Ενας, οφειλομενος, επιλογος
Όσο κι αν ο θάνατος είναι συνυφασμένος με τη ζωή, ήταν και παραμένει για όλους μας ακατανόητος. Πόσο μάλλον ο απροσδόκητος, ανθρώπων που τα έφερε η ζωή να συναντήσουμε και να δεθούμε μαζί τους. Έμεινα εμβρόντητος, όταν πληροφορήθηκα, μέσω των κοινωνικών δικτύων, τον θάνατο του Δημήτρη Κατσιμίγα. Νόμισα πως δεν κατάλαβα καλά στην αρχή, λέω «ψέμα θα’ ναι, δεν μπορεί». Πριν λίγες μέρες στην ονομαστική του εορτή του είχα στείλει ευχετήριο μήνυμα και μου απάντησε ευχαριστώντας με, ευχόμενος συνάμα να είμαι καλά. Μπορεί τα τελευταία αρκετά χρόνια να μην είχαμε συναντηθεί, οι ζωές μας σε διαφορετικές πόλεις δεν επέτρεψαν την αυτοπρόσωπη συνάντηση, οι υποχρεώσεις του βίου μας απομάκρυναν. Όμως ο Δημήτρης δεν έπαψε ποτέ να είναι φίλος. Γίναμε από τότε που, το μακρινό 1981, πάτησα το πόδι μου στην Κομοτηνή για να εγγραφώ στη Νομική όπου είχα περάσει. Από τη Λάρισα έφυγα με τη συνοδεία… κολοβών συγχαρητηρίων για την είσοδό μου στη σχολή που ήθελα, επειδή οι περισσότεροι τότε αισθανόντουσαν την ανάγκη να εκφράσουν τη… συμπαράστασή τους για την «ατυχία» μου να περάσω στην Κομοτηνή. Είχαμε ανέβει με την αείμνηστη μητέρα μου, Αλεξάνδρα, για να βρούμε σπίτι, να εγγραφώ και να δρομολογήσω τη φοιτητική ζωή μου. Άκαρπες οι πρώτες προσπάθειες εξεύρεσης κατοικίας, συνέχιση της αναζήτησης, πρώτη απογοήτευση της μητέρας μου μήπως και δεν βρούμε κάτι αξιοπρεπές για τη διαμονή μου. Μέχρι που κινηθήκαμε προς την αρχή της οδού Ζυμβρακάκη. Και, ώ του θαύματος, συναντήσαμε την οικογένεια του Γεράσιμου και της Φανής Κατσιμίγα που επρόκειτο να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα, το οποίο προοριζόταν για τον πρωτότοκο γιό τους, Κώστα, αλλά δεν θα το χρησιμοποιούσε ακόμη, δίπλα σ’ αυτό που διέμεναν οι ίδιοι. Καινούργια πολυκατοικία επί της Ζυμβρακάκη 2, εξαιρετικό το διαμέρισμα, «εξαιρετικοί οι ιδιοκτήτες» αποφάνθηκε η μητέρα μου, βρέθηκε και ο συγκάτοικος, συμμαθητής μου από τη Λάρισα – ο Θοδωρής Γκασδράνης, θυμάσαι, είμαι βέβαιος – συμφωνήσαμε στο ενοίκιο, αρχίσαμε την εγκατάσταση. Ανακούφιση. Την ημέρα που κλείσαμε το σπίτι, ήταν το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου, λίγο πριν τις εθνικές εκλογές του 1981 και μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, γνώρισα τον Δημήτρη. Ήταν κατά τι μικρότερός μου. Ευγενέστατα με κάλεσε το πρώτο βράδυ, μετά τη γνωριμία μας, να βγούμε έξω, πρόταση που με χαρά δέχθηκα μιας και δεν γνώριζα κανέναν στην πόλη, εκτός από κάποιους ελάχιστους Λαρισαίους φοιτητές. Πράγματι, βγήκαμε, καθίσαμε σ’ ένα τοστάδικο απέναντι από το εστιατόριο «Τα αδέλφια», αρχίσαμε να γνωριζόμαστε, μου σύστησε τον δεύτερο Κομοτηναίο, τον Θανάση Μουσμουλίδη, δεν σώναμε να λέμε διάφορα. Από τότε η γνωριμία της αρχής εδραιώθηκε σε φιλία. Στο σπίτι της οικογένειας έμεινα τρία χρόνια. Με τον Δημήτρη κάναμε συχνά παρέα. Σαν χαρακτήρες είχαμε σημαντικές διαφορές. Λιγομίλητος εκείνος, ομιλητικότατος εγώ. Στιβαρός σε ό,τι έκανε εκείνος, πιο σχετικιστής εγώ. Πεισματάρης εκείνος, διαλλακτικότερος εγώ. Ούτε πολιτικά συμφωνούσαμε αν και αμφότεροι με πολύ συγκεκριμένες απόψεις, τις οποίες μαχητικά υπερασπιζόμασταν. Όλες όμως οι διαφωνίες μας έληγαν, παρά τις εντάσεις που υπήρχαν, με το δυνατό χαμόγελο του Δημήτρη που συνοδευόταν από την συνήθη επωδό: «Άντε, βίβα τώρα, πίνε Λαρισαίε». Ανταποκρινόμουν ασμένως στην προτροπή και η συνέχεια του όποιου διαλόγου εκτρεπόταν προς το ωραίο φύλο και τη συνακόλουθη προσδοκία. Τα χρόνια πέρασαν, άλλαξα σπίτι, χαθήκαμε στη διάρκεια της θητείας, όταν επανήλθα για δουλειά στην Κομοτηνή βρεθήκαμε ξανά. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα. Πιάσαμε το νήμα της φιλίας μας αμέσως. Η δική μου περίοδος παραμονής στην Κομοτηνή έληξε τον Νοέμβριο του 1991, αλλά με τον Δημήτρη δεν χάσαμε επαφή, παρόλο που είχε αραιώσει η επικοινωνία μας. Πέντε χρόνια αργότερα είχε έρθει στη Λάρισα για τον γάμο μου και το προηγηθέν μπάτσελορ που κατέληξε μέχρι τα ξημερώματα στα μπουζούκια. Χαθήκαμε ξανά. Άρχισαν οι υποχρεώσεις και οι οικογενειακές, η δουλειά αμείλικτη, ο χρόνος ποτέ δεν επαρκούσε για… ξενοιασιές. Ποτέ όμως δεν τσάκισε η φιλία μας, η αμοιβαία εκτίμηση, η ανάγκη, όταν επισκεπτόμουν την Κομοτηνή, να περάσω από τους Κατσιμιγαίους (εξαιρετική οικογένεια), αν και κάποιες φορές δεν το κατάφερα.
Όλα τα παραπάνω ανακλήθηκαν ακαριαίως στη μνήμη μου όταν πληροφορήθηκα το θλιβερό άγγελμα. Μάταια προσπάθησα να τιθασεύσω τα δάκρυα που γέμισαν τα μάτια μου. Δεν μπόρεσα να παραστώ στην εξόδιο. Αλλά τι νόημα θα είχε; Θλίβομαι, μόνο που δεν θα έβλεπα τους δικούς σου να τους μεταφέρω πόσο πολύτιμος φίλος υπήρξες στο ξεκίνημα της ζωής μου στην πόλη σου που στην πορεία την αισθάνθηκα και εγώ σαν τη δεύτερη πατρίδα μου. Τώρα ξέρω πως κάθε φορά που εφεξής θα ανεβαίνω στην Κομοτηνή θα (μου) λείπει ένας φίλος. Ωστόσο πεθαίνουμε οριστικά όταν χανόμαστε από τη μνήμη ανθρώπων που γνωρίσαμε, συνδεθήκαμε, αγαπήσαμε. Κι αυτό δεν θα συμβεί.
Αντίο, φίλε Δημήτρη. Καλή αντάμωση στο επέκεινα. Και μην ξεχαστείς και δεν δώσεις τα χαιρετίσματά μου στον μπάρμπα Γεράσιμο.
Ειλικρινή συλλυπητήρια από το βάθος της καρδιάς μου στη μητέρα σου, Φανή, στα αδέλφια σου, Κώστα και Χρύσα, στη σύζυγό σου, Δέσποινα και στον γιό σου, Γεράσιμο κι ας μην τον έχω γνωρίσει.
*Ο Γιάννης Σιούλας είναι Δημοσιογράφος
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
