Απο το Κοζουλτζια στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η οικογενεια του Κωνσταντινου Παυλιδη

Στα σοκάκια της μνήμης…

Μαρτυρία αείμνηστου Σωτηρίου Παυλίδη

[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε από τους πρόσφυγες παππούδες της στο ακριτικό Ορμένιο ν. Έβρου, όπου εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με την αγροτική ζωή και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).

Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να καταγράψει την ιστορία προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου. Στο παρόν κείμενό της, παρουσιάζει την οικογένεια του Κωνσταντίνου Παυλίδη, που εγκατέλειψε το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκε στο Ορμένιο.

Η αφήγηση που ακολουθεί είναι του αείμνηστου γιου του Κωνσταντίνου, Σωτηρίου Παυλίδη, όπως τη διέσωσε η κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου. Από το οικογενειακό τους αρχείο προέρχεται επίσης και το φωτογραφικό υλικό που συνοδεύσει τη μαρτυρία του.]

Μέχρι και το 1931 οικογένειες από το Κόζουλτζια έρχονταν ακόμα στο χωριό. Το τελωνείο ήταν πίσω από τον σημερινό σιδηροδρομικό σταθμό. Για να εκδοθούν τα απαραίτητα έγγραφα μετακίνησης, έπρεπε ο αρχηγός της κάθε οικογένειας να πάει στη Σόφια, για να βγάλει διαβατήρια. Έτσι και ο μπαμπάς μου Κωσταντίνος πήγε στη Σόφια, έβγαλε διαβατήριο για αυτόν, για τη δύο χρονών κόρη του Χρυσώ, την έγκυο μάνα μου και τη γιαγιά μου Κάλλιω, τη μάνα του δηλαδή. Η μάνα μου όμως με γέννησε στο Κόζουλτζια, πριν προλάβουν να φύγουν κι έτσι με βάφτισαν εκεί και πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς. Άνθρωποι και ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο αυτό ταξίδι.

Όταν έφτασαν στο τελωνείο και έδωσαν τα έγγραφα για έλεγχο, εντοπίστηκε ένα μεγάλο πρόβλημα. Για το μωρό, για μένα δηλαδή, δεν υπήρχαν ταξιδιωτικά έγγραφα. Χωρίς να έχω διαβατήριο, δεν μπορούσαν να με πάρουν μαζί τους στην Ελλάδα. Έτσι, ο μπαμπάς μου μας άφησε στα σύνορα και έφυγε να πάει στη Σόφια, για να βγάλει διαβατήριο για εμένα. Έναν μήνα η οικογένειά μου τον περίμενε να επιστρέψει, για να περάσουμε πια στο ελληνικό έδαφος. Έναν μήνα η γιαγιά μου  Κάλλιω με τη μάνα μου Γιαννούλα φρόντιζαν τη Χρυσώ, εμένα και τα ζώα λίγα μέτρα μακριά από τους συγγενείς μας, που δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν καμία βοήθεια.

Όταν επιτέλους ο μπαμπάς μου γύρισε, περάσαμε στην Ελλάδα και εγκατασταθήκαμε στο Ορμένιο. Ο μπαμπάς μου στο χωριό πήρε αγροτικό κλήρο το 1932, μα δεν ήταν ευχαριστημένος. Κάποιοι που κατάγονταν από το Κόζουλτζια είχαν εγκατασταθεί στο Μπουργκάζ (Πύργος Ορεστιάδας) κι έτσι αποφάσισε να πάει και αυτός εκεί με την οικογένειά μας. Παραιτήθηκε, λοιπόν, από τον αγροτικό κλήρο που είχε πάρει, μάζεψε τα λιγοστά υπάρχοντά μας και ξεκινήσαμε για το Μπουργκάζ. Όμως, ούτε εκεί του άρεσε. Στο Μπουργκάζ δεν είχε δένδρα για να κόβει ξύλα, με αποτέλεσμα και στους φούρνους και στη σόμπα να ρίχνουν αποξηραμένες κοπριές. Τόπος χωρίς ξύλα; Tι τόπος είναι αυτός; Στο Κόζουλτζια είχαν τόσα ξύλα που τα έκοβαν και τα πουλούσαν σε μεγάλες πόλεις. Από αυτό το επάγγελμα ζούσαν. Ο πατέρας μου με τα αδέρφια του ήταν ξυλοκόποι και έμποροι συνάμα, καθώς πουλούσαν την ξυλεία τους μέχρι το Χάσκοβο. Μια μέρα όμως, όπως έκοβαν τα ξύλα, τον χτύπησε ένα μεγάλο κλαδί, το οποίο είχε κόψει ο ένας του αδερφός, και τον τραυμάτισε.

Στο μεταξύ, η γιαγιά μου Κάλλιω πήγε και έζησε με τα αδέρφια του μπαμπά μου, τις συννυφάδες της και τα παιδιά τους. Καθημερινά έψηνε όλη μέρα ψωμί, για να χορταίνουν όλοι. Δεν είχαν φούρνους τότε, ούτε σόμπες. Ο φούρνος τους ήταν μέσα στο χώμα και έψηναν ένα ένα τα ψωμιά. Χήρα ήρθε στο Ορμένιο με την οικογένειά μας, μιας και τότε τα αγόρια φρόντιζαν τους γονείς τους.

Ο μπαμπάς μου, αφού δεν του άρεσε τελικά στο Μπουργκάς, πήρε πάλι την οικογένειά μας, τα ζώα και τα λιγοστά υπάρχοντά μας και επέστρεψε στο Ορμένιο. Τα χωράφια που είχε πάρει και από τα οποία είχε παραιτηθεί είχαν δοθεί σε άλλον κληρούχο. Έπρεπε να περιμένει έτσι την επόμενη διανομή χωραφιών. Αυτή έγινε το 1955, οπότε και μαζί πήραμε αγροτικό κλήρο. 

Η αδερφή μου, η Χρυσώ, παντρεύτηκε τον Βασίλη, έζησε δύσκολα χρόνια μαζί του, αλλά απέκτησαν ένα αγόρι. Μετανάστευσαν για λίγα χρόνια και επέστρεψαν πίσω. Εγώ παντρεύτηκα με τη Μαρίγκια. Και μεις πήγαμε στη Γερμανία για λίγα χρόνια και αποκτήσαμε δυο παιδιά, την Αννούλα και τον Κώστα, που παντρεύτηκαν και ζουν στη Γερμανία. Η Μαρίκα, η μικρότερη αδερφή μας, που γεννήθηκε στο Ορμένιο, παντρεύτηκε δύο φορές. Σε μεγάλη ηλικία παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιώργη, που είχε μείνει χήρος με δύο παιδιά. Μαζί απέκτησαν τον Κώστα, που πήγε και αυτός στη Γερμανία με το νέο κύμα μετανάστευσης τη δεκαετία του 2010.

Ο μπαμπάς μου ήταν δύσκολος χαρακτήρας. Μας δημιουργούσε πολλά προβλήματα. Η μάνα μου, όμως, μας έλεγε: «Κάντε, παιδιά μου, υπομονή. Η υπομονή κερδίζει τα πάντα». Η γιαγιά μου Κάλλιω, αδερφή του παππού Δήμου, πέθανε σε ηλικία 100 χρονών. Δίπλα δίπλα ήταν τα οικόπεδά μας. Λίγο παραπέρα, ήταν και τα σπίτια των θυγατέρων της γιαγιάς μου. Ο μπαμπάς μου ήταν μικρότερος από τις αδερφές του. Έζησαν μονιασμένοι όλοι τους. Τότε τα σό(γ)ια ήταν πολύ δεμένα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.