Ο αγροτης, το τρακτερ και το κρατος που κανει… πως ακουει

Κάθε χρόνο, οι κυβερνήσεις –όποιες κι αν είναι– ανακαλύπτουν ξαφνικά ότι η χώρα έχει αγρότες. Και κάθε χρόνο, οι αγρότες ανακαλύπτουν ότι για να τους θυμηθούν στην Αθήνα, πρέπει να βγει το τρακτέρ στον δρόμο. Κι έτσι η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν κακόγουστη παράσταση: ο ένας παίζει τον «κατανόηση», ο άλλος τον «αγανάκτηση» και στη σκηνή, κάτω από τη Μαγνησία  και τη Βοιωτία μέχρι τον Έβρο και τη Ροδόπη, σηκώνονται τα σκηνικά των μπλόκων.

Το πολιτικό θέατρο καλά κρατεί: εξαγγελίες, επιτροπές, διαβουλεύσεις, γραφειοκρατία που θα ζήλευε και αυτοκρατορία. Υπουργοί που μιλούν για «στήριξη του πρωτογενούς τομέα», αλλά εννοούν την (υπερ)παραγωγή… Δελτίων Τύπου. Κόμματα που θυμούνται τους αγρότες μόνον όταν «ψήνονται» οι κάλπες. Και στην άκρη του δρόμου ένα πανό γράφει: «Δεν θέλουμε ελεημοσύνη – δικαιοσύνη θέλουμε». Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες για όποιον βλέπει τη γη μόνο από αεροπλάνο.

Γιατί η αλήθεια είναι απλή και δεν χρειάζεται πολιτικές αναλύσεις: ο αγρότης είναι το μοναδικό επάγγελμα που δουλεύει 365 μέρες τον χρόνο και τον θυμούνται μόνο όταν κλείσει τον δρόμο. Και τότε, ξαφνικά, αποκτά σημασία η πατάτα, το καλαμπόκι, το βαμβάκι, το γάλα, το κρέας, τα πορτοκάλια και τα σκόρδα – όλα εκείνα που πριν θεωρούνταν «δεδομένα», λες και φυτρώνουν μόνα τους από κάποιον αυτόματο πιλότο της φύσης.

Στα μπλόκα φαίνεται καλύτερα ποια είναι η πραγματική σύγκρουση: από τη μια, ο αγρότης με ροζιασμένα χέρια, που παλεύει με καιρό, κόστος και ντιρεκτίβες και από την άλλη, ένα κράτος που παλεύει… με την ίδια του την αδράνεια. Γεμάτο νόμους που δεν εφαρμόζει, υποσχέσεις που δεν τηρεί και προγράμματα που χρειάζεσαι ντοκτορά στη γραφειοκρατία για να τα καταλάβεις. Και παρ’ όλα αυτά, μέσα στη σκόνη των τρακτέρ υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό. Ειδικά, όταν βλέπεις τον πατέρα να εξηγεί στο παιδί του γιατί βρίσκεται εκεί, γιατί παλεύει γι’ αυτά τα “χωράφια που δεν βγάζουν πια”. Γιατί δυσκολεύεται να τον στείλει να σπουδάσει… Γιατί ξέρει ότι, αν δεν σηκώσει σήμερα φωνή, αύριο μπορεί να μη μείνει κανένας για να σπείρει

Στα μπλόκα, όμως, φαίνεται καλύτερα ποια είναι η πραγματική σύγκρουση: από τη μια, ο αγρότης με ροζιασμένα χέρια, που παλεύει με καιρό, κόστος και ντιρεκτίβες και από την άλλη, ένα κράτος που παλεύει… με την ίδια του την αδράνεια. Γεμάτο νόμους που δεν εφαρμόζει, υποσχέσεις που δεν τηρεί και προγράμματα που χρειάζεσαι ντοκτορά στη γραφειοκρατία για να τα καταλάβεις.

Και παρ’ όλα αυτά, μέσα στη σκόνη των τρακτέρ υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό. Ειδικά, όταν βλέπεις τον πατέρα να εξηγεί στο παιδί του γιατί βρίσκεται εκεί, γιατί παλεύει γι’ αυτά τα «χωράφια που δεν βγάζουν πια». Γιατί δυσκολεύεται να τον στείλει να σπουδάσει… Γιατί ξέρει ότι, αν δεν σηκώσει σήμερα φωνή, αύριο μπορεί να μη μείνει κανένας για να σπείρει.

Κοιτάς τον παππού με τη μάλλινη τραγιάσκα πάνω στο τρακτέρ και δεν βλέπεις έναν «διαμαρτυρόμενο». Βλέπεις κάποιον που έμαθε να μιλάει λίγο και να κάνει πολλά: να παλεύει με ξεραΐλες, τιμές που ανεβοκατεβαίνουν σαν καρδιογράφημα, χαρτιά που πολλαπλασιάζονται σαν ζιζάνια. Κι όμως, εκεί, στα μπλόκα, βρίσκουν όλοι μια παράξενη συντροφικότητα. Ένα «πάλι εδώ είμαστε», που ακούγεται άλλοτε σαν παράπονο κι άλλοτε σαν υπόσχεση.

Το βαθύτερο πολιτικό ζήτημα δεν είναι ποιος κυβερνά, αλλά ποιος ακούει στ’ αλήθεια. Κι αυτήν τη στιγμή, οι μόνοι που ακούν πραγματικά τον αγρότη, είναι οι άλλοι αγρότες. Το κράτος ακούει όταν αναγκαστεί. Και μετά… ξεχνάει πάλι. Ίσως αυτό να είναι το πιο δηκτικό σχόλιο της εποχής: ότι στην Ελλάδα, για να σε πάρουν στα σοβαρά, πρέπει πρώτα να πατήσεις φρένο στη μέση του δρόμου. Και να ελπίζεις ότι δεν θα είναι το μοναδικό φρένο που θα δούνε.

*Ο Θεόδωρος Κ. Ορδουμποζάνης είναι νομικός και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο του το ιστορικό μυθιστόρημα «Οίκαδε…» (εκδ. Βιβλιοπωλεία Δημητριάδη, Αλεξανδρούπολη 2022).

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.