Η ζωη πριν το ηλεκτρικο ρευμα: Μαρτυριες μιας αλλης εποχης, απο το Ορμενιο ν. Εβρου

Στα σοκάκια της μνήμης…

[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου  διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας και σήμερα, παράλληλα με τις αγροτικές της ασχολίες, καταπιάνεται με τη διαφύλαξη της τοπικής προφορικής ιστορίας, με πιο πρόσφατο πόνημά της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).

Για το παρόν της κείμενο, αφορμή στάθηκε ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός: μια μικρή διακοπή ρεύματος στον οικισμό του Ορμενίου, που λειτούργησε όμως ως καταλύτης, για να ανακαλέσει μνήμες και μαρτυρίες συγχωριανών της, μεταφέροντάς μας σε εποχές όπου το ηλεκτρικό ρεύμα ήταν ανύπαρκτο και η νύχτα κάλυπτε τους εξωτερικούς χώρους με μια σχεδόν απόλυτη πυκνότητα. Τότε δηλαδή που οι γκαζόλαμπες και οι φακοί με μπαταρία χρησιμοποιούνταν με φειδώ.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ωστόσο, η έλλειψη δεν γεννούσε μόνο δυσκολίες, αλλά και φαντασία. Οι κάτοικοι του χωριού, ιδίως οι μεγαλύτεροι, δεν δίσταζαν να πλάθουν μύθους και αφηγήσεις για πλάσματα του σκοταδιού, ξωτικά, διαβολάκια και άλλες μορφές, συχνά παίζοντας με τα παιδιά, άλλοτε για να τα φοβίσουν και άλλοτε για να τα ψυχαγωγήσουν.

Παράλληλα, η κ. Ιωαννίδου μάς μεταφέρει σε εκείνες τις εποχές όπου για θέρμανση και μαγείρεμα κυριαρχούσε η σόμπα, το κέντρο του σπιτιού και της οικογενειακής ζωής. Θυμίζει τα βασικά υλικά που δεν έλειπαν από κανένα νοικοκυριό, με πρώτο το αλεύρι, και αναδεικνύει την ευρηματικότητα των νοικοκυρών, οι οποίες, ακόμη και μέσα στην έλλειψη, κατάφερναν με μαεστρία να ετοιμάζουν φαγητά απλά αλλά χορταστικά, ώστε να τραφούν όλοι. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στις εποχές πριν από το διαδίκτυο, όταν η επικοινωνία γινόταν κυρίως μέσω γραμμάτων, ενώ το μοναδικό τηλέφωνο του χωριού βρισκόταν στο καφενείο.

Οι αναμνήσεις αυτές που διασώζει δεν αποσκοπούν σε μια εξιδανικευμένη προγονολατρεία ούτε σε μια νοσταλγική ωραιοποίηση του παρελθόντος. Αντιθέτως, αναδεικνύεται ένα διαχρονικό μήνυμα: ότι μπροστά σε κάθε δυσκολία, η ανθρώπινη εφευρετικότητα, η συλλογικότητα και η φαντασία μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση.]

Ψες κόπηκε το ρεύμα. Γύρισε το μυαλό μου στα δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του εξήντα. Η λάμπα με το γκάζι (καθαρό πετρέλαιο) ήταν το απαραίτητο εργαλείο που έπρεπε να υπάρχει σε κάθε σπίτι. Μία ή δύο λάμπες τοίχου μέσα στο σπίτι και η κρεμαστή, ή  της θύελλας αλλιώς, που την κρατούσαν στο χέρι, όταν πήγαιναν στον μαχαλά ή στον στάβλο τους, για να δουν τα πράματα (ζώα). Σε κάθε σπίτι υπήρχε επίσης και ένας πλακέ φακός με μπαταρία. Με αυτόν κυκλοφορούσαν πιο εύκολα οι άντρες, μιας και τον είχαν πάντα πάνω τους. Όμως, το πετρέλαιο το είχαν για όλες τις ώρες, ενώ τον φακό με την μπαταρία για λίγο. Όταν αργότερα έβρισκαν πιο εύκολα μπαταρία, τον χρησιμοποιούσαν και περισσότερο.

Δύσκολα χρόνια… το σκοτάδι ήταν πυκνό. Ούτε εξωτερικά φώτα υπήρχαν, οπότε τα παιδιά φοβόντουσαν τον κάθε θόρυβο και πόσο μάλλον, όταν οι μεγαλύτεροι τους μιλούσαν για ξωτικά, καλικάντζαρους, διαολάκια (διαβολάκα) και τον μάμο. «Πόψι μι πάτσι νήσκιλους (ίσκιος), να, κοίτα, γιόμσα  μιλανιές (μελανιές)», έλεγαν οι γυναίκες μεταξύ τους. Ποιος ξέρει πού χτυπούσαν από τη βιασύνη τους και μελάνιαζε το σώμα τους, αλλά η απλή εξήγηση ήταν αυτή. «Με πάτησε ο ίσκιος», έλεγαν και έβαζαν κάτω από το στρώμα ένα μαχαίρι, για να φοβάται ο ίσκιος να πάει κοντά τους, ή έβαζαν κλαδάκια και λουλουδάκια από τις κιρατσούδες (κατηφέδες) –ποιος ξέρει τι μαγική ιδιότητα είχαν και αυτά! 

Εκείνα τα χρόνια διηγούνταν διάφορες ιστορίες που συνέβαιναν τις νύχτες στα  σκοτεινά: Καλικάντζαροι που έβγαιναν από τα πηγάδια και έστηναν χορό, διαολάκια που ανέβαιναν στις ράχες των αντρών, όταν γύριζαν από το καφενείο –μεθυσμένοι βέβαια γύριζαν οι περισσότεροι στα σπίτια τους. Όσοι δεν έπιναν, τους έκαναν πλάκες. Έβαζαν σκοινιά από τη μια μεριά του δρόμου στην άλλη και οι μεθυσμένοι βρίσκονταν ξαπλωμένοι καταγής. Μάζευαν το σκοινί αυτοί που έκαναν την πλάκα και οι μεθυσμένοι έλεγαν: «με πηδίκλουσαν (με έβαλαν τρικλοποδιά) τα διαολκά (διάβολοι)».

Επίσης, τα παλιά τα χρόνια, για να στεγνώσουν τα ρούχα, τα άπλωναν μέσα στο σπίτι. Είχαν δεμένο ένα σκοινί από τον έναν τοίχο στον άλλον και τα κρεμούσαν εκεί. Από το λιγοστό φως της λάμπας δημιουργούνταν στους τοίχους του δωματίου διάφορες φοβερές σκιές. Πού να ανοίξεις τα μάτια σου, τα έκλεινες σφικτά και κοιμόσουν.  Για να πας να κατουρήσεις δε ολόκληρη ιεροτελεστία. Έπρεπε να ξυπνήσεις έναν μεγαλύτερο να σε βγάλει έξω και να σε πάει ή στην τουαλέτα που ήταν έξω από το σπίτι και κάπως μακριά ή να σε βάλει να κατουρήσεις δίπλα στη μαζεμένη  κοπριά  των ζώων. Όταν ήταν η περίοδος που γεννούσαν τα ζώα και όλη τη νύχτα πηγαινοέρχονταν στον στάβλο, ο θόρυβος που άκουγες σε έκανε να τυλίγεις πιο σφιχτά την κουβέρτα πάνω σου και να μη βγάζεις μιλιά, μήπως και σου την πάρουν οι καλικάντζαροι! 

Αφού είχε κοπεί το ρεύμα, όπως ανέφερα προηγουμένως, και άργησαν δύο μέρες να το αποκαταστήσουν, κόπηκε και το τηλέφωνο και το ίντερνετ. Το νερό άρχισε να ελαττώνεται. Τα καλοριφέρ σταμάτησαν να λειτουργούν. Όποιος είχε σόμπα με ξύλα στο σπίτι ήταν τυχερός, γιατί την άναψε, έβαλε το φαγητό να βράζει και χαιρόταν από τη ζεστασιά του σπιτιού να βλέπει το χιονισμένο τοπίο της αυλής του. Μα, οι περισσότερες οικογένειες έμειναν στο κρύο και χωρίς μαγειρευτό φαγητό. Τα μικρά παιδιά συνειδητοποίησαν τι σημαίνει να μην έχεις ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, διαδίκτυο. Όλοι καθίσαμε γύρω από τη σόμπα και βρήκα την ευκαιρία να τους μιλήσω για κείνα τα  δύσκολα χρόνια.

Αλεύρι, αλάτι και λάδι έλεγαν οι μεγαλύτεροι αν έχεις στο σπίτι, δεν μένεις ποτέ νηστικός. Με το αλεύρι μπορείς να φτιάξεις ψωμί, μυκήκια (τηγανίτες),  σάτσια (κρέπες),  κάσια (μαγειρευτός χυλός με κόκκινο πιπέρι), διάφορες πίτες (αν δεν είχαν τυρί, μάζευαν διάφορα βρώσιμα χόρτα από τα χωράφια ή τις αυλές). Το λάδι και το αλάτι έδιναν γεύση στα φαγητά. Μα, τότε, τα υπόλοιπα υλικά τα είχαν στο σπίτι. Αποξηραμένα φρούτα και λαχανικά, τουρσιά, παστωμένα ή φρέσκα κρέατα (μπορούσαν, για παράδειγμα, να σφάξουν μία κότα και να τη βάλουν κατευθείαν στο τσουκάλι). Μα, πιο πολύ, το ψωμί ήταν αυτό που καταναλωνόταν περισσότερο. Σε μία φέτα ψωμί (ένα φιλί ψωμί) έβαζαν λίγο λάδι και ζάχαρη για να γλυκάνει και το έδιναν στα παιδιά. Ή μια παστή σαρδέλα με μπόλικο ψωμί ήταν ένα προσφάι –έλεγαν μάλιστα στα παιδιά να γλείφουν τη σαρδέλα, για να αρμυρίζουν και έτσι να τρώνε πιο πολύ ψωμί και να χορτάσουν.  

Το ψωμί… Τις περισσότερες φορές ήταν μπαγιάτικο και ξερό. Μια φορά την εβδομάδα ζύμωναν και έψηναν ψωμί στον φούρνο κι ώσπου να φαγωθεί, γινόταν σαν πέτρα. Μα, οι νοικοκυρές έκοβαν τις μεγάλες φέτες από το καρβέλι, τις έβαζαν πάνω στη σόμπα και, όταν ζεσταίνονταν, γίνονταν αφράτες σαν βαμβάκι. Κάποιες τις άφηναν παραπάνω, για να γκιβριντίσναν (να γίνουν σαν φρυγανιά) και να βάλουν πάνω το φρέσκο βούτυρο για να λιώσει. Πάνω στο ψωμί έβαζαν και την τσουμπρίκα (καρύκευμα που το έφτιαχναν στην περιοχή μας με ψημένα ρεβίθια, ψημένα κολοκυθόσπορα, κόκκινο πιπέρι και ήμερη ρίγανη, που καλλιεργούσαν κάθε χρόνο στους κήπους τους), μια σταλιά πασπάλιζαν πάνω στο ψωμί, μιας και «δεν είναι για χόρτασ’», έλεγαν. Είχε πολύ δουλειά για να γίνει αυτό το καρύκευμα: έπρεπε να  σπάσουν στο γουδί τα ψημένα ρεβίθια ώσπου να γίνουν αλεύρι, κάτι που δεν ήταν εύκολο. Τα κολοκυθόσπορα επίσης έπρεπε να γίνουν σαν αλεύρι. Γι’ αυτόν τον λόγο, διαχειριζόταν την τσουμπρίκα με τσιγκουνιά, έπρεπε να τους φτάσει όλον τον χρόνο.

Επίσης, με το αλεύρι έφτιαχναν ένα γρήγορο χορταστικό πρωινό. Έβαζαν αλεύρι και νερό, το έτριβαν με τα χέρια τους και το έριχναν στην κατσαρόλα που έβραζε το νερό. Στις πιο εύπορες οικογένειες αντικαθιστούσαν το νερό με γάλα και αυγά. Όσο δε για την ομελέτα, ποτέ δεν έριχναν στο τηγάνι μόνο αυγά, αλλά και αλεύρι, για να γίνει το φαγητό περισσότερο και πιο χορταστικό –τα αυγά τα χρειάζονταν για να πάνε στον μπακάλη και να αγοράσουν αυτά που δεν μπορούσαν να παράξουν οι ίδιοι.

Όσο δε για την επικοινωνία, ένα γράμμα τον μήνα έρχονταν από τους ξενιτεμένους έως τη δεκαετία του εβδομήντα. Με τηλεγράφημα έφταναν μόνο τα κακά μαντάτα, ενώ ένα τηλέφωνο υπήρχε μόνο στο κεντρικό καφενείο του χωριού. Στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα άρχισαν να βάζουν τηλέφωνο κάποιοι νοικοκύρηδες. Η τηλεόραση από την άλλη πρωτοήρθε στο χωριό τη δεκαετία του εβδομήντα σε ελάχιστα σπίτια. Τώρα όμως, κάθε δωμάτιο και τηλεόραση, κάθε άτομο έχει το δικό του κινητό, τρεχούμενο νερό, τουαλέτα μέσα στο σπίτι, ζέστη σε όλα τα δωμάτια, τα νέα μαθαίνονται μάνι μάνι…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.