Μαρια Γυπαρακη, «Αν υπαρχει καποια φιλοδοξια, αυτη ειναι η προσεγγιση και κατανοηση μιας λογοτεχνικης “αλλοτριοτητας”»
―«Ο μεταφραστής υποχρεούται να έχει δύο πατρίδες και… ψυχραιμία»
Υπάρχουν πορείες στον πολιτισμό που δεν χαράσσονται ευθύγραμμα, ούτε περιγράφονται επαρκώς με χρονολογίες και τίτλους. Πορείες που μοιάζουν περισσότερο με διαρκή μετακίνηση ανάμεσα σε γλώσσες, τόπους, εποχές και μορφές τέχνης. Η κ. Μαρία Γυπαράκη ανήκει σε αυτήν την κατηγορία δημιουργών: γεννημένη στην Κρήτη, με σπουδές στην ιστορία, τη φιλολογία και το θέατρο στη Γαλλία, διαμορφώθηκε μέσα σε ένα έντονα δημιουργικό περιβάλλον, που υπήρξε εσωτερικός καταλύτης. Εκεί εργάστηκε συστηματικά στο θέατρο, συνεργάστηκε με σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς, συμμετείχε σε μεγάλες παραγωγές και σκηνοθέτησε έργα εμβληματικών συγγραφέων, από τον Ιονέσκο και τον Μπρεχτ έως τον Ζαν Ταρντιέ, κ.ά., με σταθερή αγάπη στη θεατρική και λογοτεχνική δημιουργία του 17ου και 18ου αιώνα.
Η σκηνοθετική της διαδρομή επεκτεινόταν στο λυρικό θέατρο, με έμφαση στο ιταλικό μπαρόκ, καθώς και σε όπερες των Χέντελ και Μοντεβέρντι, ενώ παράλληλα ανέπτυξε πλούσια συγγραφική, μεταφραστική και εκδοτική δραστηριότητα. Στο ενεργητικό της συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, μεταφράσεις σημαντικών έργων, όπως μέρος των «Απομνημονευμάτων» του Καζανόβα, η ελληνική έκδοση του «Il teatro alla moda» του Μπενεντέτο Μαρτσέλο, καθώς και η συγγραφή της μονογραφίας «Νίκος Εγγονόπουλος: Το σχέδιον ή το χρώμα – Σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο (1937-1965)» (εκδ. Ίκαρος 2007).
Τα τελευταία χρόνια, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, η κ. Γυπαράκη επιχειρεί μια δημιουργική «μετακένωση» αυτής της πολυετούς εμπειρίας στον χώρο του πολιτισμού. Έχοντας ήδη αναλάβει παλαιότερα τη διεύθυνση εκδοτικών σχημάτων, όπως στις εκδόσεις Εξάντας, Στιγμός, κ.ά., δημιούργησε πιο πρόσφατα τη Στίλβη –όνομα εμπνευσμένο από τον εμβληματικό στίχο του Ανδρέα Εμπειρίκου. Μία «εκδοτική καλύβη», όπως τη χαρακτηρίζει η ίδια, που βασικό της όραμα είναι ο διάλογος: κείμενα σπάνια, τολμηρά, παλαιότερα ή απολύτως σύγχρονα, που συνομιλούν με την εποχή τους και, ταυτόχρονα, με το παρόν μας. Μερικοί ενδεικτικοί τίτλοι των εκδόσεων Στίλβη, όπως «Η Παγίδα» του Emmanuel Bove ή η «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ» της Raymonde Linossier ή «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» της Lucie Rico –το εξώφυλλο του οποίου φιλοτέχνησε ο «δικός» μας Θρακιώτης καλλιτέχνης Νίκος Καμπασελέ–, μαρτυρούν μια επιλογή στραμμένη στη χαρά της αναγνωστικής ανακάλυψης.
Η συνομιλία μας με την κ. Γυπαράκη και η συνέντευξη που ακολουθεί επιδιώκει όχι μόνο να φωτίσει τη διαδρομή της, αλλά, κυρίως, έναν τρόπο σκέψης και θέασης του πολιτισμού, όπου η σκηνοθεσία, η μετάφραση, η συγγραφή και η εκδοτική πράξη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία μιας ενιαίας πνευματικής εμπειρίας.
Ας τη γνωρίσουμε, λοιπόν, καλύτερα κι εμείς εδώ, οι Θρακιώτες.
Μαρία Γυπαράκη, «Η κοινωνία στην οποία ζούμε και εντός της οποίας παράγεται ο πολιτισμός είναι μια οντότητα “αδιαχώριστη” από τις ατομικότητές μας»
ΠτΘ: κ. Γυπαράκη, η διαδρομή σας στον πολιτισμό περιλαμβάνει ποικίλα πεδία έκφρασης. Αν στρέψετε το βλέμμα πίσω, στα πρώτα χρόνια, ποιες συνεργασίες ή στιγμές θεωρείτε ότι λειτούργησαν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σας ταυτότητας;
Μ.Γ.: Δεν υπάρχει –νομίζω– διαδρομή, με την αυστηρή έννοια του όρου, στον πολιτισμό. Ο πολιτισμός είναι αυτό που «τρέχει» και εμείς ακολουθούμε. Έτσι, τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι την κατάσταση των πραγμάτων. Ως εκ τούτου, η εμπλοκή όλων μας σε αυτό που λέμε «πολιτισμός» είναι αναπόφευκτη. Η κοινωνία στην οποία ζούμε και εντός της οποίας παράγεται ο πολιτισμός είναι μια οντότητα «αδιαχώριστη» από τις ατομικότητές μας. Διαμορφωνόμαστε, λοιπόν, σε όλη τη διάρκεια της πορείας μας και εκπλησσόμαστε, καθώς χτίζεται η δική μας, η προσωπική μας ενεργή συμβολή την ώρα εκείνη που διαμορφωνόμαστε, αλλά και διαμορφώνουμε. Πρόκειται για μια συνθήκη που διαρκεί όσο και η ζωή μας. Αν πάμε μέχρι τέλους τον συλλογισμό, θα μπορούσαμε να αποδεχτούμε ότι ο πολιτισμός είναι η ίδια η ανθρώπινη συνθήκη. Αυτό που το άτομο μπορεί να φροντίσει και να ελέγξει είναι η «καλλιέργειά» του. Επανέρχομαι, λοιπόν, στην ερώτησή σας, στο τι λειτούργησε θετικά για την καλλιτεχνική μου αντίληψη: οι σπουδές, που με έμαθαν να ιεραρχώ συστηματικά, η πρακτική στα θέατρα και, κυρίως, η περιέργεια. Δεν νομίζω ότι με διαμόρφωσαν συγκεκριμένες συνεργασίες (έστω κι αν αυτό μοιάζει ενδεχομένως εγωιστικό), οι αισθητικές προσλήψεις ήταν και είναι πάντα οι «πηγές» μου.
ΠτΘ: Ως προς τη μεταφραστική σας ενασχόληση, πώς θα περιγράφατε το μεταφραστικό σας εργαστήρι; Πρόκειται για μια αδιάκοπη πειθαρχημένη διαδικασία ή για μια εργασία που απαιτεί γόνιμες αποστάσεις, παύσεις και επανεκκινήσεις;
Μ.Γ.: Η μεταφραστική ενασχόληση δεν απέχει πολύ από τη σκηνοθετική. Και στις δύο περιπτώσεις «επιβάλλεται» ένα κείμενο. (Ανοίγω παρένθεση εδώ, για να διευκρινίσω ότι στο λυρικό θέατρο έχουμε, κατ’ αρχάς, τη μουσική, αλλά δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, δεν είναι του παρόντος). Κείμενο έχουμε να ερμηνεύσουμε στο θέατρο, κείμενο καλούμαστε να αποδώσουμε και στη μετάφραση! Ερμηνευτικές προσεγγίσεις και οι δύο· φτάνει μόνο να μην ξεστρατίσει κανείς και φτάσει σε παρερμηνείες. Με ρωτάτε για την πειθαρχία, αλλά και για την απόσταση: είναι δύο έννοιες που δεν αγάπησα ποτέ μου. Η πειθαρχία και η απόσταση είναι απαραίτητες στις κοινωνικές σχέσεις, για να μη δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Με τη λογοτεχνία και το θέατρο οι σχέσεις είναι βαθύτατα υπαρξιακές –τουλάχιστον εγώ έτσι το αντιλαμβάνομαι. Όταν σκηνοθετεί κανείς και όταν μεταφράζει λογοτεχνία κάπου ταυτίζεται. Και το «κάπου» αυτό δεν είναι αθώο, γιατί ενέχει φόβο, τον φόβο της απόλυτης ταύτισης, που, στις πλείστες των περιπτώσεων, προκαλεί σύγχυση. Νομίζω πως πρέπει να μπαίνουν κάποια όρια, τα οποία επιγραμματικά θα μπορούσα να αποδώσω με τον ακόλουθο κανόνα: ναι στη συγκίνηση, όχι στον συναισθηματισμό. Αν ακούσει κανείς και καταλάβει το «Καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο» του Μπαχ, θα πάρει ένα μεγάλο μάθημα για όλα. Ίσως να μοιάζει λίγο προκλητικό αυτό που λέω, αλλά είναι πέρα για πέρα ειλικρινές και αληθινό. Ο κανόνας και η μουσικότητά του ή η μουσικότητα του κανόνα… Πείτε το όπως θέλετε… Πάντα, όταν δουλεύω μια μετάφραση, σκέφτομαι μουσική – όχι «τη μουσική», επιμένω… απλά «μουσική». Οι αποστάσεις για τις οποίες με ρωτάτε είναι οι αξιολογήσεις, ο χρόνος που χρειάζεται να πάρει κανείς για να γίνει ο πρώτος «έντιμος» κριτικός της δουλειάς του. Αυτή είναι μια άλλη διεργασία και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο χρόνος, τον οποίο ο μεταφραστής δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα. Με άλλα λόγια, αν αφεθούμε, εμείς, στον χρόνο αυτό, μια μετάφραση μπορεί να μην τελειώσει ποτέ, όπως και μια σκηνοθεσία. Επικίνδυνο, αλλά έχει τεράστια γοητεία!
ΠτΘ: Ποια στοιχεία θεωρείτε αδιαπραγμάτευτα σε μια καλή λογοτεχνική μετάφραση; Υπάρχει κάποιο σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην πιστότητα και την ελευθερία;
Μ.Γ.: Θα σας έλεγα πως για να είναι κανείς πιστός, πρέπει πάνω απ’ όλα να είναι ελεύθερος. Να μην αποδίδει «συναισθηματικά», αλλά «ψύχραιμα». Και για να παραφράσω τον Ντιντερό, θα μπορούσα να πω ότι εδώ πρόκειται για «Το παράδοξο με τον μεταφραστή» (κατά το «Το παράδοξο με τον ηθοποιό»). Όπως για τον Ντιντερό ο καλός ηθοποιός είναι αυτός που ερμηνεύει ψύχραιμα, έτσι και ο μεταφραστής. Αν μια φράση τον παρασύρει συναισθηματικά, ενδεχομένως και να χάσει το νόημά της! Την ελευθερία του, ο μεταφραστής, θα πρέπει να την αναζητήσει στην καλή γνώση της γλώσσας από την οποία μεταφράζει και σε εκείνη την οποία αποδίδει, πρέπει να είναι ικανός να ταξιδεύει συνεχώς από τη μία στην άλλη· αυτό και η καλή γενική παιδεία είναι τα αδιαπραγμάτευτα. Ύστερα, έρχεται η τεχνική, που είναι θέμα εμπειρίας και χτίζεται σταδιακά με τα χρόνια.
Όταν σκηνοθετεί κανείς και όταν μεταφράζει λογοτεχνία κάπου ταυτίζεται. Και το “κάπου” αυτό δεν είναι αθώο, γιατί ενέχει φόβο, τον φόβο της απόλυτης ταύτισης, που, στις πλείστες των περιπτώσεων, προκαλεί σύγχυση. Νομίζω πως πρέπει να μπαίνουν κάποια όρια, τα οποία επιγραμματικά θα μπορούσα να αποδώσω με τον ακόλουθο κανόνα: ναι στη συγκίνηση, όχι στον συναισθηματισμό. Ίσως να μοιάζει λίγο προκλητικό αυτό που λέω, αλλά είναι πέρα για πέρα ειλικρινές και αληθινό. Ο κανόνας και η μουσικότητά του ή η μουσικότητα του κανόνα… Πείτε το όπως θέλετε… Πάντα, όταν δουλεύω μια μετάφραση, σκέφτομαι μουσική – όχι “τη μουσική”, επιμένω… απλά “μουσική”
Τα πράγματα, βέβαια, δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται, γιατί ναι μεν οι λέξεις μεταφράζονται, αλλά αυτό δεν αρκεί. Η δυσκολία είναι η μεταφορά του κειμένου από το ένα πολιτισμικό περιβάλλον στο άλλο και η αναζήτηση ισοδύναμων για την απόδοσή του. Οι μεταφορές αυτές ενέχουν τα μεγάλα διλήμματα και απαιτούν γενναίες αποφάσεις. Θα σας δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα: σε κάποια ελληνική μετάφραση, εδώ και καιρό, ο όρος «logement de fonction» αποδίδεται ως «εργατική κατοικία». Λάθος! Το «logement de fonction» είναι υπηρεσιακή κατοικία, που παραχωρείται σε κρατικούς λειτουργούς –είναι κάτι βαθιά ριζωμένο στη γαλλική διοίκηση. Με άλλα λόγια, το προεδρικό διαμέρισμα στο Μέγαρο των Ιλισίων είναι και αυτό υπηρεσιακή κατοικία! Αυτές, λοιπόν, οι πολιτισμικές διαφορές είναι συχνά μεγάλες παγίδες. Γι’ αυτό λέω, πολύ συχνά, πως ο μεταφραστής υποχρεούται να έχει δύο πατρίδες. Δύο πατρίδες και… ψυχραιμία.

«Σκοπός μου είναι να πειραματιστώ με κείμενα παλιά και καινούργια, που ενδεχομένως ένας εδραιωμένος εκδοτικός οίκος δεν επρόκειτο να ασχοληθεί»
ΠτΘ: Οι εκδόσεις Στίλβη, αν και εμφανίστηκαν πρόσφατα στην ελληνική εκδοτική πραγματικότητα, αφήνουν ήδη σαφές και τολμηρό αποτύπωμα. Ποιο είναι το εκδοτικό τους όραμα; Υπάρχει μία κεντρική ιδέα ή αισθητική γραμμή που καθοδηγεί τις επιλογές σας;
Μ.Γ.: Η Στίλβη ήταν για μένα μονόδρομος. Μετά από κάποιες απόπειρες συνεργασίας, αποφάσισα ότι το «on n’est jamais mieux servi que par soi-même», όπως λέμε στα γαλλικά (στα καθ’ ημάς, θα λέγαμε πως κανείς δεν μάς υπηρετεί καλύτερα από τον ίδιο τον εαυτό μας), είναι μια μεγάλη αλήθεια. Σκοπός μου δεν είναι ούτε ο ανταγωνισμός ούτε, φυσικά, η εκδοτική σταδιοδρομία. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί και καλοί εκδοτικοί οίκοι με αξιόλογη παραγωγή. Εμένα, σκοπός μου είναι να ανοίξω μια συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία, να πειραματιστώ με κείμενα παλιά και καινούργια, που ενδεχομένως ένας εδραιωμένος εκδοτικός οίκος δεν επρόκειτο να ασχοληθεί. Άλλωστε, τη Στίλβη την ονομάζω «εκδοτική καλύβη». Η «Μπιμπί-λα-Μπιμπίστ» που κυκλοφόρησε από τη Στίλβη, τον περασμένο Σεπτέμβρη, είναι το πιο σύντομο μυθιστόρημα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Πρόκειται για κείμενο σπάνιο, ελάχιστα γνωστό, έως καθόλου, στην Ελλάδα, αλλά εξαιρετικά σημαντικό για τη λογοτεχνική πρωτοπορία του Μεσοπολέμου. Ο Έζρα Πάουντ, ο οποίος το δημοσίευσε, το 1920, στο μοντερνιστικό περιοδικό “Little Review”, το θεωρεί αριστούργημα. Αν υπάρχει κάποια φιλοδοξία, αυτή είναι η προσέγγιση και κατανόηση μιας λογοτεχνικής «αλλοτριότητας» με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει.
ΠτΘ: Η πιο πρόσφατη κυκλοφορία των εκδόσεων, με τίτλο «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» της Lucie Rico είναι μια οικολογική δυστοπία με ευφυή πλοκή. Ποια στοιχεία πιστεύετε θα συναρπάσουν τον αναγνώστη και έκαναν και εσάς φυσικά να το επιλέξετε;
Μ.Γ.: Με το μυθιστόρημα της Lucie Rico «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» ξεκινά η σειρά 21, στην οποία θα εκδίδονται οι νέοι συγγραφείς του 21ου αιώνα –λογοτεχνία των ημερών μας με απλά λόγια. Το συγκεκριμένο βιβλίο το επέλεξα, αφενός γιατί είναι ευφυέστατο, πρωτότυπο και θίγει οικολογικούς και διατροφικούς προβληματισμούς και αφετέρου, επειδή αναπτύσσεται στις σελίδες του μια «κολασμένη» σχέση ανάμεσα στη γραφή και στον θάνατο: σκοτώνω για να γράψω, γράφω για να σκοτώνω. Θα ακολουθήσει –αν όλα πάνε κατ’ ευχή– στην ίδια σειρά το επίσης βραβευμένο μυθιστόρημα του Arthur Dreufus «La troisième main» (Το τρίτο χέρι), ένα μυθιστόρημα που αναστατώνει, ενοχλεί και εκπλήσσει. Αλλά τα υπόλοιπα όταν θα βγει το βιβλίο!
Η Στίλβη ήταν για μένα μονόδρομος. Σκοπός μου δεν είναι ούτε ο ανταγωνισμός ούτε, φυσικά, η εκδοτική σταδιοδρομία. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί και καλοί εκδοτικοί οίκοι με αξιόλογη παραγωγή. Εμένα, σκοπός μου είναι να ανοίξω μια συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία, να πειραματιστώ με κείμενα παλιά και καινούργια, που ενδεχομένως ένας εδραιωμένος εκδοτικός οίκος δεν επρόκειτο να ασχοληθεί
«Η απόφαση για την επόμενη έκδοση είναι πάνω απ’ όλα ο ενθουσιασμός με την πρώτη»
ΠτΘ: Προς ποια κατεύθυνση κινείται το επόμενο εκδοτικό σας βήμα και ποια είναι τα βασικά κριτήρια με τα οποία αποφασίζετε την επόμενη έκδοση; Υπερισχύει ο συγγραφέας, το θέμα του βιβλίου ή κυρίως η ανάγκη διαλόγου με την εποχή;
Μ.Γ.: Νομίζω πως με τα παραπάνω έχω απαντήσει τουλάχιστον κατά το ήμισυ και σ’ αυτήν την ερώτησή σας. Η απόφαση είναι πάνω απ’ όλα ο ενθουσιασμός με την πρώτη. Αν αρχίσω να το σκέφτομαι και να ζυγίζω τις διάφορες παραμέτρους (κυκλοφορίας, πώλησης, κοινό…), τότε σίγουρα δεν πρόκειται να καταλήξω σε κάτι. Στις αρχές της Άνοιξης θα βγει στη σειρά «Μελετήματα» ένα δοκίμιο για έναν πολύ ενδιαφέροντα και άγνωστο στο ευρύ κοινό συγγραφέα, τον Ερρίκο Γιαννήλο-Τόμπρο. Για τον ίδιο γνωρίζουμε ελάχιστα· το μυστήριο Τόμπρος προσπαθεί να το προσεγγίσει, μέσω του λογοτεχνικού του έργου, ο πανεπιστημιακός Βασίλης Μακρυδήμας. Η ιδέα με ενθουσίασε, ιδίως δε όταν διάβασα το μυθιστόρημά του «Στη σκιά της πλατείας των Νικών» (Εστία, 1948).
ΠτΘ: Μέχρι στιγμής, το εκδοτικό σας πρόγραμμα στρέφεται κυρίως προς τη μετάφραση ξενόγλωσσων έργων. Πώς φαντάζεστε τη σχέση των εκδόσεων Στίλβη με την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή στο μέλλον;
Μ.Γ.: Όπως βλέπετε, δεν θεραπεύω μόνο την παραγωγή της αλλοδαπής. Στο ενεργητικό των εκδόσεων χρεώνεται και ο τόμος «Άπαντα τα ευρεθέντα» του Τ. Κ. Παπατσώνη. Πρόκειται για όλα, τα εκτός συλλογών, δημοσιευμένα ποιήματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν με την ετικέτα Librofilo, βιβλιοπωλείο αγαπημένο, με το οποίο διατηρώ ισχυρούς φιλικούς δεσμούς. Το ίδιο ισχύει και για τον συλλογικό τόμο «Όψεις του θρησκευτικού φαινομένου στη λογοτεχνική κριτική του Μεσοπολέμου 1922-1940», ενώ τον Νοέμβριο της χρονιάς που μας πέρασε η σειρά «Ars Poetica» εμπλουτίστηκε με την ποιητική συλλογή του Αλέκου Λούντζη, «Προπαγάνδα». Όπως διαπιστώνετε, προσπαθώ να κρατήσω κάποιες ισορροπίες, πιστεύοντας ότι σύντομα ο κατάλογος θα έχει να επιδείξει και αξιόλογα ελληνικά. Υπομονή.
ΠτΘ: Η ελληνική πολιτεία επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να ενισχύσει τη μετάφραση ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό. Με βάση την εμπειρία σας, πώς αντιμετωπίζεται η μετάφραση γαλλικών έργων σε άλλες γλώσσες από θεσμούς στη Γαλλία;
Μ.Γ.: Για την Ελλάδα –επειδή ζω λίγα χρόνια στη χώρα– δεν μπορώ να σας πω πολλά. Ακούω συγγραφείς να παραπονιούνται, μαθαίνω για αλλαγές στα θέματα της πολιτικής της ντόπιας λογοτεχνικής παραγωγής, αλλά πραγματικά, δεν μπορώ να ανοίξω μια τέτοια συζήτηση δίχως να έχω σοβαρή ενημέρωση. Μπορώ να σας πω, αντιθέτως, ό,τι θέλετε για τη Γαλλία, όπου υπάρχουν συντονισμένες κρατικές δράσεις υποστήριξης, κυρίως σε ό,τι αφορά τους νέους συγγραφείς. Ελπίζω τα πράγματα να εξελιχθούν προς το καλύτερο και στην Ελλάδα.
ΠτΘ: Η μακρόχρονη επαφή σας με τη γαλλική εκδοτική πραγματικότητα σάς επιτρέπει ενδεχομένως και μια συγκριτική ματιά. Ποιες διαφορές ή πρακτικές θεωρείτε πως θα ήταν ιδιαίτερα γόνιμες για τον ελληνικό χώρο;
Μ.Γ.: Νομίζω πως σ’ αυτήν την ερώτησή σας θα είμαι σε θέση να σας απαντήσω αφού πρώτα καταλάβω πώς ακριβώς λειτουργεί η ελληνική εκδοτική «μηχανή». Γιατί όπως, ίσως, θα καταλάβατε, προς το παρόν δρω ως «dilettante» (όχι με την έννοια του ερασιτέχνη, αλλά με εκείνη της ικανοποίησης και του ενθουσιασμού που οφείλω όχι μόνο να έχω, αλλά και να προσφέρω· η λατινική ρίζα delectare τα λέει νομίζω όλα), χωρίς, φυσικά, να αδιαφορώ για όλα όσα γίνονται γύρω μου.
ΠτΘ: Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται δυναμικά στη μετάφραση και την επιμέλεια, πώς φαντάζεστε το μέλλον του ανθρώπινου παράγοντα στο βιβλίο;
Μ.Γ.: Για την τεχνητή νοημοσύνη, ας μην προδικάζουμε. Σε οριστικά συμπεράσματα δεν μπορούμε να καταλήξουμε, είναι πολύ νωρίς ακόμη. Πιστεύω, όμως, ότι ο άνθρωπος που τη δημιούργησε δεν θα αφεθεί να ξεπεραστεί από το δημιούργημά του. Το βλέπω νομοτελειακά.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
