Η μουσικη μετα το “play”: ανθρωποι, αλγοριθμοι και εμπειριες του Κωνσταντινου Κασαρα

—«Η μουσική είναι παντού. Μας αφορά όλους. Μας επηρεάζει όλους και μας διαμορφώνει»

—«Νομίζω ότι η μουσική διαμορφώνει ακόμα lifestyle»

Της Χρύσας Κιατίπη

Σε μια εποχή υπερπροσφοράς και αδιάκοπης ροής περιεχομένου, η μουσική ακούγεται περισσότερο από ποτέ, αλλά βιώνεται διαφορετικά. Από τον δίσκο ως ενιαίο έργο τέχνης μέχρι το τραγούδι των αλγορίθμων, η κατανάλωση μουσικής αποτυπώνει τις κοινωνικές μας επιλογές, τις ταυτότητες που υιοθετούμε και τους μηχανισμούς που διαμορφώνουν το γούστο μας.

Η μονογραφία με τίτλο «Καταναλωτική κουλτούρα και συμπεριφορά: Η περίπτωση της μουσικής βιομηχανίας» του Κωνσταντίνου Β. Κασάρα, από τις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης», εξετάζει τη μουσική ως πολιτισμικό αγαθό και κοινωνική πρακτική, φωτίζοντας συνάμα τις μεταβολές που έφερε η ψηφιακή εποχή. Με αφετηρία τη θεωρία και την εμπειρική έρευνα, το βιβλίο θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο ελεύθερες είναι τελικά οι επιλογές μας όταν πατάμε “play”; Ο συγγραφέας μιλά στο «Εμπρός» για τη μουσική βιομηχανία, τους αλγορίθμους και το πόσο ελεύθερες είναι σήμερα οι ακουστικές μας αποφάσεις.

Κωνσταντίνος Κασάρας, «Η μεταπολεμική κοινωνία δομείται όλο και περισσότερο γύρω από πρακτικές κατανάλωσης»

Χ.Κ.: Τι σας ώθησε να ασχοληθείτε με την καταναλωτική κουλτούρα ως αντικείμενο έρευνας;

Κ.Κ.: Αρχικά, η εσωτερική μου ανάγκη να καταλάβω τον εαυτό μου. Να κατανοήσω τι με ωθεί όταν παίρνω μια απόφαση – ποιοι αυτοματισμοί λειτουργούν. Σίγουρα, αυτή μου η ανάγκη είναι και αποτέλεσμα των σπουδών μου. Πιστεύω ότι η ανάγκη μας για ένταξη σε ένα κοινωνικό σύνολο οδηγεί στη μίμηση, που εκδηλώνεται μέσω της κατανάλωσης. Αυτό, άλλωστε, το υποστήριξαν αρκετοί μεταπολεμικοί θεωρητικοί, όπως οι Giddens, Beck, Bauman κ.λπ., ότι δηλαδή η μεταπολεμική κοινωνία δομείται όλο και περισσότερο γύρω από πρακτικές κατανάλωσης. Ο Galbraith (1958) έφθασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι η ιδιωτική κατανάλωση υπερδιογκώνεται και γίνεται κεντρικός σκοπός της οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής.

Χ.Κ.: Γιατί επιλέξατε τη μουσική βιομηχανία ως μελέτη περίπτωσης; Πώς συνδέεται η προσωπική σας σχέση με τη μουσική με την ακαδημαϊκή σας έρευνα;

Κ.Κ.: Η μουσική, για εμένα, είναι σαν ένα καιρικό φαινόμενο πάνω από το κεφάλι μου. Άλλοτε συννεφιά, άλλοτε βροχή και άλλοτε ήλιος – αλλά πάντα εκεί, δίπλα μου. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με πικάπ και δίσκους της μητέρας μου να παίζουν, και τους γονείς μου να τραγουδούν. Η εκμάθηση και η προσωπική ενασχόληση με τη μουσική ήταν μονόδρομος. Απλά ήθελα πάντα να έχω μια ερασιτεχνική σχέση, μια σχέση με μεράκι και όχι να γίνει εξάρτηση για την επιβίωση. Κάποια πράγματα δεν θες να τα μολύνεις.

Όταν ήρθε η σκέψη να κάνω διδακτορικό –που ήταν μια σκέψη για να γλιτώσω την ψυχή μου από ένα προσωπικό δράμα από το οποίο έβγαινα–, η μουσική μαζί με τις προγενέστερες σπουδές μου κόλλησαν. Σε αυτό έπαιξε ρόλο και ο επιβλέπων καθηγητής μου, Γιώργος-Μιχαήλ Κλήμης από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, που είναι «άρρωστος» μουσικόφιλος και δισκογραφημένος μουσικός.

«Ως κοινωνικός επιστήμονας πιστεύω πολύ στη δύναμη της συμμόρφωσης με το σύνολο και αυτό ήθελα να μελετήσω»

Χ.Κ.: Ποιες επιστημονικές επιρροές διαμόρφωσαν τη σκέψη σας κατά τη συγγραφή της μονογραφίας;

Κ.Κ.: Ήθελα να συγκεντρώσω όλο το υλικό μου που δεν χώρεσε στο διδακτορικό, μαζί με όσα έγραψα στην πορεία, γιατί θεωρούσα ότι υπάρχει ένα νήμα που τα δένει. Η ιδέα της απόφασης, δηλαδή το πώς καταλήγουμε να αγοράσουμε κάτι ή να διατυπώσουμε μια προτίμηση/γούστο, ήταν κάτι που με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει ακόμα βέβαια. Ως κοινωνικός επιστήμονας πιστεύω πολύ στη δύναμη της συμμόρφωσης με το σύνολο και αυτό ήθελα να μελετήσω.

Χ.Κ.: Τι σημαίνει για εσάς η έκδοση της πρώτης σας μονογραφίας;

Κ.Κ.: Είναι μεγάλη υπόθεση. Για εμένα προσωπικά είναι πάρα πολύ σημαντικό να δημιουργώ. Ζώντας την καθημερινότητα του μέσου σύγχρονου εργαζόμενου με το οκτάωρο (και παραπάνω) και τις συμβάσεις της ζωής, το να κάνεις κάτι τέτοιο, πώς να το κάνουμε, έχει μια γοητεία. Τώρα, αν το βιβλίο φανεί χρήσιμο ή ενδιαφέρον σε κάποιους, τότε το project έχει και ένα επιπλέον νόημα.

Χ.Κ.: Πώς ορίζετε την έννοια της «καταναλωτικής κουλτούρας» στο βιβλίο σας;

Κ.Κ.: Θα έλεγα ότι η έννοια της καταναλωτικής κουλτούρας –όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ– απαντάται στην πρώτη σας ερώτηση. Είναι το lifestyle που επιλέγουμε, για να ενταχθούμε σε μια ομάδα ή υποκουλτούρα. Είναι ένας τρόπος κοινωνικοποίησης και ένταξης.

«Νομίζω ότι η μουσική άλλαξε από δύο παράγοντες: την πειρατεία και το YouTube»

Χ.Κ.: Ποιες βασικές αλλαγές εντοπίζετε στη συμπεριφορά των καταναλωτών μουσικής τις τελευταίες δεκαετίες;

Κ.Κ.: Τεράστιες. Παλαιότερα περιμέναμε τον νέο δίσκο, π.χ. του Bowie, για να καταλάβουμε σε ποια φάση βρίσκεται. Να κλέψουμε ένα κομμάτι από τη μαγεία του, να μάθουμε τους στίχους, τις σκέψεις του, μετέπειτα να μελετήσουμε τις συγχορδίες και την ενορχήστρωση που επέλεξε κ.λπ.

Νομίζω ότι η μουσική άλλαξε από δύο παράγοντες: την πειρατεία και το YouTube. Η πειρατεία έκανε πιο εύκολα τα πάντα. Υπήρξε υπερπροσφορά και ευκολία πρόσβασης στα μουσικά έργα, σε τέτοιον βαθμό, που δεν είχε καταγραφεί στο παρελθόν. Πράγμα καλό, πολύ καλό, από πολλές πλευρές, αλλά κάπου χάθηκε η μαγεία του να ακούς κάτι άπειρες φορές. Με την υπερπροσφορά χάσαμε στιγμές, μιας και έπρεπε να πάμε στον επόμενο δίσκο.

Το YouTube, από την άλλη, μας απομάκρυνε από τον δίσκο. Μείναμε στο τραγούδι. Χάθηκε η μαγεία του δίσκου ως έργο τέχνης – ως μια φάση ενός καλλιτέχνη ή ενός γκρουπ. Η περίσσεια ευκολία του YouTube έφερε επίσης και το μουσικό blending. Ο κόσμος άρχισε να ακούει τραγούδια και έπαψε να ακολουθεί μουσικές κοινότητες. Έπαψε να πηγαίνει στο δισκάδικο και να μαθαίνει από τους πωλητές και τους θαμώνες. Όλα έχουν γίνει αλγόριθμοι. Όμως, το να απαλλασσόμαστε από στεγανά δεν είναι απαραιτήτως κακό. Ούτε επίσης το να έχουμε προτάσεις από αλγορίθμους. Αυτό που προσωπικά με ενοχλεί είναι η απώλεια της αίσθησης ότι ένας δίσκος είναι ένα ενιαίο έργο τέχνης. Αυτό θεωρώ ότι έχει ευτελίσει κάπως τη μουσική. 

Χ.Κ.: Ποιον ρόλο παίζουν οι ψηφιακές πλατφόρμες στη διαμόρφωση νέων καταναλωτικών προτύπων;

Κ.Κ.: Νομίζω ότι η μουσική διαμορφώνει ακόμα lifestyle. Ίσως όχι στον βαθμό του παρελθόντος. Όμως, τα καταναλωτικά μας πρότυπα εξακολουθούν να ακολουθούν κάποιες κοινές διαδρομές με το παρελθόν. Οι ψηφιακές πλατφόρμες απλά αλλάζουν το μέσο.

Χ.Κ.: Πώς επηρεάζει η καταναλωτική κουλτούρα τη δημιουργικότητα των καλλιτεχνών;

Κ.Κ.: Η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν μπορώ να το απαντήσω με βεβαιότητα. Έχει να κάνει με τα υποκείμενα και το πλαίσιο δημιουργίας τους. Δεν θεωρώ ότι έχει αλλάξει κάτι σε σχέση με το παρελθόν, πλην του ότι πλέον δεν έχουμε τους megastars που είχαμε παλαιότερα. Το γιατί δεν τους έχουμε είναι μια άλλη κουβέντα, που δεν θεωρώ ότι έχει μεγάλη σχέση με την ποιότητα των έργων, αλλά σχετίζεται περισσότερο με τις επιλογές των πολιτιστικών βιομηχανιών.

Χ.Κ.: Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή της μονογραφίας;

Κ.Κ.: Αν και τα περισσότερα μέρη του κειμένου τα είχα ήδη από προηγούμενες φάσεις, το να τα ενώσεις και να αναδείξεις το νήμα που αναφέρω παραπάνω δεν ήταν εύκολο. Ελπίζω οι αναγνώστες να βρουν το βιβλίο ενδιαφέρον και να κατανοήσουν αυτήν τη νοητή γραμμή.

«Στο μέλλον, η μουσική θα είναι σαν το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα: διαθέσιμη όποτε τη χρειάζεσαι»

Χ.Κ.: Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στη θεωρία και την εμπειρική ανάλυση;

Κ.Κ.: Η εμπειρική ανάλυση προϋποθέτει την ύπαρξη θεωρητικού κεφαλαίου, αλλιώς δεν έχει ουσία και νόημα. Το να δοκιμάζεις τη θεωρία σε πειραματικό πεδίο είναι κάτι τρομερά ενδιαφέρον, ειδικά για τις κοινωνικές επιστήμες, που το πείραμα σπανίζει.

Χ.Κ.: Μπορεί η μουσική βιομηχανία να λειτουργήσει ως μοντέλο για άλλες πολιτισμικές βιομηχανίες;

Κ.Κ.: Η μουσική είναι παντού. Μας αφορά όλους. Μας επηρεάζει όλους και μας διαμορφώνει, οπότε, όσα περισσότερα αντιλαμβανόμαστε για το δημιουργικό πεδίο, αλλά και το επιχειρησιακό, τόσο περισσότερο μας βοηθούν στο να διαμορφώσουμε και άλλες πτυχές. Ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα για το πού βρισκόμαστε είναι το “The Future of Music” του Gerd Leonhard. Όπως υποστηρίζει, στο μέλλον, η μουσική θα είναι σαν το νερό και το ηλεκτρικό ρεύμα: διαθέσιμη όποτε τη χρειάζεσαι. Μπορείς να έχεις όση θέλεις και δεν θα χρειάζεται να πληρώνεις για τα τραγούδια. Θέλεις περισσότερη μουσική; Απλά ζήτα την και άκου την.

Χ.Κ.: Ποιο ερώτημα θα θέλατε να ανοίξει η μονογραφία σας στον δημόσιο διάλογο;

Κ.Κ.: Ξαναγυρίζω στο πρώτο ερώτημά σας. Πόσο τελικά είμαστε οι αποφάσεις μας;

—Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εμπρός» της Ξάνθης, με αφορμή τη νέα κυκλοφορία του βιβλίου του Κωνσταντίνου Κασάρα, «Καταναλωτική κουλτούρα και συμπεριφορά: Η περίπτωση της μουσικής βιομηχανίας» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2026). Ευχαριστούμε θερμά τη φιλόλογο και αρθρογράφο της εφημερίδας κ. Χρύσα Κιατίπη, καθώς και την εκδότρια της εφημερίδας κ. Ελένη Διαφωνίδου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.