2049: Η ουτοπια της διαφανειας

Lilia Hassaine, «Πανόραμα», Μαριάννα Μαντά μτφρ., εκδ. Πόλις, Αθήνα 2025, σ. 232.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Η Lilia Hassaine (Λίλια Ασαίν), ένα κορίτσι γεννημένο το 1991, με σπουδές φιλολογίας και θητεία επαγγελματική στα ΜΜΕ (δημοσιογράφος στη δημόσια ραδιοφωνία), γράφει το τέταρτό της μυθιστόρημα μετά τα: «Πικρός ήλιος», «Μάτι παγωνιού» και «Ασήμαντα πράγματα» (σε ελεύθερη μετάφραση από τους γαλλικούς τίτλους). Το τελευταίο της μυθιστόρημα, το «Πανόραμα», αταξινόμητο (;) ειδολογικά, φλερτάροντας στα όρια της δυστοπίας και του αστυνομικού αλλά και του «δοκιμίου» μυθοπλασίας, έρχεται να θέσει σημαντικά ερωτήματα για την εμμονή με τη διαφάνεια, τόσο την τεχνολογική όσο και την κοινωνική. Σε έναν κόσμο όπου μια νέα κοινωνική τάξη έχει διακηρύξει την απόλυτη ορατότητα ως ύψιστη αξία, η Hassaine επιδεικνύει τόσο τις ποιότητες όσο και τις αδυναμίες αυτής της πρότασης.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το πανόραμα είναι λόγια νεοελληνική λέξη, διεθνισμός, ωστόσο σχηματίστηκε το 1789 από τον Ιρλανδό ζωγράφο Robert Barker –επέστρεψε σε μας ως αντιδάνειο, αλλά βασίζεται εξ ολοκλήρου σε αρχαιοελληνικά μορφήματα: παν + όραμα (= οτιδήποτε ορατό, θέαμα)– με αφορμή ένα νέο είδος ζωγραφικού πίνακα που αναπτυσσόταν κυκλικά, περιβάλλοντας τον θεατή και δίνοντάς του την ψευδαίσθηση ότι έχει συνολική εικόνα τοπίου, μάχης ή γεγονότος. Επομένως, σύμφωνα με τα ελληνικά λεξικά, η λέξη πανόραμα σημαίνει την ευρεία, κυκλική ή συνολική θέα ενός χώρου ή αναπαράσταση, που επιδιώκει την πλήρη οπτική κάλυψη ή, μεταφορικά, τη συνολική εικόνα ή την επισκόπηση ενός συνόλου. Σίγουρα, πάντως, ο θεατής έχει την αίσθηση της πληρότητας, αλλά όχι του βάθους. Αν ακόμα ψάξουμε για συνώνυμα, θα δούμε πως αυτά είναι κυριολεκτικά η πανοραμική θέα, η ευρεία θέα, η γενική όψη και μεταφορικά η επισκόπηση, η συνολική εικόνα, η γενική θεώρηση, η σφαιρική αποτύπωση. Καμιά, όμως, από αυτές τις έννοιες δεν προϋποθέτει ερμηνεία, μόνο θέαση και αυτή είναι μια κρίσιμη σημασιολογική παρατήρηση για το έργο της Hassaine, γιατί το «Πανόραμα» δείχνει τα πάντα από μια μόνο οπτική κι από απόσταση. Δεν σημαίνει κατανόηση, μονάχα ολική ορατότητα. Κι αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το κομβικό σημείο για τη ανάγνωση του μυθιστορήματος: η κοινωνία βλέπει τα πάντα, αλλά δεν κατανοεί τίποτα σε βάθος.

Όσο για την υπόθεση του έργου είναι απλή: η δράση εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, το 2049, όπου μια ριζικά «διάφανη» κοινωνία έχει εγκαθιδρυθεί μετά την «επανάσταση» του 2029, όταν οι Γάλλοι πήραν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους, μέσω ενός διαδικτυακού δημοψηφίσματος και ζουν στο νέο καθεστώς, τη «Διαφάνεια», με στόχο την απόλυτη ασφάλεια: τα σπίτια είναι κατασκευασμένα έτσι ώστε να επιτρέπουν τη συνεχή ορατότητα, η ιδιωτική ζωή έχει σχεδόν καταργηθεί και η διαφάνεια προβάλλεται ως ύψιστη ηθική αξία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εξαφάνιση μιας ολόκληρης οικογένειας –ένα γεγονός αδιανόητο σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι δεν αφήνει τίποτα κρυφό– αναγκάζει μια πρώην αστυνομικό, την Ελέν Ντυμπέρν, να επανέλθει στην ενεργό δράση και να διερευνήσει όχι μόνο το συγκεκριμένο μυστήριο, αλλά και τα θεμέλια αυτού του κοινωνικού οικοδομήματος. Καθώς η έρευνα προχωρά, αποκαλύπτεται ότι η απόλυτη ορατότητα δεν εξαλείφει τη βία και το ψέμα, αλλά τα μεταμορφώνει σε σιωπηρές, αόρατες μορφές, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ιδέα ότι μια κοινωνία χωρίς μυστικά μπορεί πράγματι να είναι δίκαιη ή ανθρώπινη.

Η Hassaine κατασκευάζει ένα μυθιστόρημα που η αστυνομική πλοκή είναι το όχημα για να φτάσει στη δυστοπική αλληγορία. Η ιδέα της «Διαφάνειας» –μια κοινωνία όπου η ιδιωτικότητα θεωρείται ύποπτη και ο έλεγχος παρουσιάζεται ως εγγύηση ασφάλειας– λειτουργεί εδώ όχι απλώς ως φόντο, αλλά ως μηχανισμός που διαμορφώνει την ηθική και ψυχολογική πίεση πάνω στους χαρακτήρες. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο που ζητά από τον αναγνώστη να παρατηρήσει προσεκτικά τόσο τις πράξεις όσο και τις παραλείψεις: τι υποκρύπτει η τελειότητα και πώς η τεχνολογία και οι κοινωνικοπολιτικοί θεσμοί μετασχηματίζουν την ανθρώπινη ζωή; Μπορεί η διαφάνεια να είναι η καλύτερη μορφή αδιαφάνειας; Κι όταν φτάσει στα όρια του παραλόγου, μπορεί η ουτοπία να μετατραπεί σε κόλαση;

Σίγουρα το βιβλίο εντάσσεται στη σύγχρονη δυστοπική λογοτεχνία, ωστόσο διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις κλασικές εκδοχές του είδους, καθώς μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την επιβεβλημένη καταστολή στη συναινετική αυτοεπιτήρηση. Στις συζητήσεις που έγιναν στη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής ακούστηκαν πολλές απόψεις σχετικά με τη συνομιλία του μυθιστορήματος με άλλα δυστοπικά κείμενα, κάτι που βρήκα εξόχως ενδιαφέρον, για να αναφερθεί στην παρούσα βιβλιοπρόταση και να δώσει τροφή για σκέψη και αναζήτηση κι άλλων τίτλων.

Έτσι, λοιπόν, σε σύγκριση με το «1984» του Orwell, όπου η επιτήρηση επιβάλλεται διά της βίας και του φόβου, το «Πανόραμα» προτείνει έναν μηχανισμό ελέγχου που λειτουργεί μέσα από την κοινωνική αποδοχή. Η απουσία ενός ορατού «Μεγάλου Αδελφού» δεν μειώνει την καταπιεστική ισχύ του συστήματος· αντιθέτως, την καθιστά αποτελεσματικότερη, καθώς η εξουσία εσωτερικεύεται. Παρόμοια, στο «Εμείς» του Zamyatin, η διαφάνεια είναι υλική και απόλυτη, ενώ στη Hassaine μετατρέπεται σε ηθική επιταγή. Ιδιαίτερη συγγένεια παρουσιάζει το «Πανόραμα» με τον «Κύκλο» του Eggers, όπου η διαφάνεια λειτουργεί ως κοινωνικό ιδεώδες και η απόκρυψη πληροφοριών ισοδυναμεί με ανηθικότητα. Στο γαλλόφωνο λογοτεχνικό περιβάλλον, το έργο της Hassaine συνομιλεί με κείμενα όπως η «Υποταγή» του Houellebecq και οι «Αθέατοι» του Damasio. Στον Houellebecq συναντάται η ιδέα της κοινωνικής παραίτησης και της αποδοχής της απώλειας ελευθεριών στο όνομα της σταθερότητας, ενώ στον Damasio προβάλλεται, ως αντίστιξη, η ανάγκη της αορατότητας και της διαφυγής από την επιτήρηση. Το «Πανόραμα» τοποθετείται ανάμεσα σε αυτές τις δύο κατευθύνσεις, καταγράφοντας όχι την εξέγερση αλλά τη σιωπηλή προσαρμογή. Και δεν αναπαράγει απλώς κοινούς τόπους της δυστοπίας, αλλά εγγράφεται σε μια σύγχρονη μετα-δυστοπική προβληματική, όπου το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος επιβάλλει τον έλεγχο, αλλά γιατί η κοινωνία τον αποδέχεται. Η πρωτοτυπία του έγκειται ακριβώς σε αυτήν τη μετατόπιση: από τον φόβο στη συναίνεση, από την επιβολή στην εθελούσια διαφάνεια.

Η διαφάνεια, λοιπόν, γίνεται το κεντρικό σύμβολο του μυθιστορήματος. Το μυστικό παύει να νοείται ως δικαίωμα και μετατρέπεται σε ένδειξη ενοχής. Με αυτόν τον τρόπο, η Hassaine απογυμνώνει την έννοια από τη συνήθη θετική της φόρτιση και την αποκαλύπτει ως μορφή ηθικού φονταμενταλισμού. Το σύμβολο λειτουργεί πολυεπίπεδα: αφορά τόσο τον έλεγχο των σωμάτων και των συμπεριφορών όσο και την επιτήρηση της σκέψης, αφού η κοινωνική αποδοχή προϋποθέτει απόλυτη συμμόρφωση.

Σημαντικό ρόλο παίζει και ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται ο ιδιωτικός χώρος. Το σπίτι, παραδοσιακά καταφύγιο οικειότητας και απόσυρσης, χάνει τη λειτουργία του ως προστατευτικό περίβλημα. Στο «Πανόραμα» δεν υπάρχουν πραγματικά «μέσα» και «έξω», αφού όλα είναι δυνητικά ορατά. Ο ιδιωτικός χώρος μετατρέπεται σε σκηνή διαρκούς επιτήρησης, γεγονός που υποδηλώνει την κατάργηση της εσωτερικότητας ως θεμελιώδους ανθρώπινης εμπειρίας. Η συμβολική αυτή αντιστροφή εντείνει την αίσθηση μιας κοινωνίας όπου η ύπαρξη νοείται μόνο ως δημόσια παράσταση.

Η Hassaine θέτει ταυτόχρονα πολλά σύγχρονα ζητήματα μέσα στο μυθιστόρημά της. Αφηγείται τεχνηέντως την άνοδο του λαϊκισμού, σκιαγραφεί το πορτρέτο μιας βαθιάς διχασμένης κοινωνίας, κατακερματισμένης, που ωθείται από τον φόβο και τη γρήγορη καταγγελία, ενώ παραθέτει τα κοινωνικά παράδοξα της εποχής μας. Κάνει σκέψεις για τα κοινωνικά δίκτυα, που είναι πλέον ένα εικονικό παράθυρο στην ιδιωτική μας ζωή κι απλά τραβά λίγο παραπάνω χάριν της μυθοπλασίας τα νήματα της σημερινής πραγματικότητας. Μιλά για τη διάβρωση της ιδιωτικότητας και του πολιτισμού, για τη δικαιοσύνη που απονέμεται στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, για τον τρόπο που η νέα συνθήκη επηρεάζει τους εφήβους μέσα στη σχολική τάξη, για την απαξία των βιβλίων, για την παραβατικότητα των ανηλίκων, που ολοένα και περισσότερο εμφανίζεται σε μικρότερες ηλικίες.

Κάπου μέσα στο κείμενο, η Hassaine αναρωτιέται «κι αν ήμασταν τόσο διάφανοι, τόσο διάφανοι πού θα πεθαίναμε από την πολλή διαφάνεια;» Σε αυτήν τη συμπυκνωμένη φράση περικλείει όλη την οντολογική αδυναμία του ανθρώπου να υπάρξει χωρίς ζώνη σκιάς. Η απόλυτη ορατότητα καταργεί τα όρια που συγκροτούν το υποκείμενο και μετατρέπει τη ζωή σε επίπεδη επιφάνεια. Ο θάνατος που επέρχεται είναι καθαρά υπαρξιακός: ο θάνατος της εσωτερικότητας, της αυθορμησίας και της δυνατότητας απόσυρσης.

Τελικά, αν όλοι τους βλέπαμε όλους κι αντίστοιχα μας έβλεπαν όλοι, πώς θα έμοιαζαν οι πόλεις μας;

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.