Ολα εδω να μεινουν…
«Ο ρόλος της λογοτεχνίας είναι να φυτρώνει εκεί που δεν τη σπέρνουν, να χώνει τη μύτη της παντού. Εκεί όπου αρχίζουν οι παραλείψεις και τα καλά κρυμμένα μυστικά που οι ιστορικοί αφήνουν έξω από την Ιστορία», εκμυστηρεύεται ο Ιταλός συγγραφέας Αντόνιο Ταμπούκι.[1] Σ’ αυτήν ακριβώς τη χαραμάδα, εκεί όπου η Ιστορία σιωπά ή ψιθυρίζει αμήχανα, εισχωρεί η Ελισάβετ Χρονοπούλου, με μια αφήγηση που επιμένει: «Εδώ να μείνουν. Όλα εδώ να μείνουν» και που αντιλαμβάνεται τη μνήμη ως πράξη ηθικής ευθύνης.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου, λοιπόν, με τη γενναία της πένα –γιατί χρειάζεται σθένος να αναμετρηθείς με τα ταραγμένα χρόνια της γερμανικής κατοχής και τα μετεμφυλιακά απόνερα, έστω και λογοτεχνικά– προχωρά σε μια κατάδυση στη σκοτεινή ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’40 κι ύστερα. Μέσα από μια ατομική-οικογενειακή εμπειρία, βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά και πρόσωπα, απεικονίζει τη συλλογική συμφορά της εποχής εκείνης. Και μπορεί να καταγράφει αιχμηρώς το παρελθόν που χάθηκε ανεπιστρεπτί, όμως το βλέμμα της στρέφεται στο παρόν και κυρίως στο μέλλον.
Ο λόγος για το νέο της μυθιστόρημα που τιτλοφορείται «Επί σκοπώ πλουτισμού», που κυκλοφόρησε στις αρχές του έτους από τις εκδόσεις Πόλις, σε επιμέλεια της Ευδοξίας Μπινοπούλου.
Στο μυθιστόρημά της αυτό ο θάνατος είναι που πυροδοτεί τη δράση –ή μάλλον πολλοί θάνατοι.
«Αγαπητέ Γιώργο,
Με την παρούσα επιστολή […] επιθυμώ να σε πληροφορήσω ότι στις 13 Φεβρουαρίου 1951, ημέρα Τρίτη, και λίγα λεπτά μετά τις 14:00, […] με οκτώ μαχαιριές στο στέρνο, στον τράχηλο και την κοιλιακή χώρα, δολοφόνησα τον παππού σου, Γεώργιο Ασλανίδη, ετών 29. Ο φόνος ετελέσθη εν ψυχρώ» (σ. 22).
Η συγκλονιστική αυτή εξομολόγηση λειτουργεί καταλυτικά. Κι όμως, πριν από αυτόν τον φόνο, έχει προηγηθεί άλλος ένας θάνατος: εκείνος του ίδιου του εξομολογούμενου, του Δημοσθένη Σαρίκα, που καλεί τον αφηγητή, εγγονό και συνονόματο του παππού του, Γεώργιο Ασλανίδη, να ανασκάψει τη ζωή του και, μαζί, τα θεμέλια μιας οικογενειακής και εθνικής σιωπής. Ήταν παραμονή του Δεκαπενταύγουστου του 2023, όταν εκείνος δέχθηκε ένα τηλεφώνημα, που του γνωστοποιούσε ότι ο Δημοσθένης Σαρίκας βρίσκεται στο νοσοκομείο και πνέει τα λοίσθια –«Δεν γνώριζα κανέναν μ’ αυτό το όνομα» εκμυστηρεύεται (σ. 15). Μπορεί εκείνος να μην τον γνώριζε, όμως ο Δημοσθένης Σαρίκας και τον γνώριζε και τον είχε ορίσει ως μοναδικό του κληρονόμο.
Μετά και τον θάνατο του αγνώστου –αρχικά– Σαρίκα, ο αφηγητής αποφασίζει να αψηφήσει την πατροπαράδοτη οδηγία «Μην το ξυπνάς το παρελθόν» (σ. 24) και να σκαλίσει τις παλιές ιστορίες. Εντοπίζει, λοιπόν, σε ένα συρταράκι του κομοδίνου, στην κρεβατοκάμαρα του αποθανόντος, ένα συνηθισμένο μπλε τετράδιο, στις σελίδες του οποίου κρυβόταν η αλήθεια. Όλα εκεί τα κατέγραψε ο Δημοσθένης Σαρίκας. Ξεκινώντας λίγο πριν τον θάνατό του, τον Ιούλιο του 2023, αφηγείται στοιχεία για την οικογένειά του, με την αρχή να σηματοδοτεί ένα περιστατικό του Γενάρη του ’42, για να μας εισάγει σταδιακά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής. Μέσα στις σελίδες του ζωντανεύουν η πείνα, οι τραγικές συνέπειες του λιμού, οι άδειες κυκλοφορίας, οι ψίθυροι της Αντίστασης, οι διαδρομές του ΕΑΜ, οι διώξεις, οι προδοσίες, η οργάνωση «Λεύτερη Νέα», οι γονείς που απαρνούνται τα παιδιά τους λόγω φρονημάτων, αλλά και οι δυνάμεις καταστολής, όπως η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, η Γενική και Ειδική Ασφάλεια, τα Τάγματα Ασφαλείας κ.ά., κυρίως όμως, πρωταγωνιστούν η νεαρή αδερφή του Αμαλία, η κολλητή της φίλη Λιλή, ο μελλοντικός της σύντροφος Γεώργιος Ασλανίδης κ.ά.
Μέχρι που φτάνουμε στη 16η Ιουλίου 1944, μια ημερομηνία που εγγράφεται ως ανεπούλωτη πληγή. Είναι η τελευταία μέρα που ο Δημοσθένης Σαρίκας θα δει ζωντανή την Αμαλία –ένας θάνατος που έρχεται να τον συντρίψει, αλλά και να σφραγίσει τη μετέπειτα ζωή του. Από εκείνο το σημείο ξεκινά πραγματικά μια συγκλονιστική αφήγηση, μια προσωπική διαδρομή, κατά την οποία βρισκόμαστε πραγματικά «μέσα στο σπίτι του μπλε τετραδίου», μέσα στο παρελθόν.
Στον πυρήνα του μυθιστορήματος, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, δεσπόζει η έννοια του πλουτισμού ως ηθικής αποσάθρωσης. Αναφέρεται φυσικά σε όλους εκείνους που όχι μόνο αποφάσισαν να συνεργαστούν με τις κατοχικές δυνάμεις, αλλά παράλληλα απεκδύθηκαν της ανθρώπινης διάστασής τους, καταφεύγοντας σε εκβιασμούς, βιοπραγίες και δολοφονίες «επί σκοπώ πλουτισμού» –όπως έπραξε και ο παππούς του αφηγητή, Γεώργιος Ασλανίδης. Ακολουθούν μερικά συγκλονιστικά αποσπάσματα για την τραγική του δράση, αλλά και των ομοίων του: «Ο κατηγορούμενος εζήτησε 80 χρυσάς λίρας από τον πατέρα μου προκειμένου να μη με συλλάβη […], ειδάλλως θα με παρέδιδε εις τους Γερμανούς ως Εαμίτισσα και θα κατέληγα εις Χαϊδάρι» (σ. 108), «Όπως η ίδια μου είπε [η Αμαλία], την είχον δείρει ανηλεώς με συρματόσχοινο και την είχον υποβάλει εις το μαρτύριον της φάλαγγος, οι δε μηροί της ήσαν διάστικτοι από καψίματα τσιγάρου. Ήτο καταματωμένη και εσφάδαζε από τον πόνο» (σ. 109), «[…] γνωρίζω όμως ότι ο δικός του σκοπός ήτο ο πλουτισμός και μόνον» (σ. 111). Με το διαβόητο «Κρυστάλ» να εμφανίζεται κι αυτό στις περιγραφές, ένα ξενοδοχείο που εκείνη την περίοδο μετατράπηκε σε κολαστήριο επί γης.
Ο αφηγητής δεν παύει να επικοινωνεί το χρέος που έχει, να ανακαλύψει τα γεγονότα, να τα βάλει στη σειρά και να μας τα διηγηθεί. Ανάλογο βάρος φέρει και η συγγραφέας, η οποία μας αποκαλύπτει το «χρέος» της στο ευσύνοπτο σημείωμα στο εσωτερικό του εξωφύλλου, με αφορμή τη «συνάντησή» της με τις δυσανάγνωστες χειρόγραφες σελίδες στα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Αθηνών, της περιόδου 1945-1949. «Με στοίχειωναν αυτές οι μακρινές φωνές που μέσα σε κλίμα ακραίου διχασμού, ανομίας, φόβου και αβεβαιότητας, διστάζοντας και τολμώντας, καταγγέλλοντας και αναιρώντας, […] πάσχιζαν να εξιστορήσουν τις προσωπικές τους τραγωδίες. Αποζητώντας τη δικαίωση που θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να ζουν. Οι περισσότεροι δεν τη βρήκαν. […] Τι απέγιναν; Τι απέγινε όλος αυτός ο αδικαίωτος πόνος; Πώς συνέχισαν; Πώς συνεχίζουμε;»
Σημειωτέον πως στην έκδοση αυτή φιλοξενούνται και σκίτσα του Γιάννη Κοκιασμένου, που αν και μετριούνται στην παλάμη ενός χεριού –τέσσερα είναι συνολικά, εκ των οποίων το ένα κοσμεί και το εξώφυλλο–, επιλέγονται να διανθίσουν την αφήγηση σε κομβικά της σημεία, ενισχύοντας τη συναισθηματική κορύφωση και την κινηματογραφική-αναπαραστατική της διάσταση.
Ολοκληρώνοντας την αφήγηση, παρατίθενται ως Παράρτημα, πρώτον, μερικές σελίδες από τα πρακτικά της δίκης του Ασλανίδη, οι πρωτότυπες, με ορισμένες τροποποιήσεις που επεξηγούνται και, δεύτερον, τα ποιήματα της Αμαλίας Σαρίκα από το τετράδιο των ποιημάτων της. Ορθώς και δημοκρατικώς ενεργώντας, η κ. Χρονοπούλου επιλέγει για κάθε αναγνώστη που δεν είναι εξοικειωμένος με την ιστορική πραγματικότητα της εποχής να παραθέσει κι ένα ευσύνοπτο, αλλά πολύ περιεκτικό Επίμετρο του ιστορικού Μενέλαου Χαραλαμπίδη. Τα στοιχεία που παραθέτει είναι κι εκεί συγκλονιστικά. Μεταξύ άλλων, ο τελευταίος επισημαίνει: «Στα δύο μεγαλύτερα Ειδικά Δικαστήρια (Δωσιλόγων) της χώρας, στο Αθηνών και στο Πειραιώς, απαλλάχθηκε και αθωώθηκε περίπου το 98% όσων είχαν μηνυθεί ως συνεργάτες του κατακτητή. […] Οι αποφάσεις των δικαστών στα δικαστήρια του νομού Αττικής έστειλαν στο εκτελεστικό απόσπασμα 2 άτομα ως δωσιλόγους και 101 αντιστασιακούς του ΕΑΜ ως δολοφόνους» (σ. 197).
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου, στο νέο της αυτό μυθιστόρημα, υφαίνει μια πολυεπίπεδη αφήγηση, όπου επιστολές, δικαστικά πρακτικά, εσωτερικοί μονόλογοι, κινηματογραφικές περιγραφές και ποιήματα συνθέτουν ένα μωσαϊκό μνήμης, σκεπτόμενη ίσως πως, εφόσον η Ιστορία αποτυγχάνει να αποδώσει δικαίωση, ίσως η λογοτεχνία να μπορεί να διασώσει ό,τι κινδυνεύει να παρασυρθεί από τη νεροσυρμή του χρόνου… έστω και σε ένα χάρτινο και φανταστικό σύμπαν.
Ελισάβετ Χρονοπούλου, μια πορεία ανάμεσα σε δύο τέχνες
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Λ. Σταυράκου και στο Lorenzo de’ Medici Institute στη Φλωρεντία. Από το 1985 εργάζεται ως σκηνοθέτις, σεναριογράφος και μοντέζ στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Έχει σκηνοθετήσει τηλεταινίες και τηλεοπτικές σειρές, καθώς επίσης και κινηματογραφικές ταινίες, με πιο πρόσφατη τη «Μικρή Άρκτο» (2015).
To 2013 και το 2017 αντίστοιχα κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Πόλις οι συλλογές διηγημάτων της «Φοράει κοστούμι» και «Ο έτερος εχθρός», η οποία τιμήθηκε με το Βραβείο Διηγήματος από την Ακαδημία Αθηνών και με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας. Επίσης, το 2024 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη το βιβλίο της «Γιώργος Αρβανίτης – Μια ζωή στο φως».
[1] Αστερόπη Λαζαρίδου, «Αντόνιο Ταμπούκι: “Μόνο το ατελές μάς συγκινεί”», «Το Βήμα» (25/11/20028). Ανακτήθηκε από: https://www.tovima.gr/2008/11/25/books-ideas/antonio-tampoyki-3/
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
