«Ουρες»: Μια αλληγορικη καταδυση στον κοσμο του υγρου φαντασιακου
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Η συλλογή «Ουρές» του Γιάννη Πάσχου, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις Περισπωμένη, συνιστά μία από τις πιο ιδιότυπες και γοητευτικά απροσδιόριστες προτάσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, η οποία χρήζει νέων μορφών αφήγησης που επιδιώκουν να συγκεράσουν σε υβριδικά κείμενα αταίριαστα είδη, όπως για παράδειγμα την επιστημονική γνώση με τη φαντασία και τη μυθολογία με τη σύγχρονη εμπειρία. Ο Γιάννης Πάσχος, λοιπόν, ενώ φαινομενικά αντλεί το υλικό του από τον κόσμο της θαλάσσιας ζωής (που η επιστημοσύνη του τού το επιτρέπει), στην ουσία οικοδομεί ένα πολυεπίπεδο σύστημα αλληγορίας, στο πλαίσιο του οποίου οι πρωταγωνιστές του, τα ψάρια, λειτουργούν ως φορείς ψυχικών, υπαρξιακών και κοινωνικών καταστάσεων. Πρόκειται, επομένως, για μια ιδιαίτερη συλλογή κειμένων, που κινείται ανάμεσα στο διήγημα, το λογοτεχνικό δοκίμιο και τη φιλοσοφική αλληγορία, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η επιστήμη και η μυθοπλασία συνυπάρχουν δημιουργικά.
Κι ο λόγος του είναι εξίσου ιδιόμορφος: ταλαντεύεται ανάμεσα στην ποιητικότητα και την επιστημοσύνη, δημιουργώντας ένα ύφος άλλοτε σατιρικό κι άλλοτε στοχαστικά ποιητικό, που μοιάζει να παρωδεί τη βεβαιότητα της γνώσης, χωρίς ποτέ να την απορρίπτει. Οι πληροφορίες που ενσωματώνονται στα κείμενα, συχνά βιολογικές ή εγκυκλοπαιδικές, δεν λειτουργούν ως απλή τεκμηρίωση, αλλά ως αφηγηματικό εργαλείο. Η επιστήμη μετατρέπεται σε αφήγηση και η αφήγηση με τη σειρά της σε έναν λεπτό μηχανισμό ειρωνείας. Έτσι, ο συγγραφέας κατορθώνει να διαμορφώσει έναν λόγο που είναι ταυτόχρονα τόσο σοβαρός και παιγνιώδης όσο ακριβής και υπαινικτικός.
Το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά αυτόνομων αλλά θεματικά συνδεδεμένων κειμένων. Κάθε κεφάλαιο, που σπάνια ξεπερνά τις δυο σελίδες, φτάνοντας ακόμα και στα όρια του “flash fiction”, περιστρέφεται γύρω από ένα θαλάσσιο πλάσμα ή ένα «ψάρι» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Τίτλοι όπως «Το ψάρι του Διονύσου», «Η σουπιά», «Η ζαργάνα» κ.ά. λειτουργούν ως αφετηρίες για αφηγήσεις που εκκινούν από τη βιολογία αλλά καταλήγουν σε φιλοσοφικές ή κοινωνικές παρατηρήσεις. Ο συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο που τα υδρόβια όντα αποκτούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, συναισθήματα και συμπεριφορές, και γίνονται φορείς ατομικών ή κοινωνικών παθών, αμφιβολιών, επιθυμιών και αντιφάσεων.
Ο κόσμος των ψαριών ως αλληγορία
Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται η αλληγορία. Ωστόσο, σε αντίθεση με την παραδοσιακή αλληγορική γραφή –από τον Αίσωπο μέχρι τις νεότερες πολιτικές αλληγορίες–, ο Πάσχος αποφεύγει την ευθύγραμμη αντιστοίχιση σημαίνοντος και σημαινόμενου. Τα ψάρια των «Ουρών» δεν «σημαίνουν» κάτι με σταθερό τρόπο∙ μάλλον υποδηλώνουν, υπαινίσσονται, διαφεύγουν. Τα πλάσματα του βυθού παρουσιάζονται ως φορείς έντονων συναισθημάτων και διονυσιακής ενέργειας, ενώ οι ιστορίες τους ανατρέπουν την καθημερινή πραγματικότητα. Στο υδάτινο αυτό σύμπαν του συγγραφέα συναθροίζονται παράξενα και εξωτικά όντα, που αναδύονται από τη μνήμη και τη φαντασία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται απρόσμενα ανταμώματα στον «βυθό των ωκεανών και στα ρηχά της θλίψης».Ο Πάσχος αξιοποιεί το υδάτινο περιβάλλον ως μεταφορά για την ανθρώπινη ύπαρξη. Όπως τα ψάρια κινούνται σε έναν κόσμο που για τον άνθρωπο είναι αόρατος, έτσι και οι άνθρωποι ζουν συχνά μέσα σε αόρατα συναισθηματικά και κοινωνικά βάθη. Η θάλασσα, επομένως, στις «Ουρές» λειτουργεί ως συμβολικός χώρος ελευθερίας αλλά και μυστηρίου.
Η ψυχαναλυτική διάσταση του έργου
Ο βυθός, ως κατεξοχήν τόπος των ψαριών, δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός χώρος, αλλά μια μεταφορά του ασυνείδητου. Στη θεωρητική του διάσταση, ο βυθός συνδέεται στενά με το ασυνείδητο, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον Φρόιντ και αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Γιουνγκ. Στη λογοτεχνία, πάλι, ο βυθός λειτουργεί ως χώρος κατάδυσης και ανακάλυψης, αλλά και ως πεδίο κινδύνου. Από τις θαλάσσιες αφηγήσεις του Έντγκαρ Πόε έως τις εσωτερικές, σχεδόν εφιαλτικές, τοπιογραφίες του Κάφκα, η κάθοδος στο «κάτω» συνιστά συνήθως μια πορεία προς το άγνωστο του εαυτού μας. Ο βυθός, επομένως, γίνεται μια διαδικασία: η σταδιακή απογύμνωση της επιφάνειας και η αποκάλυψη του κρυμμένου. Και τα πλάσματα που τον κατοικούν μοιάζουν να αναδύονται από αυτό το σκοτεινό, άρρητο πεδίο της εμπειρίας, εκεί που κατοικούν οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι μνήμες που ακόμα δυστυχώς αποσιωπώνται. Σε αυτό το πλαίσιο, οι «Ουρές» μπορούν να διαβαστούν ως μια σύγχρονη «χαρτογράφηση του βυθού»: κάθε ιστορία φέρνει στην επιφάνεια ένα θραύσμα του εσωτερικού κόσμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το έργο του Πάσχου εντάσσεται σε μια ευρύτερη λογοτεχνική παράδοση.
Ιδιαίτερη σημασία όμως έχει και το ύφος της αφήγησης. Παρά τη θεματική πυκνότητα, τα κείμενα χαρακτηρίζονται από μια αξιοσημείωτη διαύγεια. Ο λόγος είναι καθαρός, σχεδόν διάφανος, σαν την επιφάνεια του νερού, ενώ ακριβώς κάτω από αυτήν τη λεκτική καθαρότητα κρύβεται η σκοτεινιά του βυθού. Αυτή η αντίθεση μεταξύ επιφάνειας και βάθους αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα αισθητικά επιτεύγματα της συλλογής. Ο αναγνώστης συνομιλεί με το κείμενο χωρίς δυσκολία, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σύμπλεγμα νοημάτων που απαιτούν την ενεργή διανοητική συμμετοχή του.
Παράλληλα, το χιούμορ διατρέχει υπόγεια τα διηγήματα. Ένα χιούμορ λεπτό, συχνά ειρωνικό, που δεν αποδυναμώνει όμως το βάθος, αντίθετα το ενισχύει. Ο συγγραφέας, αποδομώντας τα στερεότυπα και σχολιάζοντας την ανθρώπινη συμπεριφορά, φαίνεται να μειδιά απέναντι στους ήρωές του (και κατ’ επέκταση απέναντι στον άνθρωπο), χωρίς όμως να τους ακυρώνει. Μέσα από τις ιστορίες των ψαριών ο αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει και να παραδεχτεί κομμάτια του δικού του εαυτού.
Διακειμενικές επιρροές
Η φράση από το οπισθόφυλλο του βιβλίου «Μοναδικά υδρόβια όντα στον κοινόχρηστο χώρο του Κάφκα, του Σαχτούρη, του Λευκάδιου Χερν και του Έντγκαρ Άλλαν Πόε» λειτουργεί ως ένα ποιητικό και διακειμενικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο το βιβλίο συνομιλεί με διαφορετικές λογοτεχνικές παραδόσεις. Δεν πρόκειται για κυριολεκτική σύγκριση, αλλά για έναν συμβολικό «χώρο συνάντησης», όπου συγκλίνουν σημαντικές συγγραφικές ευαισθησίες.
Στο έργο του Πάσχου διακρίνει κανείς επιρροές από σημαντικές μορφές της παγκόσμιας κι ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Κάφκα, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Λευκάδιος Χερν, ο Μίλτος Σαχτούρης αλλά κι ο Μπωντλαίρ, ο Γιώργης Παυλόπουλος, ο Μπόρχες, ο Όμηρος και ο Οβίδιος μέχρι κι ο Μάρκους Πφίστερ παρελαύνουν σε αυτόν τον «κοινόχρηστο χώρο», όπου αναμετρώνται το καφκικό παράλογο, η γοτθική σκοτεινότητα του Πόε, η υπερρεαλιστική εικόνα του Σαχτούρη και η μυθολογική αφήγηση του Χερν.
Μα το διακείμενο δεν σταματά εκεί. Ακόμα και τα σχέδια του Νίκου Καλαϊτζάκη που κοσμούν την έκδοση δεν λειτουργούν απλώς ως εικονογράφηση του βιβλίου, αλλά ως οπτική προέκταση του αφηγηματικού σύμπαντος των διηγημάτων του Γιάννη Πάσχου. Μέσα από υβριδικές μορφές, συμμετρικές συνθέσεις και σκηνές όπου το ανθρώπινο και το θαλάσσιο στοιχείο συγχέονται, τα σχέδια αποτυπώνουν εικαστικά αυτό που τα κείμενα υπαινίσσονται: τον βυθό ως χώρο ψυχικής έντασης, επιθυμίας και εγκλωβισμού. Οι φιγούρες που αναδύονται ή παγιδεύονται, τα αγκίστρια, οι κύκλοι και οι σιωπηλές συναντήσεις με το άγνωστο λειτουργούν ως σύμβολα των ίδιων υπόγειων δυνάμεων που κινούν τα διηγήματα. Έτσι, εικόνα και λόγος συγκροτούν ένα ενιαίο ερμηνευτικό πεδίο, όπου ο αναγνώστης δεν διαβάζει μόνο, αλλά και «βλέπει» τον βυθό του βιβλίου να παίρνει μορφή.
Τέλος, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η βαθιά ερωτική διάσταση του έργου. Ο έρωτας στις «Ουρές» δεν εμφανίζεται ως ρομαντική εξιδανίκευση, αλλά ως δύναμη ενστικτώδη, σχεδόν βιολογική, που κινεί τα όντα –ανθρώπινα και μη– προς αυτό που τα έλκει, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται κίνδυνο ή απώλεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιθυμία παρουσιάζεται διττή: δημιουργική και καταστροφική, ζωτική και παγιδευτική.
Συνολικά, οι «Ουρές» μπορούν να διαβαστούν ως ένα σύγχρονο «θαλάσσιο bestiary»[1] – όχι με τη μεσαιωνική έννοια της ταξινόμησης, αλλά ως μια ποιητική και στοχαστική καταγραφή μορφών του ανθρώπινου ψυχισμού. Τα ψάρια του Πάσχου δεν ανήκουν απλώς στη θάλασσα· ανήκουν σε εκείνο το βαθύτερο στρώμα εμπειρίας όπου το πραγματικό, το φανταστικό και το συμβολικό συνυπάρχουν.
Κι έτσι κι ο τίτλος του βιβλίου αποδεικνύεται τελικά πολυσήμαντος αλλά και βαθιά ειρωνικός. Γιατί δεν αναφέρεται μόνο κυριολεκτικά στις ουρές των ψαριών, αλλά και σε ό,τι μένει πίσω, σε εκείνα τα ίχνη της δαημοσύνης που δεν αποκτιέται ποτέ πλήρως. Κάθε διήγημα μοιάζει σαν μια απόληξη της σκέψης, της επιθυμίας ή της μνήμης που συνεχίζει να κινείται «ουριαία» ακόμη και μετά το τέλος της αφήγησης. Κι έτσι μέσα από αυτό το πρίσμα, οι ιστορίες του βιβλίου δεν κλείνουν, αντιθέτως παραμένουν ανεξιχνίαστες, όπως ο ίδιος ο βυθός που τις γεννά, κι ο αναγνώστης καλείται όχι να βρει οριστικές απαντήσεις, αλλά να παραμείνει μέσα στην κίνηση της πολλαπλής σηματοδότησης. Οι «Ουρές» είναι ένα βιβλίο που αφήνει πίσω του ίχνη, τα οποία συνεχίζουν να μας ακολουθούν για καιρό αφού το κλείσουμε.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
[1] Bestiary= (μέσος 19ος αι.: bestiary < μεσαιωνικά λατινικά: bestiarium < λατινικά: bestia=θηρίο, κτήνος τέρας), ουσιαστικό, τερατολόγιο, κτηνολόγιο, βιβλίο των τεράτων, εγχειρίδιο των μεταφυσικών θηρίων [el.wiktionary.org]. Ο όρος bestiary προέρχεται από τη μεσαιωνική ευρωπαϊκή παράδοση. Ένα bestiary ήταν ένα βιβλίο που περιείχε: περιγραφές ζώων (πραγματικών ή φανταστικών) και κυρίως ηθικές ή συμβολικές ερμηνείες τους.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
