Μπηκε για τα καλα ο χειμωνας…
Μπήκε για τα καλά ο χειμώνας. Κι είναι γοητευτικός ο άτιμος… Προκλητικά γοητευτικός… αν και άγριος. Φυσά, χιονίζει, βρέχει, παγώνει, καταστρέφει…
Ίσα ίσα, αυτή η δόση της άγριας ασχήμιας του είναι που μας τραβάει και μας σαγηνεύει…
Ίσως γιατί… τότε θυμόμαστε πάλι την ανθρώπινη φύση μας.
Σοκάρεσαι από τη δυστυχία που συναντάς τριγύρω σου.
Στους λασπωμένους και παγωμένους δρόμους παρούσα η αγωνία για ζωή και επιβίωση.
Βάζεις το χέρι στην τσέπη να δώσεις λίγα ψιλά, λίγες ελπίδες ακόμη.
Γυρίζεις το κεφάλι από την άλλη μεριά και φεύγεις…
Ντρέπεσαι να αντικρύσεις την ασχήμια και να ακούσεις το ευχαριστώ…
Έξω από το σούπερ μάρκετ… «Έχω δύο μέρες, Κύριε, να φάω…», ψιθυρίζει ένα μικρό κοριτσάκι καθώς σε κοιτάζει στα μάτια.
Δεν ζητάει χρήματα… κάτι να φάει μόνο.
Και πώς μπορείς ν’ αντισταθείς; Μόνο σκύβεις το κεφάλι από ντροπή…
Γυρίζεις σπίτι, στη ζεστασιά σου και στα αυτιά σου ηχούν σαν σειρήνες οι φωνές της μικρής.
«Έχω δύο μέρες, Κύριε, να φάω…» και τότε σκέπτεσαι ότι ο χειμώνας είναι η καλύτερη εποχή του χρόνου για να δείξουμε την ανθρωπιά μας… Αν μας έχει μείνει ακόμα λίγη ανθρωπιά.
Ίσως και για αυτό να είναι γοητευτικός ο άτιμος.
Μπήκε για τα καλά ο χειμώνας… και από το πρωί έξω βρέχει! Και ο αέρας λυσσομανά και ξεριζώνει ό,τι βρει στο διάβα του…
Η βροχή βέβαια είναι ωραίο πράγμα.
Μας ταξιδεύει μέσω της γλυκιάς της μελαγχολίας, που μας προκαλεί όταν τη βλέπουμε να πέφτει στους δρόμους, να σχηματίζει λίμνες καταμεσής του δρόμου και ρύακες μικρούς στην άκρη.
Χιλιάδες στάλες, δάκρυα ίσως ανθρώπων μοναχικών μέσα στις απρόσωπες πόλεις, που τρώνε σιγά σιγά την ψυχή μας, χορεύουν έναν απρόσμενο χορό! Χορός μακρόσυρτος και μελαγχολικός… Χασαποσέρβικος της ζωής.
Αυτές τις μέρες έξω βρέχει! Και ο αέρας που λυσσομανά… μα παίρνει τα μυαλά.
Τα μάτια μας κοιτούν έξω και τη βροχή χαζεύουν, μα η σκέψη του καθενός μας ταξιδεύει σε άλλες εποχές.
Ταξίδι στα χρόνια που πέρασαν, τις βροχερές εκείνες μέρες, που με σταγόνες γράψανε ανεξίτηλα κομμάτια της ζωής του καθενός μας, κομμάτια της ψυχής μας.
Στεκόμαστε στο παράθυρο και… πολλές φορές παρακαλούμε να βρέξει δυνατά, να φύγουν όλες οι κακές οι σκέψεις και οι σταγόνες οι πικρές που ξεχειλίζουν στη ζωή μας! Να καθαρίσει το μυαλό μας, όπως το παρμπρίζ του αυτοκινήτου από τις λάσπες τις πολλές!
Σαρώνουμε με τους υαλοκαθαριστήρες το παρμπρίζ.
Φεύγουν οι σταγόνες, μα μένουν οι σκέψεις στο μυαλό μας. Αυτές δεν φεύγουν… Πεισματικά κλωθογυρίζουν μέσα μας… Κυρίως όταν είμαστε μόνοι και αναπολούμε.
Κάποτε ήταν γλυκές… Τώρα, καθώς περνούνε τα χρόνια, είναι αναμνήσεις! Σκέτες αναμνήσεις! Και γίνονται βόλια.
Από το πρωί έξω βρέχει!
Ίσως για να ξεπλύνει τις ντροπές μας και τις… πομπές μας.
Για να μπορέσουμε να διαβούμε τον καινούργιο χρόνο πιο καθαροί… Ως άλλοι άνθρωποι…
*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το ιστορικό μυθιστόρημα «Οίκαδε…» (εκδ. Βιβλιοπωλεία Δημητριάδη, Αλεξανδρούπολη 2022).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
