Φρειδερικη Φαντιδου-Σιδηροπουλου, «Συνομιλια» ποιησης και μικροδιηγηματος στα ποιηματα του Μ. Μελαχροινουδη
Στο κείμενο αυτό παραθέτω κάποιες σκέψεις που μου γεννιούνται καθώς διαβάζω ποιήματα που μοιάζουν με μικροδιηγήματα και μικροδιηγήματα που μοιάζουν με ποιήματα. Αφορμή για να τις καταγράψω στάθηκε η παρουσίαση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Μελαχροινούδη υπό τον τίτλο «Σύσσωμος» (εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, 2024).
Η θεωρία της Λογοτεχνίας δέχεται ως Λογοτεχνικά γένη την ποίηση, την πεζογραφία και τον δραματικό λόγο, δηλ. το θέατρο. Με το πέρασμα του χρόνου και ανάλογα με τις διαφορετικές συνθήκες ζωής κι εξέλιξης και τη διαφορετική ψυχοσύνθεση και ευαισθησία κάθε λαού που υπηρέτησε με τον προφορικό αρχικά και τον γραπτό λόγο αργότερα και επίσης, ανάλογα με τις προσωπικές εμπειρίες των ανθρώπων που εκφράστηκαν με τον λόγο, τα τρία αυτά Λογοτεχνικά γένη αλλάζουν. Καθένα από αυτά υποδιαιρείται σε μικρότερα είδη με τα δικά του πια χαρακτηριστικά. Και αυτή η αλλαγή είναι φυσιολογική. Γιατί, όταν μια φόρμα στη λογοτεχνία, στη ζωγραφική, στην τέχνη γενικά, έχει δώσει τους χυμούς που είχε να δώσει και η επανάληψή της κουράζει τόσο τον καλλιτέχνη όσο και τον αποδέκτη της τέχνης του, αρχίζουν οι πειραματισμοί για κάτι νέο, οργανώνεται και εμφανίζεται το νέο, το οποίο άλλοι το αποδέχονται εξαρχής, άλλοι το αμφισβητούν και άλλοι το υπηρετούν και του δίνουν ώθηση, όμως κάποια στιγμή γίνεται και αυτό κατεστημένο και έρχεται η ώρα του να αλλάξει.
Στην ποίηση και στην πεζογραφία ακολουθήθηκε η ίδια πορεία.
Η ποίηση
Η ποίηση είναι το αρχαιότερο είδος λόγου σε όλους τους λαούς και σε όλους τους πολιτισμούς. Ίσως γιατί μπορεί να συνταιριαστεί και να συνοδευτεί από μουσική.
Χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ποίησης είναι:
—οι στροφές, με σταθερό αριθμό στίχων και σταθερό αριθμό συλλαβών σε κάθε στίχο. Κάποια είδη παραδοσιακής ποίησης έχουν συγκεκριμένο αριθμό στροφών και στίχων, π.χ. το σονέτο έχει δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές. Ο δεκαπεντασύλλαβος έχει συγκεκριμένο αριθμό συλλαβών.
—το μέτρο, που είναι συγκεκριμένο και σταθερό σε όλο το ποίημα και δίνει τον ρυθμό σ’ αυτό
—η ομοιοκαταληξία
—η ύπαρξη των σημείων στίξης
—και το ότι συνήθως δεν είναι εκτενή τα ποιήματα.
Βέβαια, υπάρχουν και εκτενή ποιήματα, όπως «Ο Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου, με 10.012 στίχους, ή «Ο ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Δ. Σολωμού με 158 τετράστιχες στροφές. Υπάρχουν επίσης και οι ποιητικές συνθέσεις, όπως «Η κυρά των αμπελιών» του Γ. Ρίτσου. Υπάρχουν και πολύ μικρά ποιήματα, όπως οι κρητικές μαντινάδες, π.χ. «Καλοχαιρέτα τους πεζούς, όταν καβαλικέψεις, / για να σε χαιρετούν κι αυτοί, όταν θα ξεπεζέψεις» και τα χαϊκού, ένα παραδοσιακό ιαπωνικό είδος που αποτελείται από 17 συλλαβές μοιρασμένες σε τρεις στίχους με 5-7-5 συλλαβές. Π.χ. «Στάξε στη λίμνη / μόνο μια στάλα κρασί / και σβήνει ο ήλιος» (Γ. Σεφέρης), ή τα δίστιχα, όπως αυτά του Ντ. Χριστιανόπουλου: «Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε / Όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος».
Επισημαίνουμε επίσης, ότι στην παραδοσιακή ποίηση χρησιμοποιούνται όχι καθημερινές, αλλά ποιητικές λέξεις, σχήματα λόγου, λογική σύνδεση των νοημάτων και αυστηρή σύνταξη. Ο τίτλος πολλές φορές μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του ποιήματος [δες π.χ. τη «Λήθη» του Λορέντζου Μαβίλη]. Επίσης, η παραδοσιακή ποίηση έχει έναν λυρισμό και γεννά μέσα μας πολλά συναισθήματα.
Όσο ο ποιητικός λόγος –και ο ποιητής– θα ελευθερώνεται και θα απορρίπτει χαρακτηριστικά της ποίησης που συγκρατούν τη φαντασία και την έμπνευσή του, που τον καθηλώνουν στο να σκεφτεί μια ποιητική λέξη που ομοιοκαταληκτεί με μία προηγούμενη ή να βρει λέξεις που ταιριάζουν στο μέτρο κ.λπ., θα μοιάζει όλο και περισσότερο στον πεζό λόγο.
Με την πάροδο λοιπόν του χρόνου, ο ποιητικός λόγος αλλάζει: έχουμε πλέον ελεύθερο στίχο χωρίς ομοιοκαταληξία, ρυθμό και μέτρο. Οι στίχοι δεν είναι κατανεμημένοι σε στροφές και δεν έχουν ορισμένο αριθμό συλλαβών. Πολλές φορές δεν έχουν καν σημεία στίξης. Ένα ποίημα λοιπόν μοιάζει με ένα σύντομο πεζό.
Η πεζογραφία
Στην πεζογραφία ανήκουν το διήγημα, η νουβέλα και το μυθιστόρημα που διαφέρουν ως προς το μέγεθος. Αυτά τα τρία λογοτεχνικά πεζογραφικά είδη υπήρχαν μέχρι σχετικά πρόσφατα. Τις τελευταίες δεκαετίες προστίθεται και το μικροδιήγημα, που μπορεί να το βρούμε και με την ονομασία μικροαφήγηση, μικρομυθοπλασία, μινιμαλιστικό διήγημα. Κάποιο διάστημα κυκλοφόρησε και η ονομασία μπονζάι. Υπάρχει και ο όρος υπερμικρό διήγημα.
Ένα διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα έχουν μια ιστορία, έχουν πρόσωπα με τα δικά τους χαρακτηριστικά που εμπλέκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ιστορία αυτή (κάποιοι από τους χαρακτήρες κλασικών μυθιστορημάτων είναι εμβληματικοί), υπάρχει αφήγηση πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη, ενώ σε άλλα υπάρχουν πολλοί αφηγητές που δίνουν διαφορετικές, υποκειμενικές, πλευρές της ιστορίας. Η ιστορία, οι χαρακτήρες, οι συμπεριφορές, η δράση προκαλούν στον αναγνώστη διάφορες σκέψεις και συναισθήματα.
Θεωρώ ότι όσοι συγγραφείς ασχολούνται με το μικροδιήγημα έχουν πιάσει τον σφυγμό της εποχής: ο άνθρωπος βιάζεται, θέλει να τελειώνει γρήγορα με ό,τι καταπιάνεται, να μην τον καθυστερεί τίποτα στον δρόμο του. Δεν θέλει να διαβάσει εκτεταμένα κείμενα. Από την άλλη πλευρά, ο προβληματισμός που δημιουργείται από αυτά τα πολύ σύντομα μικροδιηγήματα, τα εν είδει κεντρικής ιδέας, απαιτούν από μας μια ανάλυση
Το μικροδιήγημα είναι ένα νέο είδος πεζού λόγου και μετράει μερικές δεκαετίες. Λένε ότι ξεκίνησε από τα εν είδει αγγελίας λόγια που αποδίδονται στον Ερνστ Χέμινγουεϊ: «Προς πώληση: Παιδικά παπούτσια. Εντελώς αφόρετα». Κατά τον Χέμινγουεϊ, αυτό είναι ένα μικροδιήγημα 6 λέξεων, που έχει αρχή, μέση και τέλος. Έχει χαρακτήρες, δημιουργεί μια ιστορία γύρω από αυτούς και επίσης δημιουργεί συναισθήματα. Αυτή η πολύ σύντομη μορφή πεζογραφήματος με την πάροδο του χρόνου εξελίχτηκε.
Κάποια μικροδιηγήματα των δύο ή τριών σελίδων θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω στιγμιότυπα από την καθημερινή ζωή, αποτύπωση μιας στιγμής, π.χ. μιας συνάντησης, μιας γιορτής, μιας παρέας φίλων που διασκεδάζουν ή ενός πλήθους ανθρώπων που διαδηλώνουν και μπορούν να πυροδοτήσουν τη μνήμη και τη φαντασία, να γεννήσουν συναισθήματα, προβληματισμούς ή ιδέες για δράση κ.ά. Και είναι πολύ ενδιαφέροντα, γιατί διασώζουν πολλά λαογραφικά, ιστορικά, κοινωνιολογικά και άλλα στοιχεία.
Άλλα πάλι, αυτά των 60, 70 ή 100 λέξεων, δίνουν την εντύπωση ότι είναι ή θα μπορούσαν να είναι η κεντρική ιδέα ενός διηγήματος ή μιας νουβέλας: μικρά κείμενα με εξαιρετικά προσεκτική διατύπωση, χωρίς ούτε μια λέξη περιττή, χωρίς στολίδια, είναι κείμενα που σου γεννούν σκέψεις για τις κοινωνικές συνθήκες, για θέματα πατριαρχίας και φεμινισμού, περιβαλλοντικά ή άλλα, όλα αυτά όμως ως μια συμπυκνωμένη κεντρική ιδέα.
Θεωρώ ότι όσοι συγγραφείς ασχολούνται με το μικροδιήγημα έχουν πιάσει τον σφυγμό της εποχής: ο άνθρωπος βιάζεται, θέλει να τελειώνει γρήγορα με ό,τι καταπιάνεται, να μην τον καθυστερεί τίποτα στον δρόμο του. Δεν θέλει να διαβάσει εκτεταμένα κείμενα. Από την άλλη πλευρά, ο προβληματισμός που δημιουργείται από αυτά τα πολύ σύντομα μικροδιηγήματα, τα εν είδει κεντρικής ιδέας, απαιτούν από μας μια ανάλυση.
Ομοιότητες ανάμεσα στα ποιήματα και τα μικροδιηγήματα
1. Η συντομία. Τα μικροδιηγήματα μπορεί να κυμαίνονται από κάποιες σειρές μέχρι κάποιες σελίδες. Καταγράφω αυτό του χιλιανού Αλεχάντρο Χοδορόφσκι:
«Έρχονται κάθε χρόνο κατά εκατοντάδες χιλιάδες από την Αφρική, διανύουν 2.000 – 3.000 χιλιόμετρα, φτιάχνουν εδώ τα σπίτια τους και γεννοβολούν. Έρχονται, τρώνε την τροφή μας και πίνουν το νερό μας. Να τους διώξουμε! Έξω από τη χώρα μας! Να φύγουν όλοι οι πελαργοί και τα χελιδόνια τώρα! είπε το περιστέρι και έκανε μια βουτιά στο σιντριβάνι της πλατείας».
Εδώ, επιπλέον, έχουμε και την ανατροπή στο τελευταίο μέρος, όπως έχουμε πολλές φορές και στην ποίηση.
Υπάρχουν και σύντομα ποιήματα, π.χ. τα δίστιχα του Ντ. Χριστιανόπουλου, όπως προαναφέραμε, αλλά και του Αργ. Χιόνη: «Το ύψος του ανθρώπου ξεκινά από τα πόδια και φτάνει μέχρι το κεφάλι. / Από εκεί και πάνω ξεκινάει το ανάστημά του» (Αργύρης Χιόνης, στο τελευταίο βιβλίο του «Ό,τι περιγράφω με περιγράφει». Ο Βαγ. Χατζηβασιλείου έγραψε στο ηλεκτρονικό περιοδικό «Αναγνώστης» άρθρο με τίτλο: «Αργύρης Χιόνης, η πεζογραφία ενός ξεχωριστού ποιητή»).
2. Η λιτότητα στον λόγο. Λείπει οτιδήποτε περιττό. Συνήθως ο ποιητής ή ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ρήμα και ουσιαστικό, όχι κοσμητικά επίθετα ή σχήματα λόγου, εκτός κι αν κάποιο σχήμα λόγου, κυρίως η μεταφορά, είναι απαραίτητα για να δώσει περισσότερο ρεαλιστική την απεικόνιση. Δες π.χ. τη μεταφορά «σκουριασμένες πέτρες» από το ποίημα του Γ. Σεφέρη, «Επί ασπαλάθων».
3. Η αμεσότητα. Τα μικροδιηγήματα, όπως και τα ποιήματα, αγγίζουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, δημιουργούν εικόνες στο μυαλό του, παράγουν συναισθήματα και ιδέες. Π.χ. ο στίχος του Ελύτη, «Οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων» από το «Άξιον εστί». Η μεταφορική χρήση του ρήματος «Οξειδώθηκα» μάς μεταφέρει όλες τις αρνητικές εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου, που δεν ξέρω αν με λόγια μπορούμε να την αναλύσουμε ή είναι προτιμότερο να την αφήσουμε να μας διαπεράσει.
Αλλά και οι στίχοι του Α. Εμπειρίκου:
«Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες.
Όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει.
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ».
Θα προσέθετα ότι και τα γκράφιτι στους τοίχους, μερικά ομολογουμένως πολύ επιτυχημένα, έχουν την ίδια άμεση επίδραση στον νου και την ψυχή μας. Ένα τέτοιο, μόνο τέσσερις λέξεις: «Έγχρωμη TV, ασπρόμαυρη ζωή» είναι μια σύντομη κοινωνιολογική ανάλυση, άμεσα επιδραστική.
4. Η πυκνότητα των νοημάτων. Και τα δυο, ποιήματα και μικροδιηγήματα, απαιτούν ωριμότητα από τον γράφοντα, κατασταλαγμένες σκέψεις ως διήθημα επιμέρους εμπειριών, από τις οποίες ο γράφων απέβαλε όλα τα δευτερεύοντα (χρόνο, τόπο, πρόσωπα, δράση κ.λπ.)· έχει φτάσει σε μια πρώτη ιδέα, μια σκέψη που είναι ο πυρήνας, η γενεσιουργός αιτία που γέννησε το ποίημα ή το μικροδιήγημα. Μπορεί να υπάρχουν και άλλες επιμέρους ιδέες ή σκέψεις. Βασική είναι αυτή που θα ονομάζαμε κεντρική ιδέα και γεννά σε μας άλλες ιδέες και εικόνες, μπορεί και διαφορετικές στον καθένα μας, αν αφήσουμε την ψυχή μας και το μυαλό μας ελεύθερα.
Η πυκνότητα οδηγεί στο μικρό μέγεθος. Π.χ. «Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου» (Ανδρέα Εμπειρίκου, «Ο πλόκαμος της Αλταμίρας, 1936-1937»). Ένας στίχος αποτελούμενος από δύο ρήματα και δύο ουσιαστικά που γεννούν εικόνες, χρώματα, βλέμματα, λόγια και σκέψεις του ποιητή, δικές μας ή των διπλανών μας, άγγιγμα, ζεστασιά, ψυχική ηρεμία, συμφιλίωση, αλληλοβοήθεια και αλληλεγγύη και… χίλια δυο πράγματα περνούν από το μυαλό μας. Καθόλου δεν μας νοιάζει τι ακριβώς εννοούσε ο ποιητής.
5. Αρκετές φορές ποιήματα και μικροδιηγήματα έχουν ανατροπή. Το δεύτερο μέρος ανατρέπει αυτό που ως σκέψη και συναίσθημα μας δημιούργησε το πρώτο μέρος.
Όλα αυτά θα τα δούμε σε σχέση με ένα από τα πεζοποιήματα του Μιχάλη.
Παίρνω ως παράδειγμα το τελευταίο από αυτά, στη σελ. 83 της συλλογής. Τίτλος: «Οι φάροι».
«Μου αρέσουν οι φάροι.
Είχα κι έχω κι εγώ τέτοιους που έλαμψαν και λάμπουν για μένα.
Στις δυσκολίες κυρίως, εκεί είναι που χρειάζεται το φως τους.
Θα ήθελα να γίνω κι εγώ κάποτε φάρος.
Για να ’χω γύρω μου βαρκάκια με πανάκι στο γιαλό και αργότερα
περήφανα βαπόρια να τα θωρώ και να καμαρώνω.
Εγώ ο φάρος».
«Μου αρέσουν οι φάροι», διαβάζουμε στην αρχή. Ο ποιητής κυριολεκτεί. Σε πολλούς ανθρώπους, και όχι μόνο καλλιτέχνες, αρέσουν κυριολεκτικά οι φάροι, σε ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, και φυσικά στους ναυτικούς. Τους φάρους διαφορετικά θα τους δει ο καπετάνιος ενός πλοίου που ταξιδεύει, και μάλιστα με θαλασσοταραχή, διαφορετικά ο μοναχικός φαροφύλακας, ο ναυαγός που ψάχνει με αγωνία και φόβο την ακτή, ο ιστορικός που θέλει να καταγράψει την ιστορία ενός φάρου σε έναν συγκεκριμένο τόπο κ.ο.κ. Η φαντασία μας πλάθει διάφορες ιστορίες και έρχονται στο μυαλό μας βιβλία που διαβάσαμε σχετικά με ναυάγια ή ταινίες σχετικές με τους μεγάλους θαλασσοπόρους…
Ο ποιητής πράγματι κυριολεκτεί; Διαβάζουμε τους επόμενους δύο στίχους: «Είχα κι έχω κι εγώ τέτοιους που έλαμψαν και λάμπουν για μένα. / Στις δυσκολίες κυρίως, εκεί είναι που χρειάζεται το φως τους». Εδώ ο φάρος πήρε πια τη μεταφορική του σημασία κι έρχονται στο μυαλό μας ο έφηβος και το ίνδαλμά του, ο «φάρος» του, που έριξε φως στον δρόμο του, τον βοήθησε στις δυσκολίες του, τον επηρέασε με τον λόγο του και με το παράδειγμά του.
«Θα ήθελα να γίνω κι εγώ κάποτε φάρος. / Για να ’χω γύρω μου βαρκάκια με πανάκι στο γιαλό και αργότερα / περήφανα βαπόρια να τα θωρώ και να καμαρώνω». Ο έφηβος έχει μεγαλώσει, εδώ έχουμε τον ώριμο άντρα και την επιθυμία του: να γίνει «φάρος» για τους άλλους, ιδίως για τους μικρούς μαθητές του και από άλλη γωνία πια να καμαρώνει που τα βαρκάκια έγιναν τώρα βαπόρια περήφανα. Πήραν το τιμόνι της ζωής τους στα χέρια τους, ανέλαβαν ευθύνες, έχοντας, ίσως, ως οδηγό, ως ίνδαλμα και «φάρο» τους αυτόν. «Εγώ ο φάρος».
Ο ποιητής, χρησιμοποιώντας τη λέξη «φάρος», μας μεταφέρει πια στον κόσμο των ιδεών, των συναισθημάτων και των εικόνων. Ο φάρος με το φως του διώχνει το σκοτάδι, διώχνει τον φόβο από πιθανούς άγνωστους κινδύνους, γεννά την αισιοδοξία και την ελπίδα. Κι εδώ μπορεί ο καθένας να δει διαφορετικά τον «φάρο». Να δει π.χ. την αισιοδοξία και την ελπίδα που φέρνει το φως, και μάλιστα όταν διασχίζει το σκοτάδι. Μπορεί να δει έναν δρόμο για να πορευτεί στη ζωή του ή έναν άνθρωπο που, με το παράδειγμά του, τον έκανε κι αυτόν «Άνθρωπο», αλλά και μία σκέψη που φέρνει θλίψη: αυτά όσο τα ανθρωπιστικά ιδεώδη κινούν τον κόσμο…
Διαφορετικός ο χρόνος, διαφορετικό το συναίσθημα, διαφορετικός ο στόχος. Η επιθυμία να γίνει «ο φάρος» είναι θεμιτή, κυρίως για έναν εκπαιδευτικό. Και έναν από τους μαθητές του σε κάθε τάξη να καταφέρει να επηρεάσει προς το καλό –αυτό σημαίνει να ανοίξει τους ορίζοντές του, να τον οδηγήσει σε μια διαρκή αναζήτηση μέσα από μια διαρκή αμφισβήτηση– είναι κέρδος. Και για τον ίδιο: η επιθυμία να κάνει τα βαρκάκια βαπόρια τού δίνει δύναμη και ώθηση.
Ο ποιητής, χρησιμοποιώντας τη λέξη “φάρος”, μας μεταφέρει πια στον κόσμο των ιδεών, των συναισθημάτων και των εικόνων. Ο φάρος με το φως του διώχνει το σκοτάδι, διώχνει τον φόβο από πιθανούς άγνωστους κινδύνους, γεννά την αισιοδοξία και την ελπίδα. Κι εδώ μπορεί ο καθένας να δει διαφορετικά τον “φάρο”. Να δει π.χ. την αισιοδοξία και την ελπίδα που φέρνει το φως, και μάλιστα όταν διασχίζει το σκοτάδι. Μπορεί να δει έναν δρόμο για να πορευτεί στη ζωή του ή έναν άνθρωπο που, με το παράδειγμά του, τον έκανε κι αυτόν “Άνθρωπο”, αλλά και μία σκέψη που φέρνει θλίψη: αυτά όσο τα ανθρωπιστικά ιδεώδη κινούν τον κόσμο…
Δεν υπάρχει ανατροπή εδώ, αλλά αλλαγή του χρόνου, διαφοροποίηση στην ηλικία του γράφοντος: νεαρός έφηβος – ώριμος άνδρας. Τα λόγια και οι επιθυμίες του είναι αποτέλεσμα εμπειριών και ωριμότητας.
Στα ποιήματα του Μιχ. Μελαχροινούδη βρίσκουμε τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε. Πρώτα πρώτα η στίξη (δες και τις σελ. 58, τίτλος «Θρύμματα» και 59, τίτλος «Η αλληλεγγύη κι εγώ»). Επίσης, το ότι τα κείμενα γεννούν πολλές εικόνες και συναισθήματα (δες και σελ. 46, τίτλος «Εξιτήριο») και το ότι υπάρχει μια λιτότητα στα εκφραστικά του μέσα (δες πάλι τη σελ. 46).
Το ποίημα «Οι φάροι» μου θύμισαν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Rachid Benzine, «Ο βιβλιοπώλης της Γάζας»: Μιλά για τον αγαπημένο του παλαιστίνιο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, που δίδασκε Λογοτεχνία και κυρίως ποίηση.
«Ήταν η περηφάνια μας, ο ήρωάς μας, η φωνή του λαού μας. Οι φοιτητές συνωστίζονταν για μια θέση στο μάθημά του. Υπήρχε πλήθος νέων γύρω από το αμφιθέατρο, ορισμένοι περίμεναν καρτερικά για ώρες στον διάδρομο προκειμένου να βρεθούν κοντά, πολύ κοντά στον ποιητή. Ρουφούσαμε τα λόγια του. Ήταν ο φάρος μας. Το φως των ημερών που περάσαμε στην Αίγυπτο».
Εύχομαι σε όλους τους εκπαιδευτικούς, σε όλους τους γονείς, αλλά και σε άλλους να γίνουν «φάροι» για τα παιδιά τους, αλλά στην εποχή της τεχνολογίας, τα ρομπότ και η τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να γίνουν οι «φάροι» μας; Και μετά από αυτό, ένα σωρό ερωτήματα και σκέψεις…
*Η Φρειδερίκη Φαντίδου-Σιδηροπούλου είναι φιλόλογος – συγγραφέας, μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Μελαχροινούδη, «Σύσσωμος» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2024), που διοργανώθηκε από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, τη Λέσχη Ανάγνωσης Φίλων, Εθελοντών και Εργαζομένων του «Θεαγενείου» Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης και το βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στον χώρο του βιβλιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη, την Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026.
Βλ. σχετικό ρεπορτάζ ΕΔΩ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
