Απο τον Πενταλοφο στο Ορμενιο ν. Εβρου: Η οικογενεια του Βλαση και της Χρυσης Βλασακιδη
Μαρτυρία: Βασίλης Βλασακίδης
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο ακριτικό Ορμένιο ν. Έβρου, όπου εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί. Υπήρξε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με τα της γης και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» διασώζει, κυρίως, ιστορίες προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου, όπως η οικογένεια που ανέφερε στο προηγούμενο κείμενό της, αυτή του Ιωάννη Πούλκου και της Αγγελικής Παγωνίδου, που εγκατέλειψαν το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο.
Εκτός από αυτές τις οικογένειες όμως, καταγράφει μαρτυρίες και άλλων, που εγκατάλειψαν άλλες περιοχές του Έβρου, όπως για παράδειγμα τον Πεντάλοφο και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο. Μία τέτοια οικογένεια πρωταγωνιστεί στο σημερινό της κείμενο, η οικογένεια του Βλάση Βλασακίδη και της Χρυσής Βλασακίδου, όπως τη μεταφέρει σε αφήγησή του ο απόγονος της οικογένειας Βασίλης Βλασακίδης και διασώζει η Χρυσούλα Ιωαννίδου.
Ακολουθεί η αφήγηση του κ. Βλασακίδη.]
Ο Βλάσης (μετέπειτα Βλασάκης) Βλασακίδης και η Χρυσή Βλασακίδου ήταν ανδρόγυνο. Ήταν ο παππούς και η γιαγιά μου, γονείς του πατέρα μου.
Ο παππούς μου, Βλασάκης, γεννήθηκε στον Πεντάλοφο (Μπέστεπε) το 1890 και πέθανε το 1972. Η γιαγιά μου, Χρυσή, γεννήθηκε στη Γυαλιά το 1895 περίπου και πέθανε το 1978. Η Γυαλιά και η Μπάρα ήταν τότε δύο χωριά πολύ κοντά μεταξύ τους. Σήμερα όμως δεν υπάρχουν, μιας και χάραξαν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στη μέση αυτών των χωριών. Η επιτροπή που χάραζε τότε τα σύνορα ζήτησε από τους κατοίκους των δύο αυτών χωριών να τους πληρώσουν με χρυσές λίρες, για να τα αλλάξουν. Αυτοί όμως αρνήθηκαν και αναγκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν, γιατί οι περιουσίες τους είχαν μείνει στο βουλγαρικό έδαφος.
Τον πατέρα του παππού Βλάση τον έλεγαν Αντρέα και τη μητέρα του Μάλτα. Είχε κι έναν αδερφό, που έμεινε στον Πεντάλοφο και μια αδερφή, που παντρεύτηκε στο Θεραπειό. Τον πατέρα της γιαγιάς Χρυσής τον έλεγαν Γιαννάκη και έζησε 106 χρόνια. Τη μάνα της τη λέγανε Θωμαή. Είχε δύο αδερφές. Η μία παντρεύτηκε στο Σπήλαιο και η άλλη στην Πλάτη. Η γιαγιά μου, η Χρυσή, μου έλεγε ότι, όταν ήταν μικρή, ο μπαμπάς της την έπαιρνε με το κάρο και πηγαίνανε στο «Κάστρο» (εννοούσε την Αδριανούπολη), φορτωμένοι με κάρβουνα που τα πουλούσαν εκεί. Από το «Κάστρο» αγόραζαν αλάτι, ζάχαρη και ό,τι άλλο χρειάζονταν. Τα λεφτά που τους περίσσευαν από την πώληση τα έκαναν χρυσές λίρες.
Ο Βλασάκης και η Χρυσή απέκτησαν πολλά παιδιά. Έζησαν όμως μόνο τέσσερα: Ο Θανάσης και η Παναγιώτα γεννήθηκαν στον Πεντάλοφο και ο πατέρας μου, Αγοράστης και η Μενεξιά γεννήθηκαν στο Ορμένιο –εκτός από το όνομα Θανάσης, τα άλλα είναι καθαρά του Πενταλόφου, συνηθίζονταν εκεί. Στον Πεντάλοφο, μετά τη χάραξη των συνόρων, δυσκόλεψαν τα πράγματα. Δεν υπήρχε πολύς χώρος για να μπορούν να ζήσουν όλοι εκεί και τα χωράφια ήταν λιγοστά. Έτσι, πολλές οικογένειες αποφάσισαν να κατέβουν στο Ορμένιο. Αυτό γινόταν από το 1922 έως το 1924. Κατέβηκαν λοιπόν στο Ορμένιο και «πιάσανε τόπο» όπως έλεγαν. Θα άρχιζε γι’ αυτούς μια καινούργια ζωή. Όλοι ήταν φτωχοί, ίσα που τα έφερναν βόλτα από χρόνο σε χρόνο. Είχαμε πρόβατα, αγελάδες, κότες και για αυτό δεν πεινάσαμε, μου έλεγε η γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ήταν αγράμματη, αλλά ήξερε όλες τις γιορτές του χρόνου. Χωρίς ημερολόγιο, χωρίς τίποτα. Ήταν αδιανόητο να καθίσει να φάει χωρίς να κάνει πάντα τον σταυρό της. Πριν κόψει το καρβέλι το ψωμί, το φιλούσε πρώτα. Εγώ απορούσα πάντα, πώς γίνεται να τα ξέρει όλα, χωρίς να τα έχει κάπου γραμμένα. Έλεγε πάντα σοφά λόγια και εγώ τη θαύμαζα. Ο παππούς μου δεν ήταν έτσι, του άρεσαν τα ουζάκια…
Για όλους ήταν δύσκολα μέχρι να προσαρμοστούν. Συνέχιζαν να έρχονται και άλλοι, από άλλα μέρη. Θα έπρεπε να ζήσουν όλοι μαζί. Θα τα κατάφερναν; Κι όμως, τα κατάφεραν. Υπήρχαν και περιστατικά κάπως βίαια. Είχα ακούσει από τον παππού Αρχοντή, ότι μια μέρα που είχε πάει να σπείρει, είδε από μακριά μια ομάδα αντρών να κατευθύνεται προς το μέρος του. Όσο πλησίαζε η ομάδα, ακούγονταν φωνές και βρισιές. «Τι θέλατε και ήρθατε εδώ; Να πάτε από εκεί που ήρθατε» και άλλα πολλά έλεγαν. Όλα αυτά τα έκαναν για να έχουν παραπάνω μεριά, για να πάρουν πιο πολλά χωράφια. Ο παππού Αρχοντής ήταν μόνος του. Κατάλαβε ότι η ομάδα είχε άγριες διαθέσεις. Στο κάρο του είχε πάντα ένα περίστροφο –το είχε όπου και να πήγαινε. Μόλις έφτασε κοντά του η ομάδα, έβγαλε το περίστροφο για να τους φοβερίσει. Βλέποντας το περίστροφο, εκείνοι σταμάτησαν με μιας. «Από τότε», μου έλεγε, «δεν μας πείραξαν ποτέ πια».
Τα παιδιά τους μεγαλώσανε και έπρεπε να παντρευτούν, αλλά δεν ήταν εύκολο. Δεν είχαν αρχίσει να γίνονται μικτοί γάμοι. Τα κορίτσια πήγαιναν και έπαιρναν νερό από το βαθύ το πηγάδι. Εκεί είδε ο παππού Θόδωρης (σ’ καρούμ) τη γιαγιά Ναστασιά και την άρεσε πολύ. Είπε στον πατέρα του να πάνε να τη γυρέψουν. Πήγαν λοιπόν στον παππού Τασίδη και εκείνος δέχτηκε να γίνει ο γάμος. Ακολούθησε ο γάμος του Αδάμ και της Κυράννας και άλλοι πολλοί, όπως και των γονιών μου. Όλοι οι παραπάνω γάμοι ήταν μικτοί, μεταξύ καταγόμενων από το Ουρούμκιοϊ και τον Πεντάλοφο. Όποιος δεν παντρευόταν, πριν πάει φαντάρος, δύσκολα έβρισκε γυναίκα όταν γύριζε. Τον έλεγαν γεροντοπαλλήκαρο.
Οι γονείς μου παντρεύτηκαν και απέκτησαν εμένα και την αδερφή μου. Ο πατέρας μου ήταν ανήσυχο πνεύμα και ήθελε να φύγει για τη Γερμανία. Ο παππούς μου αντιδρούσε, γιατί όλη η δουλειά θα έπεφτε σε αυτόν. Ο πατέρας μου όμως δεν τον άκουσε και το 1960 έφυγε –εγώ τότε ήμουν δέκα χρονών. Έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Μου στοίχισε πολύ η απουσία του. Η χαριστική βολή ήρθε έναν χρόνο μετά, που έφυγε και η μάνα μου. Ήμουν απαρηγόρητος και για μια εβδομάδα δεν πήγαινα σχολείο. Το 1962 ήρθε ο πατέρας μου και μας πήρε. Εδώ ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο…
Η γιαγιά μου μας αγαπούσε πολύ, όλα τα εγγόνια. Μέσα στην αυλή ήμασταν τρία αγόρια και η αδερφή μου. Τον Χρήστο, αργότερα παπα-Χρήστο, η θεία Κιρκιά τον έφερε από τον παππού Ντιαμίρ. Όμως, δεν τον ξεχώρισε κανένας μα κανένας από την οικογένεια, ήταν σαν να γεννήθηκε στο σπίτι μας. Εγώ, να φανταστείς, πολύ αργά γνώρισα ότι δεν ήταν παιδί του θείου μου. Αυτό όμως δεν μας εμπόδισε να είμαστε πρώτα ξαδέρφια. Ζήσαμε πολύ ωραία χρόνια στο χωριό. Πήγαινε και έπαιρνε το τρακτέρ από τον παππού σου, Χρυσούλα. Είχαμε και ’μείς ίδιο. Κουβαλούσαμε άμμο από τα ρυάκια –τότε, κτίζονταν πολλά σπίτια στο χωριό.
Ήρθαν οι δικοί μας από διάφορα μέρη της περιοχής εδώ και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο. Πώς ήταν άραγε; Τόσο απλά; Δεν το νομίζω. Αυτοί οι άνθρωποι ξεσπιτώθηκαν, αφήσανε πίσω τους τον τόπο που γεννηθήκανε εκεί που μεγαλώσανε, τις αναμνήσεις τους, τα όνειρά τους…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
