«Εμ», μια λυρικη τοιχογραφια της βιετναμεζικης διασπορας

Κιμ Τούι, «Εμ», μετάφραση από τα γαλλικά Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2024, σ. 176.

Η συγγραφική πορεία της Κιμ Τούι

Η λογοτεχνική πορεία της Κιμ Τούι (Kim Thúy) είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία της βιετναμέζικης διασποράς και με την προσωπική της ιστορία ως παιδιού-πρόσφυγα μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Γεννημένη στο Σαϊγκόν το 1968 και εγκατεστημένη στον Καναδά από το 1979, η συγγραφέας ανέπτυξε ένα ιδιαίτερο ύφος γραφής, που συνδυάζει τη μνήμη, την ιστορία και την ποίηση της καθημερινότητας. Τα έργα της χαρακτηρίζονται από σύντομες, σχεδόν θραυσματικές αφηγήσεις, οι οποίες λειτουργούν σαν μικρά στιγμιότυπα μνήμης και συνθέτουν ένα ευρύτερο μωσαϊκό εμπειριών. Στο επίκεντρο των βιβλίων της βρίσκονται συχνά η προσφυγιά, η οικογένεια, η γυναικεία εμπειρία και η συνάντηση διαφορετικών πολιτισμών.

Το πρώτο της μυθιστόρημα, «Ru», που εκδόθηκε το 2009 στα γαλλικά, αποτέλεσε αμέσως ένα διεθνές εκδοτικό γεγονός. Ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει τόσο στη βιετναμέζικη λέξη για το «νανούρισμα» όσο και στη γαλλική έννοια του μικρού ρυακιού, συμβολίζοντας τη ροή των αναμνήσεων που διατρέχουν το κείμενο. Το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτοβιογραφικά στοιχεία και αφηγείται την εμπειρία μιας βιετναμέζικης οικογένειας που εγκαταλείπει τη χώρα μετά την πτώση της Σαϊγκόν και βρίσκει καταφύγιο στον Καναδά. Αντί για μια γραμμική αφήγηση, η συγγραφέας προτιμά μια σειρά από σύντομα αποσπάσματα, μικρές σκηνές και εικόνες που ανακαλούν την παιδική ηλικία, τη ζωή στα στρατόπεδα προσφύγων και την προσαρμογή σε μια νέα κοινωνία.

Η συγγραφέας συνέχισε την εξερεύνηση της εμπειρίας τής διασποράς με το μυθιστόρημα «Mãn» (2013). Σε αυτό το έργο, η αφήγηση ακολουθεί τη ζωή μιας νεαρής Βιετναμέζας γυναίκας που μεταναστεύει στον Καναδά, μέσω ενός κανονισμένου γάμου. Το βιβλίο εστιάζει στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής –στη γεύση του φαγητού, στις μυρωδιές της κουζίνας, στις σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους– και αναδεικνύει, μέσα από αυτές, την εμπειρία της μετανάστευσης, όχι ως τραγωδία αλλά ως μια διαδικασία μεταμόρφωσης. Το φαγητό λειτουργεί ως κεντρικό μοτίβο του βιβλίου, καθώς η ηρωίδα ανακαλύπτει, μέσα από τη μαγειρική, έναν τρόπο να συνδέσει το παρελθόν της με το παρόν.

Στο τρίτο της μυθιστόρημα, «Vi» (2016), η συγγραφέας επιστρέφει ακόμη πιο έντονα στο ζήτημα της ιστορικής μνήμης και της προσφυγιάς. Η ιστορία ακολουθεί την πορεία μιας οικογένειας που αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Βιετνάμ μετά τον πόλεμο και να ξαναχτίσει τη ζωή της στον Καναδά. Μέσα από την πορεία της πρωταγωνίστριας Vi, το βιβλίο εξετάζει την εμπειρία της δεύτερης γενιάς μεταναστών, που μεγαλώνει ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς και προσπαθεί να συμφιλιώσει την κληρονομιά της οικογένειας με τη νέα πραγματικότητα. Όπως και στα προηγούμενα έργα της, η Τούι χρησιμοποιεί μια αποσπασματική δομή και καταφέρνει να αποδώσει με ευαισθησία την ένταση ανάμεσα στη μνήμη και την ένταξη σε μια νέα κοινωνία.

Τα τρία αυτά έργα –«Ru», «Mãn» και «Vi»– συγκροτούν ουσιαστικά μια άτυπη λογοτεχνική τριλογία γύρω από την εμπειρία της βιετναμέζικης διασποράς. Αν και κάθε βιβλίο έχει τη δική του αυτοτελή ιστορία, όλα μοιράζονται κοινά θέματα και αφηγηματικές τεχνικές: η συγγραφέας διατηρεί σε όλα τα έργα της έναν έντονα ποιητικό τόνο, όπου η οικονομία της γλώσσας και η δύναμη των εικόνων δημιουργούν ένα ύφος που βρίσκεται ανάμεσα στην πεζογραφία και τη λυρική αφήγηση, κάτι σαν πεζοποίημα.

Μέσα σε αυτό το λογοτεχνικό πλαίσιο εντάσσεται και το τελευταίο μυθιστόρημά της, «Εμ», το οποίο συνεχίζει τη διερεύνηση της ιστορίας του Βιετνάμ και της ζωής των προσφύγων, αλλά με μια ευρύτερη ιστορική προοπτική. Ενώ τα προηγούμενα βιβλία επικεντρώνονταν, κυρίως, στην εμπειρία της μετανάστευσης και της προσωπικής μνήμης, το «Εμ» επεκτείνει το βλέμμα του προς τα τραύματα του πολέμου και τις διασυνδέσεις των ανθρώπινων ζωών μέσα στον χρόνο. Γι’ αυτό κι αποτελεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα λογοτεχνικά έργα που έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια για τη μνήμη του πολέμου του Βιετνάμ και τις πολλαπλές συνέπειές του. Γραμμένο στα γαλλικά, το βιβλίο συνεχίζει τη χαρακτηριστική γραφή της συγγραφέως: λιτή, ποιητική, θραυσματική και βαθιά ανθρωποκεντρική. Μέσα σε περίπου 160 σελίδες, η Τούι καταφέρνει να συνθέσει μια πολυεπίπεδη αφήγηση, που εκτείνεται από την αποικιοκρατία της Γαλλικής Ινδοκίνας έως τη σύγχρονη βιετναμέζικη διασπορά στη Βόρεια Αμερική, αποδεικνύοντας ότι η λογοτεχνία μπορεί να συμπυκνώσει ιστορικά δράματα που συνήθως απαιτούν ογκώδεις ιστορικές μελέτες.

Ο δε τίτλος του βιβλίου λειτουργεί σίγουρα ως κλειδί ερμηνείας. Στα βιετναμέζικα, η λέξη «Εμ» χρησιμοποιείται για να δηλώσει τον νεότερο αδελφό ή αδελφή, τον νεότερο φίλο ή ακόμη και τη γυναίκα σε μια σχέση. Παράλληλα, η συγγραφέας παίζει με την ομοηχία της λέξης με το γαλλικό ρήμα «aimer» («αγαπώ»), υποδηλώνοντας ότι η έννοια της αγάπης –σε όλες τις μορφές της– αποτελεί τον βαθύτερο ιστό που συνδέει τα πρόσωπα και τις ιστορίες του βιβλίου.

Το διακείμενο με τον πίνακα του ζωγράφου Λουί Μπουντρώ

Η σχέση του μυθιστορήματος «Εμ» με τον πίνακα του Καναδού καλλιτέχνη Λουί Μπουντρώ (Louis Boudreault), που χρησιμοποιείται στο εξώφυλλο της έκδοσης, είναι ουσιαστική και όχι απλώς διακοσμητική. Στην πραγματικότητα, το εικαστικό αυτό έργο λειτουργεί ως ένα είδος οπτικής μεταφοράς για την αφηγηματική δομή και τη θεματική του βιβλίου.

Ο πίνακας απεικονίζει ένα κουτί από το οποίο ξεπηδούν δεκάδες νήματα, που μπλέκονται και διασταυρώνονται μεταξύ τους σε μια φαινομενικά χαοτική σύνθεση. Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που είναι γραμμένο το μυθιστόρημα: η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική πορεία αλλά αποτελείται από πολλά μικρά αφηγηματικά νήματα που συνδέουν διαφορετικούς χαρακτήρες, τόπους και ιστορικές στιγμές.

Η ίδια η συγγραφέας λέει: «αν ήξερα πώς να τελειώσω μια συζήτηση, αν μπορούσα να διακρίνω αλήθειες, προσωπικές αλήθειες από τις ενστικτώδεις αλήθειες, θα είχα ξεμπλέξει τα νήματα για εσάς πριν τα δέσω, πριν τα τακτοποιήσω έτσι ώστε η ιστορία αυτού του βιβλίου να είναι ξεκάθαρη μεταξύ μας».Επιχειρώντας να ερμηνεύσουμε τα λόγια της, διαπιστώνουμε ότι περιγράφει μεταφορικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τόσο την αφήγηση όσο και την ίδια την ιστορική μνήμη. Αναφέρεται στην αδυναμία να διαχωριστούν καθαρά οι διαφορετικές μορφές αλήθειας: η αντικειμενική ιστορική αλήθεια, οι προσωπικές αλήθειες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και οι «ενστικτώδεις» αλήθειες, δηλαδή οι μνήμες και τα συναισθήματα που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο. Στο μυθιστόρημα η ιστορία παρουσιάζεται ακριβώς μέσα από αυτές τις πολλαπλές οπτικές. Δεν υπάρχει μία ενιαία αφήγηση του πολέμου ή της προσφυγιάς· υπάρχουν πολλές μικρές ιστορίες ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους αλλά δεν ταυτίζονται.

Η εικόνα των «μπλεγμένων νημάτων» που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος αλλά κι η συγγραφέας συνδέεται άμεσα με την αφηγηματική δομή του βιβλίου. Οι ζωές των χαρακτήρων διασταυρώνονται με τρόπους που δεν είναι πάντα προφανείς. Κι όταν λέει ότι «θα είχε ξεμπλέξει τα νήματα», αν μπορούσε να διακρίνει καθαρά τις διαφορετικές αλήθειες, ουσιαστικά παραδέχεται ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Η μνήμη που αφορά σε τραυματικά  γεγονότα δεν μπορεί να οργανωθεί σε μια απόλυτα καθαρή αφήγηση. Οι εμπειρίες των ανθρώπων είναι συχνά αντιφατικές, αποσπασματικές και συναισθηματικά φορτισμένες. Γι’ αυτό και η συγγραφέας επιλέγει να παρουσιάσει τις ιστορίες όπως ακριβώς εμφανίζονται στη μνήμη: όχι τακτοποιημένες αλλά δεμένες μεταξύ τους.

Κι όλα τα νήματα-ιστορίες ξεπηδούν από ένα απλό κουτί, ως σύμβολο της συλλογικής μνήμης κι αφορούν διαφορετικές περιόδους της βιετναμέζικης ιστορίας –από την αποικιοκρατία και τις φυτείες καουτσούκ έως τον πόλεμο του Βιετνάμ και τη ζωή των προσφύγων στη Βόρεια Αμερική–, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι η ιστορία δεν είναι απλώς μια σειρά γεγονότων αλλά ένα δίκτυο σχέσεων. Μια μικρή πράξη σε έναν τόπο μπορεί να αλλάξει τη ζωή κάποιου άλλου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά ή πολλά χρόνια αργότερα.

Η αφήγηση

Με μικρά, λοιπόν, κεφάλαια που κυμαίνονται από 1-3 σελίδες και φέρουν συνήθως το όνομα 1-2 χαρακτήρων του βιβλίου, η Κιμ Τούι διατηρεί μια μεταβαλλόμενη κινηματογραφική εστίαση στις κινήσεις μιας χούφτας χαρακτήρων. Με μια πρόζα που συνδυάζει τη δημοσιογραφική μεταφορά και τον συμπυκνωμένο τρόπο αφήγησης μιας “flash fiction” ιστορίας μπλέκει τις ζωές των ηρώων, ενώ ενίοτε διακόπτει τη ροή των κεφαλαίων με σύντομα δοκίμια, σχολιάζοντας τα πάντα για τη μακροβιότερη τραγωδία του 20ού αιώνα. Με μια φωνή άλλοτε θρηνητική, άλλοτε ειρωνική αλλά πάντως απαλλαγμένη από συναισθηματικές εξάρσεις, ακόμα και για περιγραφές φρικιαστικές, ξετυλίγει τα νήματα των ζωών των ηρώων της μέχρι να ξεδιαλύνουν όλες στο τέλος του βιβλίου. Με μια ιδιαίτερη γλώσσα που προσιδιάζει στην ποίηση, με προτάσεις σύντομες, εικόνες έντονες και συναισθηματικές κορυφώσεις συγκρατημένες αλλά ισχυρές, η γραφή της κατορθώνει να συνδυάσει τη φρίκη και την ομορφιά χωρίς να χάνει την ευαισθησία και τη λεπτότητα της αφήγησης. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο τραύμα και την τρυφερότητα αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της αισθητικής του έργου της.

Η  Έμμα-Τζαντ και ο Λούις, δυο ορφανά, είναι τα κεντρικά πρόσωπα του έργου κι η μεγάλη ιστορία τους διαπερνά προκειμένου να διερευνηθεί ποιες είναι οι ρίζες τους και πώς διαμορφώνονται οι ταυτότητές τους. Η Τούι επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία από τη σκοπιά εκείνων που συνήθως μένουν στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας: των παιδιών, των γυναικών, των προσφύγων και των ανώνυμων ανθρώπων που επιβίωσαν μέσα από την αλληλεγγύη και την αμοιβαία φροντίδα. Οι χαρακτήρες της δεν είναι στρατηγοί ή πολιτικοί, αλλά άνθρωποι που βρίσκονται στην πιο ευάλωτη θέση μέσα στη δίνη των ιστορικών γεγονότων. Είναι το βιετναμέζικο σώμα που έχει παραμεληθεί κι αποανθρωποποιηθεί. Μέσα από αυτούς εισάγει τον βιετναμέζικο λαό στη δυτική αφήγηση, αποκαλύπτει το ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης, τη βαθιά τραυματική εμπειρία που άφησε πίσω της και δίνει αξία σε αυτές τις ζωές.

Η Τούι δείχνει πώς, ακόμη και μέσα σε ακραίες συνθήκες βίας, οι άνθρωποι βρίσκουν τρόπους να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, να δημιουργήσουν οικογένειες και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους. Οι Βιετναμέζοι πρόσφυγες που εμφανίζονται στο βιβλίο δεν παρουσιάζονται μόνο ως θύματα αλλά και ως φορείς δημιουργικότητας και αντοχής. Το ίδιο το βιβλίο υπογραμμίζει τη συμβολή τους στη δημιουργία ολόκληρων οικονομικών και πολιτισμικών κοινοτήτων στη Δύση, όπως η ανάπτυξη της παγκόσμιας βιομηχανίας των nail salons. Η Τούι «χτίζει», με τον τρόπο της, ένα συγκινητικό μνημείο τόσο για τους επιζώντες όσο και για τους τεθνεώτες της χώρας της.

Ο λογοτεχνικός διάλογος

Το μυθιστόρημα «Εμ» μπορεί να διαβαστεί διαλεγόμενο με άλλα σημαντικά έργα που πραγματεύονται την ιστορία του Βιετνάμ. Στο «Ο ήσυχος Αμερικανός» του Γκράχαμ Γκρην (εκδόσεις Πόλις, 2013), γραμμένο ήδη από το 1955, ο πόλεμος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα πολιτικών αυταπατών και δυτικής παρέμβασης, σε μια χώρα που οι ξένοι προσπαθούν να την κατανοήσουν μέσα από ιδεολογικά σχήματα. Δεκαετίες αργότερα, το «Δέντρο από καπνό» του Ντένις Τζόνσον (εκδόσεις Πατάκη, 2011) εξετάζει την ίδια σύγκρουση μέσα από το χάος των μυστικών επιχειρήσεων και των στρατιωτικών μηχανισμών, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου η αλήθεια και η παραπληροφόρηση συγχέονται διαρκώς. Στο πιο σύγχρονο, «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» του Ocean Vuong (εκδόσεις Gutenberg, 2021), το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τον ίδιο τον πόλεμο στο τραύμα που αυτός αφήνει στις επόμενες γενιές μεταναστών. Μέσα σε αυτές τις λογοτεχνικές «περιχαρακώσεις», το «Εμ» λειτουργεί σαν μια ανθρώπινη σύνθεση όλων των εμπειριών: αντί να αφηγείται τη γεωπολιτική ιστορία του πολέμου, υφαίνει τις ζωές πολλών χαρακτήρων που συνδέονται μεταξύ τους μέσα στον χρόνο, δείχνοντας πώς οι μεγάλες ιστορικές συγκρούσεις μετατρέπονται τελικά σε προσωπικές μνήμες και σχέσεις.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.