυπητήρια στους οικείους του.
[1] Μαρία Μαρκαντωνάτου, «Ο Σκαφτιάς», «Περδικάκια», εκδ. Παρασκήνιο, Αθήνα 2025.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
