Σωτηρια Μαραγκοζακη, «Οταν η εντυπη δημοσιογραφια διασταυρωνοταν με τη λογοτεχνια»
Η σύνδεση δύο εκ πρώτης όψεως ασύνδετων, όπως η δημοσιογραφία με τη λογοτεχνία, έχει μακρά ιστορία και έχει αποδειχθεί σε βάθος χρόνου ισχυρή, δημιουργική, αλληλοτροφοδοτούμενη και σίγουρα πολύπλευρη.
Άποψή μου είναι πως η ανθρώπινη εμπειρία, επινοημένη η μη, ναι, μπορεί να αποτυπωθεί αμεσότερα με τη βοήθεια της δημοσιογραφικής πείρας. Αν μη τι άλλο, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, πρόκειται για αφήγηση, δηλαδή για πράξη επικοινωνίας, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη: πομπού (αφηγητή) – μηνύματος (αφηγηματικού περιεχομένου) – δέκτη (αποδέκτη της αφήγησης).
Η δε πείρα που αποκτάται καθημερινά στη σύνταξη μιας εφημερίδας δεν θέλει και πολύ, καθώς γράφοντας για το χθες σήμερα, σε ένα διαρκές παρόν, να ψηλώσει τον νου σου και να περάσεις πιο γρήγορα και εύκολα απέναντι. Να αποπειραθείς δηλαδή να γίνεις από γραφιάς του εφήμερου σε τριακόσιες λέξεις, γραφιάς του πολυσέλιδου διαχρονικού και οικουμενικού, ΑΝ σε ευνοήσει η Μούσα (ή μήπως η γλώσσα;). Διότι, ως γνωστόν, όσο και αν το μελάνι φτάνει για όλους, δεν υπάρχει τίποτα λιγότερο δημοκρατικό από την Τέχνη. Διότι, ναι, «ο ουρανίσκος ολονών μας είναι ένα κοιμητήρι όπου σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια», όμως, πόσο άραγε μπορούν να αγγίξουν, να συγκινήσουν, να προκαλέσουν αισθητική απόλαυση και στοχασμό αυτά τα λόγια ως μυθοπλαστική αφήγηση;
Από την άλλη, ακούγεται ενδιαφέρουσα η πρόταση που διατυπώνει ο συγγραφέας Μάικλ Φρέιν: «Νομίζω πως θα ήταν καλό όσοι γράφουν πεζογραφία να κάνουν πότε πότε λίγο ρεπορτάζ, μόνο και μόνο για να θυμούνται ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο παράξενος και πολύπλοκος απ’ όσο φαντάζονται».
Σε μια στοιχειώδη απόπειρα αναδρομής, αντιλαμβανόμαστε πως η αλληλοδιείσδυση δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας συνιστούσε από παλιά γόνιμη διεύρυνση, λεκτικό πλούτο, υφολογική ανανέωση, γλωσσικό εκδημοκρατισμό. Γιατί ως προς το τελευταίο, όλοι μας γνωρίζουμε πως η γλώσσα ούτε αθώα είναι, ούτε ουδέτερη, αλλά ούτε βρίσκεται έξω και πέρα από τις κοινωνικές διεργασίες. Καθώς προχωρούσαν παράλληλα, οι εφημερίδες δίνανε τόπο στο επιφυλλιδικό μυθιστόρημα, βασιλιάς του οποίου ήταν τότε το αστυνομικό –και το μυθιστόρημα εξασφάλιζε πωλήσεις και συνέχεια στις εφημερίδες. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσα μυθιστορήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στις εφημερίδες της εποχής (τέλη 18ου και 19ου αιώνα)
Πάντως, σε μια στοιχειώδη απόπειρα αναδρομής, αντιλαμβανόμαστε πως η αλληλοδιείσδυση δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας συνιστούσε από παλιά γόνιμη διεύρυνση, λεκτικό πλούτο, υφολογική ανανέωση, γλωσσικό εκδημοκρατισμό. Γιατί ως προς το τελευταίο, όλοι μας γνωρίζουμε πως η γλώσσα ούτε αθώα είναι, ούτε ουδέτερη, αλλά ούτε βρίσκεται έξω και πέρα από τις κοινωνικές διεργασίες. Καθώς προχωρούσαν παράλληλα, οι εφημερίδες δίνανε τόπο στο επιφυλλιδικό μυθιστόρημα, βασιλιάς του οποίου ήταν τότε το αστυνομικό –και το μυθιστόρημα εξασφάλιζε πωλήσεις και συνέχεια στις εφημερίδες. Αρκεί να αναλογιστούμε πόσα μυθιστορήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν σε συνέχειες στις εφημερίδες της εποχής (τέλη 18ου και 19ου αιώνα).
Από τον Ντοστογιέφσκι στον Ντίκενς, τον Μαρκ Τουέιν και τον Ουγκό, από τον Έρενμπουργκ στον Χέμινγουεϊ και τον Μαλαπάρτε, από τον Μαρκές στον Όργουελ και τον Γιασάρ Κεμάλ, από τη Μάρθα Γκέλχορν και αργότερα στην Οριάνα Φαλάτσι και την Ιζαμπέλ Αλιέντε, ο γύρος του κόσμου με ξεναγούς δημοσιογράφους – λογοτέχνες μάς αποκαλύπτει τη μεγάλη εικόνα αυτής της σχέσης σε μερικούς από τους πιο σπουδαίους μάστορες της γλώσσας.
Στα δικά μας, αρκεί μια μικρή έρευνα στα δύο ιστορικά σωματεία των δημοσιογράφων και των λογοτεχνών, για να ανακαλύψουμε στα ιδρυτικά μέλη τους πασίγνωστα ονόματα που υπηρέτησαν τον λόγο με διπλή ιδιότητα, ακόμη από την εποχή της Μπελ Επόκ και της λεγόμενης «εφημεριδοκρατίας», στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ακόμη οι δημοσιογράφοι αποκαλούνταν δημοσιολόγοι.
Αρκεί να αναφέρω πως πρώτος πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Αθηναϊκών Εφημερίδων, της τότε ΕΣΑΕ το 1915 και κατόπιν ΕΣΗΕΑ, είχε εκλεγεί ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν διευθυντής σύνταξης και χρονογράφος στην εφημερίδα «Εμπρός». Ανάμεσα δε στα πρώτα μέλη συγκαταλέγονταν ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος και ο Κώστας Ουράνης, ο Γεώργιος Δροσίνης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Νίκος Καζαντζάκης. Άλλωστε, στις αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής δεν έγραφαν μόνο επαγγελματίες, αλλά και «δόκιμοι» δημοσιογράφοι, αρθρογράφοι και χρονογράφοι για βιοποριστικούς λόγους. Χαρακτηριστική και πασίγνωστη ως προς αυτό είναι η περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Στη συνέχεια, αν ανατρέξουμε στο άλλο συλλογικό όργανο, την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών, το «αρχαιότερο ελληνικό λογοτεχνικό σωματείο» όπως αυτοχαρακτηρίζεται, με έτος ιδρύσεως το 1930, θα διαπιστώσουμε πως ένας μεγάλος αριθμός από τα 92 ιστορικά ιδρυτικά μέλη του υπήρξαν και δημοσιογράφοι. Θα περιοριστούμε να αναφέρουμε τους: Νίκο Καζαντζάκη, Κώστα Βάρναλη, Παύλο Νιρβάνα, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Μιχαήλ Ροδά, Λιλίκα Νάκου, Λιλή Ιακωβίδου, Άλκη Θρύλο (ψευδώνυμο της Ελένης Ουράνη).
Έχει σημασία να τονιστεί πως, ναι, ζούμε σε ζοφερούς καιρούς για ολόκληρη την ανθρωπότητα, με τη διεθνή ειδησεογραφία να το αποτυπώνει σε ημερήσια βάση. Κοινωνική ανισότητα, αποκλεισμός, σύγχρονος αναλφαβητισμός, φτώχεια, πόλεμοι, κλιματική κρίση. Το ερώτημα είναι αν οι οδυνηρές κοινωνικές εμπειρίες θα μας αφυπνίσουν, αν θα υπερισχύσουν η αλληλεγγύη, η φαντασία, η κριτική σκέψη, το δίκιο, η ανθρωπιά, δηλαδή όλα όσα καμιά μηχανή τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να κοπιάρει
Παρατηρούμε, λοιπόν, τη στενή σχέση του Τύπου με τη λογοτεχνία και τη συμβολή του στη διάδοσή της, βλέποντας δε τα πράγματα μέσα στην ιστορικότητα και τη διαχρονία τους, θα λέγαμε πως αποτελεί παράδοση, τρόπον τινά, του δημοσιογραφικού επαγγέλματος το πέρασμα στη λογοτεχνία.
Έναν αιώνα μετά, τα όρια τείνουν ολοένα και περισσότερο να ξεθωριάζουν, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το Νόμπελ Λογοτεχνίας στη δημοσιογράφο Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, το 2015, για το έργο της στην τεκμηριωτική πεζογραφία. Άλλωστε, αυτό με τα όρια δεν ισχύει μόνο μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, αλλά π.χ. και μεταξύ λογοτεχνίας και ιστορίας, όταν έναν αιώνα πριν, ο «επιστημονικός» ιστορικός λόγος εμπεριείχε τη λογοτεχνική φαντασία και ο λογοτεχνικός λόγος αναζητούσε την αλήθεια στην Ιστορία.
Σήμερα, σε μια εποχή καταβύθισης του βιοτικού επιπέδου γενικότερα και συνάμα εκπτώσεων στον λόγο, το πνεύμα, τον πολιτισμό, τις αρχές, τις αξίες, σε μία κοινωνία κεκλεισμένων ανθρώπων καθ’ εικόνα και ομοίωση της μετανεοτερικής ναρκισσιστικής εποχής μας, πόρτες κλείνουν, βιβλιοθήκες κλείνουν, εφημερίδες κλείνουν, εκδοτικοί οίκοι κλείνουν.
Στα χάρτινα αλώνια άλλοτε οι συγγραφείς, δημοσιογράφοι ή αναγνώστες αναμετρόντανε με τις λέξεις, με τα νοήματα, τη διαλεκτική της γλώσσας, αναστοχάζονταν μέσα από το εφήμερο, το διαχρονικό και το οικουμενικό. Μετέτρεπαν ή βλέπανε να μετατρέπεται η αφήγηση μιας περιπέτειας σε περιπέτεια της αφήγησης, ωθώντας τη γλώσσα στα άκρα.
Πλέον η σχέση της έντυπης δημοσιογραφίας με τη λογοτεχνία θαρρώ πως έχει διαρραγεί. Μάλιστα, η γλώσσα είναι αποκαλυπτική ως προς αυτό, π.χ. με την ονοματοποίηση ως γλωσσική επιλογή στην αρθρογραφία, που παραπέμπει σε εξουσιαστικό, προπαγανδιστικό λόγο, εν αντιθέσει με τον λόγο της παιδείας.
Στις μέρες μας, οι νεότερες γενιές, όχι μόνο δεν διαβάζουν εφημερίδες ή βιβλία, αλλά η μανιώδης ενασχόλησή τους με τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, π.χ. με το Tik Tok, συρρικνώνει το σφρίγος της περιέργειας για τον κόσμο και οδηγεί σε πνευματική νωχέλεια και αποσύνδεση από τη γνώση. Όσο για τη λεγόμενη «αποκλίνουσα χρήση της γλώσσας» στη λογοτεχνία, τους είναι παντελώς ακατανόητη!
Τελειώνοντας, έχει σημασία να τονιστεί πως, ναι, ζούμε σε ζοφερούς καιρούς για ολόκληρη την ανθρωπότητα, με τη διεθνή ειδησεογραφία να το αποτυπώνει σε ημερήσια βάση. Κοινωνική ανισότητα, αποκλεισμός, σύγχρονος αναλφαβητισμός, φτώχεια, πόλεμοι, κλιματική κρίση. Το ερώτημα είναι αν οι οδυνηρές κοινωνικές εμπειρίες θα μας αφυπνίσουν, αν θα υπερισχύσουν η αλληλεγγύη, η φαντασία, η κριτική σκέψη, το δίκιο, η ανθρωπιά, δηλαδή όλα όσα καμιά μηχανή τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να κοπιάρει.
Αν, εν τέλει, η φράση του Αντρέ Μπρετόν «ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια και αν είναι η ερώτηση» θα εξακολουθήσει να λάμπει και να φωτίζει και τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία.
*Η Σωτηρία Μαραγκοζάκη είναι συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο της αυτό με τίτλο «Άσπρος σκύλος μαύρος σκύλος» (εκδ. Ειρήνη, 2024) και δημοσιογράφος. Το παρόν κείμενό της είναι η ομιλία της στην εκδήλωση «Λογοτεχνία και Τύπος: Διασταυρώσεις στον Χάρτη της Περιφέρειας», που διοργάνωσε το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΜ-Θ, στο πλαίσιο του προγράμματος του Υπουργείου Πολιτισμού «Δημιουργική Ελλάδα», με την υποστήριξη της ΠΑΜΘ, το Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής.
(Μπορείτε να διαβάσετε το ρεπορτάζ της εκδήλωσης ΕΔΩ)
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
