Απο τον Πενταλοφο στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η οικογενεια του Αρχοντη Τασιδη και της Φωτως Βλασακιδου
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου γεννημένη και μεγαλωμένη στο ακριτικό Ορμένιο ν. Έβρου, όπου εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί, υπήρξε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με τα της γης και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» διασώζει, κυρίως, ιστορίες προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια, και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου. Εκτός από αυτές τις οικογένειες όμως, καταγράφει μαρτυρίες και άλλων, που εγκατάλειψαν άλλες περιοχές του Έβρου, όπως για παράδειγμα τον Πεντάλοφο, και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο. Στο σημερινό κείμενο της κ. Ιωαννίδου πρωταγωνιστεί μια τέτοια οικογένεια, που εγκατέλειψε τον Πεντάλοφο για το Ορμένιο, η οικογένεια του Αρχοντή Τασίδη και της Φώτως Βλασακίδου.]
Ο Αρχοντής Τασίδης με τη γυναίκα του Φώτω Βλασακίδου ήρθαν στο Ορμένιο από τον Πεντάλοφο. Ήταν ένας πολύ δραστήριος άνδρας, Βενιζελικός. Αν και δεν ήξερε γράμματα, ήταν πολύ έξυπνος και δεν κολλούσε πουθενά. Μέχρι που πέθανε φορούσε τη βράκα, το ζναρ, το τζιαμαντάν (γιλέκο) και το καπέλο. Ήταν υπέροχος άνθρωπος και πολύ αγαπητός.

Η οικογένεια του Τασίδη ήταν μεγάλη, με πολλά παιδιά, έντεκα στον αριθμό, αλλά ζήσανε μόνο τα τέσσερα: η Βασιλική, ο Στέργιος, ο Δημητρός και ο Χρήστος. Ήταν από ένα μεγάλο σόι, όπως λέγανε, στον Πεντάλοφο. Το οικόπεδο που είχε ο Αρχοντής στο Ορμένιο ήταν πολύ μεγάλο και στο μισό σχεδόν είχε σπείρει αμυγδαλιές και κερασιές. Είχε και ένα πολύ καλό κτήμα στον κάμπο, όπου το έφτιαξαν μπαχτσέ μαζί με τα παιδιά του. Ο μπαχτσές ήταν και ποτιστικός, είχε «ντουλάπ» (σε αυτό υπήρχε νερό) στη μέση του κι ένα άλογο γύριζε γύρω γύρω και έβγαζε νερό με τους κουβάδες. Έτσι ποτιζόταν όλο το κτήμα. Από λαχανικά είχε τα πάντα σε αφθονία, τα οποία πουλούσαν στο χωριό και στη γύρω περιοχή. Από φρούτα είχε μήλα, ροδάκινα και αχλάδια. Θυμάμαι, όταν με πήγαιναν εκεί παιδάκι, νόμιζα ότι βρισκόμουν στον παράδεισο. Ήταν όλα τόσο ωραία ρυθμισμένα. Αργότερα, αντικατέστησαν το άλογο με ένα μοτέρ, που από αυτό λίγο έλειψε να καεί ο μεγαλύτερος γιος του Αρχοντή, ο Στέργιος. Εάν δεν ήταν κοντά ο πατέρας του να του πει να ριχτεί μέσα στο νερό, θα καιγόταν ολόκληρος. Τη γλύτωσε ευτυχώς, αλλά με πολύ σοβαρά εγκαύματα. Μήνες έκανε να συνέλθει. Ο μπαχτσές ήταν η κύρια ασχολία τους και χρειάζονταν πολλά χέρια, για να βγει η δουλειά.
Τη δεκαετία του 1960 ο Αρχοντής Τασίδης εκλέχτηκε πρόεδρος του χωριού, μέχρι που ήρθε η χούντα και τον καθαίρεσε. Τότε διόρισαν τον μπαρμπα-Γιώργη Γκαϊντατζή (Μπαλτατζή, το παρατσούκλι το είχε πάρει από κάποιον πολιτικό που ήταν οπαδός του). Καινούργια σύνθεση. Πρόεδρος ήταν ο Γεώργιος Γκαϊντατζής, Αντιπρόεδρος ο Γεώργιος Μέτογλου και Σύμβουλοι οι: Δήμος Στράκος, Δημήτριος Φωτιάδης, Ελευθέριος Ιωάννου και Αγοράστης Βλασακίδης. Δεν τους ρωτούσαν αν θέλουν ή όχι, απλά τους διόριζαν. Εάν αρνιόταν κάποιος, θα είχε επιπτώσεις. Τους είχανε πει εξάλλου ότι θα έμπαιναν προσωρινά, μέχρι να γίνουν εκλογές, αλλά ποτέ δεν έγιναν! Αυτό το συμβούλιο ήταν μέχρι το τέλος της χούντας. Όταν έπεσε η χούντα, ανέλαβε πάλι ο Αρχοντής Τασίδης. Μαζί του ήταν και ο Παναγιώτης Σωτηριάδης, ο δάσκαλος του χωριού, μέχρι που έγιναν οι εκλογές. Αυτά γίνονταν τότε…
Ο Αρχοντής με τη Φώτω είχαν παντρευτεί πολύ μικροί και τότε ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ Βουλγαρίας και Τουρκίας. Εκείνα τα χρόνια, ο Πεντάλοφος ήταν χωριό που ανήκε στη Βουλγαρία, οπότε στον πόλεμο, μαζί με άλλα παλληκάρια του Πενταλόφου, επιστράτευσαν και τον Αρχοντή. Αργότερα, χωρίστηκαν τα σύνορα και ο Πεντάλοφος ήταν πια ελληνικός. Έτσι, ο Αρχοντής πολέμησε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, που έγινε πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όταν γύρισε από τον πόλεμο, η γυναίκα του δεν τον γνώρισε. Είχε ψηλώσει, είχε αλλάξει τελείως και ο πεθερός της τής είχε είπε: «Φώτω, ο Αρχοντής είναι. Δεν τον γνώρισες;» Μα πώς να τον γνωρίσει η καημένη η Φώτω, είχε φύγει σχεδόν παιδί και γύρισε μετά από 5 περίπου χρόνια.

Αρχές της δεκαετίας του 1960 έφυγαν τα παιδιά του Αρχοντή με τις οικογένειές τους στη Γερμανία. Η κόρη τους, η Βασιλική, παντρεύτηκε τον Γιάννη Χρήστου, που καταγόταν από το Κόζουλτζια, και απέκτησαν δίδυμα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ζούνε ακόμα στη Γερμανία με τις οικογένειές τους. Ο γιος του Αρχοντή, ο Στέργιος, παντρεύτηκε με την Καλλίνου (Καλλιόπη), κόρη του παππού Γιουργάκ από το Κόζουλτζια, και απέκτησαν δύο κορίτσια, τη Φωτεινή, που ζει στην Ορεστιάδα και τη Βάσω, που ζει στη Λάρισα. Το σπίτι του Στέργιου, μόλις αυτός έφυγε από τη ζωή, πουλήθηκε.
Ο άλλος γιος του Αρχοντή, ο Δημητρός, παντρεύτηκε τη Γιαννούλα του Νικόλα Μαυρίδη (Κουτσο-Νικόλα), με καταγωγή από το Ουρούμκιοϊ, και απέκτησαν τρία παιδιά, τη Βασιλική, τη Σταμούλα και τον Στέφανο. Η Βασιλική παντρεύτηκε τον Δήμο Χρηστούδη, που ο πατέρας του είχε καταγωγή από το Κόζουλτζια και η μάνα του από το Ουρούμκιοϊ, και απέκτησαν δύο παιδιά. Ο ένας ζει στο χωριό με τη γυναίκα του και ο άλλος στην Αλεξανδρούπολη. Η Σταμούλα παντρεύτηκε τον Βασίλη Βλασακίδη, με καταγωγή του πατέρα του από τον Πεντάλοφο και της μητέρας του, από την πλευρά του πατέρα της, από το Ουρούμκιοϊ και, από την πλευρά της μητέρας της, από την Ανατολική Θράκη. Ο Στέφανος παντρεύτηκε τη Ζωή Δημάδου, με καταγωγή, από την πλευρά του πατέρα της, από τον Πεντάλοφο και από την πλευρά της μητέρας, ο πατέρα της ήταν από το Κόζουλτζια και η μητέρα της από το Ουρούμκιοϊ. Οι δυο τους απέκτησαν δύο παιδιά. Ζούνε όλοι τους στην Γερμανία. Ο άλλος γιος του Αρχοντή, ο Χρήστος, παντρεύτηκε τη Χρυσούλα, με καταγωγή από το Κόζουλτζια, και απέκτησαν δύο κορίτσια. Και οι δύο, με τις οικογένειές τους, ζουν εκτός χωριού.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
