Βηθη Κανουτα, Κοινα θεματα-μοτιβα στις ποιητικες συλλογες «Εν αρχη ην ο λογος» και «Συσσωμος» του Μιχαλη Μελαχροινουδη
Στη συλλογή «Εν αρχή ην ο λόγος», όπως δήλωσε ο ίδιος ο Μιχάλης Μελαχροινούδης, τα ποιήματα είναι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές φάσεις της ζωής του, με θεματολογία όμως σταθερή. Ο χρόνος, οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, τα αγαπημένα πρόσωπα, όπως η μάνα, η καθημερινότητα, η οικογένεια, όπως ο ρόλος του πατέρα, ο έρωτας, ο καθημερινός μόχθος, τα παιδιά, η δουλειά του και οι επιδράσεις της πάνω του, αυτά είναι τα θέματα που την απασχολούν και περιέχονται στα ποιήματα της συλλογής (Μιχάλης Μελαχροινούδης, «Εν αρχή ην ο λόγος», εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2021, σ. 64).
Βλέπουμε, λοιπόν, μελετώντας τις δυο συλλογές του Μιχάλη Μελαχροινούδη ότι κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων ποιημάτων είναι ο βιωματικός χαρακτήρας των ερεθισμάτων που τον εμπνέουν. Έτσι, εντόπισα ανάμεσα στα ποιήματα κάποια από τα μοτίβα που επαναλαμβάνονται, καθώς φαίνεται ότι έχουν εγχαραχτεί ως βιώματα-εμπειρίες της προσωπικής του ιστορίας και των δικών του κομβικών στιγμών και παράλληλα συνομιλούν μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται.
Από αυτά που εντόπισα είναι: το μοτίβο του χρόνου, η μορφή της μάνας, ο ρόλος του πατέρα.
1. Ο χρόνος
—«Σύσσωμος»
Ο χρόνος που γλιστρά και φεύγει…
X/K
Δεν είναι ο πόνος
η αναμονή
ο παγωμένος χρόνος
ούτε οι χαρές που περνάνε
χωρίς να σε αγγίζουν
για παράδειγμα
ένα ολόγιομο φεγγάρι
ή
μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα
με τη θάλασσα ακύμαντη
είναι που βλέπεις τον εαυτό σου
ξαπλωμένο στο απέναντι κρεβάτι
κάποια χρόνια μετά
ανήμπορο και χαμένο
οριστικά[1]
Στο ποίημα με τον τίτλο «Χ/Κ» (χειρουργική κλινική), ο ποιητής προβάλλει το νεανικό του σώμα στο γεροντικό του. Ο ποιητής αναγνωρίζει τη φθορά και τον θάνατο, και αυτό τον εμποδίζει ή τον δυσκολεύει να εισπράξει με την ίδια θερμότητα αυτά που, μέχρι τώρα, του έδιναν χαρά και έμπνευση.
—«Εν αρχή ην ο λόγος»
Ωστόσο, ήδη από την πρώτη συλλογή «Εν αρχή ην ο λόγος», ως σχήμα πρωθύστερο, προβάλλει η αδυσώπητη παρουσία του χρόνου. Ο χρόνος που φεύγει και αφήνει το βαρύ αποτύπωμά του στα γηρατειά και ο επερχόμενος θάνατος μέσα από τη λειτουργία των αναμνήσεων υπενθυμίζει ότι πέρασε ο χρόνος.
α. Με τα «Γεράματα! Τι παράξενο πράγμα» (σ. 46) ο ποιητής καταπιάνεται με τις αδυναμίες της προχωρημένης ηλικίας ως προς την ενδυματολογία: «[…] θα ζώνεις / ψηλά τα παντελόνια σου / […] τα παπούτσια σου […] / τα μαύρα, τα χοντρά, τα μονοκόμματα, / δύσκολα θ’ αναγνωρίζεις και θα / αναγνωρίζεσαι […] και οι αγαπημένοι σου / μακριά θα είναι», εσύ που αισθάνεσαι ακόμη νέος.
β. Ο «Χειμώνας» (σ. 47), η δύση της ζωής, σαν «Σάββατο απόψε ερημιά / από νωρίς κλειστά παράθυρα […] / κρύωσε κι ο καιρός / άντε τέλειωνε τώρα […] κλείνουμε, μην καθυστερείς / δεν ακούς; / Ο χειμώνας είμαι».
2. Η μορφή της μάνας
—«Σύσσωμος»
Η παρουσία της μάνας μας, που όταν τη φέρνουμε στη μνήμη μας πάντα μας γεμίζει συγκίνηση αλλά και αναρώτηση, αν είναι αρκετά όσα της ανταποδώσαμε.
γέννα
είναι που τα περισσότερα
τα έχω πάρει από σένα
μάνα
κι ας λένε πώς όσο μεγαλώνω
μοιάζω του
μπαμπά
κι εκείνη η θλίψη να μην μπορώ
να χαρώ το
καλοκαίρι
κι εκείνο που από το χάραμα
το μάτι ανοιχτό
αγρύπνια
ακόμα και το άγχος της δουλειάς
η αίσθηση του καθήκοντος
η φροντίδα όλων
δικά σου είναι δεν ξέρω πώς θα τελειώσει όλο αυτό
αλήθεια
λέω μόνο εγώ να σε γεννήσω τούτη τη φορά
για να σου δώσω κάτι κι από
μένα[2]
—«Εν αρχή ην ο λόγος» – Η τιμή και η αγάπη στη μάνα
Στην πρώτη συλλογή «Εν αρχή ην ο λόγος», η τιμή και η αγάπη στη μάνα αποδίδεται με το «Καλοκαίρι» καιτην καθημερινή της κούραση, ακόμη και τις Κυριακές για το μεροκάματο και ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι· που «σβήνεις την κούραση / με λίγο νερό στα χείλη […] / στα πρησμένα πόδια / παντόφλα ξεχαρβαλωμένη». Όμως την περιμένει η ευτυχία της οικογένειας, του παιδιού της, με «μία αγκαλιά / γλυκό φιλί» (σ. 56).
Καλοκαίρι
στον έρημο δρόμο
μεσημέρι Κυριακής
τρεις, τρεις και κάτι
στη λαύρα την καλοκαιρινή
εκεί στο δεντρί το μαραμένο
σβήνεις την κούραση
με λίγο νερό στα χείλη
τα μαλλιά σου ένα με το πρόσωπο
κολλάνε
στα πρησμένα πόδια
παντόφλα ξεχαρβαλωμένη
χαϊδεύεις το μεροκάματο,
αχ και πόσο να κρατήσει
το αύριο εδώ είναι
μακάρι να σε περιμένει
ένα πιάτο φαΐ στο σπίτι
μια αγκαλιά
γλυκό φιλί
πριν κλείσεις τα μάτια
και παραδώσεις κορμί και νου στο στρώμα,
μάνα.[3]
3. Ο ρόλος του πατέρα
Το πρότυπο ιδανικού ή επιθυμητού πατέρα (μέσα στο πλαίσιο του ρόλου των γονιών), που πολύ «θα ’θελε» να μοιάσει ο ποιητής, αλλά συγχρόνως είναι και ένας πατέρας σκεφτικός, ταπεινός, με ενσυναίσθηση.
—«Σύσσωμος»
αποχωρισμός
έτσι θα ’θελα να είναι
η κόρη που κοιμάται δίπλα στο δωμάτιο
αύριο φεύγει
να μένει –πολλά χιλιόμετρα μακριά
εντάξει, εντάξει να ζει τη ζωή της–
δυο στενά πιο κάτω
να ανοίγω την πόρτα
όπως στη γειτονιά και να της λέω καλημέρα
τότε οι λέξεις που σκαλίζω τώρα
θα είχαν μια αξία
ένα μπουκέτο φρέσκα λουλούδια
στο βάζο της[4]
Ο πατέρας που νοιάζεται και πονά για την απομάκρυνση του παιδιού του, από κοντά του, παρόλο που το θεωρεί φυσικό επακόλουθο, αφού το παιδί του «μεγάλωσε».
—«Εν αρχή ην ο λόγος»
Και εδώ υπάρχει ένας πατέρας που θα ήθελε να είναι πρότυπο αλλά κι ένας πατέρας σκεφτικός, ταπεινός, με ενσυναίσθηση.
α. «Μπαμπά έλα»
μπαμπά τον φωνάζει κι εκείνον
που έχει μπει μέχρι τον λαιμό στην άμμο σκάβοντας,
που κάνει τον ήχο φορτηγού σε χωματουργικές εργασίες,
που παίζει ρακέτες, και πάνω και κάτω, και ξανά,
που παίρνει την κουλούρα και στην αγκαλιά την πριγκίπισσά του,
που παίζει πόλο στη θάλασσα, αριστερό-δεξί, αριστερό-δεξί,
που τον οδηγεί προσεκτικά, σχεδόν ευλαβικά τον αποθέτει στο νερό,
που ξανοίγεται βαθιά στη θάλασσα και τον ψάχνει,
μόνο μια πετσέτα τους περιμένει στην αμμουδιά,
μπαμπά, έλα.[5]
β. «Ξέρω ένα Χριστό»
Ξέρω έναν Χριστό·
τα αδέσποτα πιστά τον ακολουθούν
τα πουλιά τρώνε από τις χούφτες του
το ψάθινο καπέλο κρύβει τον ιδρώτα
τις αυλακιές στο πρόσωπο
καρέ πουκάμισο φαρδύ
πανωφόρι παλιό, στρατιωτικό
Ξέρω μια Παναγιά·
την έχουνε φάει οι δρόμοι
κουτσούβελα, γυμνά πατουσάκια και φωνές
καρότσια με σιδερικά και παλιοπράγματα
σπιτικό έχουνε θαρρείς
μία αυλή στον παράδεισο
στα πόδια του πατέρα
στη γειτονιά μένουν
δυο σπίτια παρακάτω
σε εκείνο το χωράφι το χρυσό
σύνορο με του ουρανού το φωςστον δρόμο προς την Ανατολή
καβάλα στης θάλασσας τ’ όνειρο.[6]
Στις δύο ποιητικές συλλογές του Μιχάλη Μελαχροινούδη, όπως διαπιστώνουμε, ένας αριθμός ποιημάτων έχει χαρακτήρα αυτοβιογραφικό. Αυτό σημαίνει ότι είναι φυσικό ο ποιητής να επανέρχεται σε θέματα-μοτίβα που τον κινητοποιούν, τον συγκινούν, τον εκφράζουν και τον εμπνέουν. Ωστόσο, κάθε φορά, η ματιά του είναι διαφορετική, τρυφερή, όπως το θέμα του χρόνου, ή νοσταλγική, όπως η ανάμνηση της μάνας αλλά και με ενσυναίσθηση, όπως ο ρόλος του ως πατέρας, που βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν και να ανοίγουν τους δικούς τους δρόμους.
Υπάρχουν φυσικά και άλλα θέματα κοινά και στις δύο συλλογές, όπως π.χ. το θέμα της προσφυγιάς κ.ά., αλλά λόγω του λίγου χρόνου περιοριζόμαστε στα παραπάνω.
*Η Βήθη Κανούτα είναι φιλόλογος και μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Μελαχροινούδη, «Σύσσωμος» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2024), που διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, τη Λέσχη Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στον χώρο του βιβλιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη, την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026.
Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.
[1] Μ. Μελαχροινούδης, «Σύσσωμος», εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2024, σ. 16.
[2] Μ. Μελαχροινούδης, «Σύσσωμος», ό.π., σ. 47.
[3] Μ. Μελαχροινούδης, «Εν αρχή ην ο λόγος», εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2021, σ. 56.
[4] Μ. Μελαχροινούδης, «Σύσσωμος», ό.π., σ. 50.
[5] Μ. Μελαχροινούδης, «Εν αρχή ην ο λόγος», ό.π., σ. 54.
[6] Μ. Μελαχροινούδης, «Εν αρχή ην ο λόγος», ό.π., σ. 42.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
