Ἑρμηνευτικὴ προσεγγιση στὸ ἔργο τοῦ ζωγραφου Γιαννη Μητρακα
Στὸν ἀπόηχο τῶν ἐγκαινίων τῆς Πινακοθήκης Μετανεοβυζαντινῶν Εἰκαστικῶν Τεχνῶν «Ἰωάννης Μητράκας» στὴν Ἀλεξανδρούπολη
[Λίγες μόλις ἐβδομάδες μετὰ τὰ ἐπίσημα ἐγκαίνια τῆς Πινακοθήκης Μετανεοβυζαντινῶν Εἰκαστικῶν Τεχνῶν «Ἰωάννης Μητράκας» στὴν Ἀλεξανδρούπολη, ποὺ ἀποτέλεσαν ἐπιστέγασμα μιᾶς πολυετοῦς πορείας ἀναγνώρισης καὶ τιμῆς πρὸς ἕναν Θρακιώτη δημιουργὸ ὕψιστης πνοῆς, ἐπανερχόμαστε στὰ τῆς ἐκδήλωσης. Στὸ πλαίσιο, λοιπόν, τῆς ἐκτενοῦς συζήτησης ποὺ προηγήθηκε μὲ τὴν ἀντιπρόεδρο τοῦ Συλλόγου Φίλων τῆς Πινακοθήκης, κ. Βασιλικὴ Παντελίδου καὶ τὸν Καθηγητὴ Ἱστορίας τῆς Βυζαντινῆς καὶ Μεταβυζαντινῆς Τέχνης στὸ Τμῆμα Ἀνθρωπιστικῶν Σπουδῶν τοῦ ΔΠΘ, κ. Γεώργιο Χρ. Τσιγάρα (βλ. σχετικὰ ἐδῶ), ἐπιστρέφουμε γιὰ νὰ ἐντρυφήσουμε βαθύτερα στὸν βίο καὶ στὸ ἔργο τοῦ κ. Μητράκα, ἀναζητώντας τὴν ἑσωτερικὴ λογικὴ ποὺ διέπει τὸν χρωστήρα του, τὸ βλέμμα καὶ τὴν πνευματική του ἀναφορά.
Ἔτσι, φιλοξενοῦμε στὸ παρὸν τὴν ὁμιλία τοῦ κ. Τσιγάρα, ὅπως ἐκφωνήθηκε τὴν ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων, ποὺ φωτίζει ὅχι μόνον τὴν προσωπικὴ διαδρομὴ τοῦ κ. Μητράκα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσωτερική του ἀποστολὴ ἀπέναντι στὴν τέχνη.]

Ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὸν Προβατώνα τοῦ Ἕβρου ζωγράφος καὶ Ἄρχων Ἁγιογράφος τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Γιάννης Μητράκας ἀποτελεῖ μιὰ ἰδιαίτερη καί, ὡς ἐκ τούτου, μιὰ ἀξιοπρόσεκτη περίπτωση καλλιτέχνη στὴν ἱστορία τῆς νεοελληνικῆς τέχνης. Τὸ ζωγραφικό του ἔργο εἶναι σημαντικὸ καὶ ἔχει γίνει γνωστὸ στὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ καὶ στὸ ἐξωτερικό. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ πίνακές του ἔχουν ἐκτεθεῖ σὲ δεκάδες αἴθουσες τέχνης καὶ ἡ ζωγραφική του ἔχει μελετηθεῖ ἀπὸ ἱστορικοὺς τῆς τέχνης, τεχνοκριτικούς, ἱστορικοὺς ἀλλὰ καὶ λαογράφους, θεωρῶ ὅτι δὲν ἔχει μελετηθεῖ ἐπαρκῶς σὲ ὅλες του τὶς διαστάσεις, ἐνῶ πολλὲς πτυχές του παραμένουν ἀκόμη ἀδιερεύνητες. Ἡ δουλειά του εἶναι πρωτότυπη καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ εὐφυὴ καλλιτεχνικὴ σύλληψη, ἐνῶ ἀπὸ τὰ πρῶτα κιόλας χρόνια τῆς καλλιτεχνικῆς του πορείας κατόρθωσε νὰ διαμορφώσει ἕνα προσωπικὸ καλλιτεχνικὸ ὕφος.
Παιδὶ προσφύγων ἀπὸ τὸ Καβακλὶ τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, ποὺ κατέφυγαν στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸ 1922, ὁ Γιάννης Μητράκας γεννήθηκε σὲ δύσκολους καιροὺς καὶ ἀπὸ νωρὶς βίωσε τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὅλοι οἱ πρόσφυγες μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ καὶ τὴν τραγωδία τῆς ἐκκένωσης τῆς Θράκης, βόρειας καὶ ἀνατολικῆς.
Ὁ Γιάννης Μητράκας, ἀπὸ πολὺ νωρίς, ζωγράφιζε καὶ ἡ ζωγραφικὴ ἀποτελοῦσε τὴν καταφυγή του. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅταν ἀσθένησε, ὄντας δεκάχρονο παιδί, κρυβόταν κάτω ἀπὸ τὴν κουβέρτα τοῦ κρεβατιοῦ του καὶ ζωγράφιζε, μὲ ἕνα μικρὸ μολύβι, πουλιὰ στὰ ἄδεια κουτιὰ τῶν τσιγάρων. Εἶναι ἐνδιαφέρον ὅτι ἀργότερα τὰ πουλιὰ θὰ γίνουν ἕνα ἀπὸ τὰ συστατικὰ στοιχεῖα τοῦ εἰκαστικοῦ του ἔργου. Περιγράφοντας τὸ προσωπικὸ καὶ καλλιτεχνικὸ ἄνοιγμα τοῦ Γιάννη Μητράκα σὲ νέους οὐρανούς, σὲ νέους κόσμους, σὲ νέους ὁρίζοντες, τὰ πουλιὰ ἀποτέλεσαν τὰ σύμβολα τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Θεωρῶ ὅτι τὰ πουλιὰ αὐτὰ ἐκφράζουν εἰκαστικὰ τὴν ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ θνητότητά του, νὰ ὑπερβεῖ τὸν γήινο χαρακτήρα του καὶ νὰ ἀναχθεῖ στὸν οὐρανό, στὴν αἰωνιότητα. Ἀποτελοῦν δὲ καὶ ἕνα σύμβολο τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφικῆς σκέψης, μιᾶς φιλοσοφίας καὶ στάσης ζωῆς ποὺ ἔδωσε ἀπαντήσεις σὲ βασικὰ ἐρωτήματα, ποὺ σχετίζονται ὄχι μόνο μὲ τὴ μεταφυσικὴ διάσταση τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὀργάνωση τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ζωῆς του. Οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια, μὲ τοὺς ἀποικισμούς, μέχρι καὶ σήμερα, μὲ τὴ διασπορά τους στὸν κόσμο, μεταφέρουν καὶ διαδίδουν τὸ ἦθος τους, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ ἐπιβάλλουν.
Μετὰ τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του στὸν Προβατώνα καὶ στὸ Σουφλί, ὁ Γιάννης Μητράκας πῆγε στὴν Ἀθήνα καὶ στὴ συνέχεια, ἐργάστηκε ὡς κοινωνικὸς λειτουργὸς στὸ Ἀλιβέρι τῆς Εὔβοιας, ὅπου ἐμπνεύστηκε πολλὰ ἀπὸ τὰ ἔργα του.


Τὸ εἰκαστικό του ἔργο ἀποτελεῖ μιὰ πρωτότυπη καὶ ξεχωριστὴ σπουδὴ στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία, ἀλλά, ταυτόχρονα, καὶ μιὰ εἰκαστικὴ πρόταση ἑρμηνείας τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας. Εἶναι ὁ ζωγράφος τοῦ γένους τῶν Ρωμαίων, τῶν Ρωμιῶν, καὶ αὐτὸ θεωρῶ ὅτι τὸν καθιστᾶ μοναδικό. Παράλληλα, στὸ εἰκαστικό του ἔργο ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη, ἡ βυζαντινὴ παράδοση καὶ ἡ σύγχρονη κοινωνικὴ πραγματικότητα συμπλέκονται καὶ συνδυάζονται μὲ συμμετρία καὶ ἁρμονία, δείχνοντας ἔτσι πόσο βαθιά ἔχει ἀφομοιώσει, πόσο ἔχει βιώσει ὁ Γιάννης Μητράκας τὴν ἑλληνικὴ σκέψη στὴ διαχρονία της. Ὡστόσο, οἱ μνῆμες τοῦ ζωγράφου ἀπὸ τὴ Θράκη, ἡ νοσταλγία τοῦ τόπου τῆς καταγωγῆς του, οἱ εἰκόνες καὶ οἱ μνῆμες ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴ μακρὰ καὶ πλούσια ἱστορία τοῦ γενέθλιου τόπου εἶναι ἀνιχνεύσιμες στὰ περισσότερα ἔργα του.
Γιὰ τὸν Μητράκα ὁ χρόνος δὲν εἶναι μόνο μιὰ διαρκὴς ροή, μιὰ συνεχὴς ἀλληλουχία γεγονότων, ἀλλὰ οἱ ἰδέες, τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα ὑπερβαίνουν τὸν χρόνο καὶ τὸν τόπο, ἐπιβιώνουν στὸν ἱστορικὸ χρόνο καὶ ἔτσι καθίστανται διαχρονικά. Στὴν παράδοση αὐτὴ συμπλέκονται ἁρμονικὰ οἱ μύθοι γιὰ τὸ ἀρχαῖο κλέος, ὁ Ὀρφέας, ἡ Περσεφόνη, ἡ Εὐρυδίκη καὶ ὁ Διόνυσος, ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος καὶ οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες, ἡ Παναγία, οἱ ἅγιοι ἥρωες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ ἡρωικὲς μορφὲς τοῦ διαχρονικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ Θράκη καὶ ἡ Μικρασία μὲ τὰ παθήματά τους, τὰ παθήματά μας, ἡ ζωὴ τῶν λιγνιτωρύχων, οἱ ἁπλοὶ σύγχρονοι ἄνθρωποι μὲ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὶς ἀγωνίες τους, οἱ ἄνθρωποι ποὺ κουβαλοῦν ἐκόντες ἄκοντες ὅλην αὐτὴν τὴ μακρὰ καὶ σπουδαία παράδοση.
Ὁ Γιάννης Μητράκας ἐπιτυγχάνει τὴν ἐνσωμάτωση τῆς βυζαντινῆς εἰκαστικῆς παράδοσης, ἀλλὰ καὶ ὡς Θρακιώτης ἀφομοιώνει τὴν καθόλου βυζαντινὴ παράδοση ἀκριβῶς μὲ τὸν τρόπο ποὺ τὴ βιώνει ὁ ἁπλὸς Θρακιώτης. Οἱ μορφὲς αὐτὲς ἀπεικονίζονται μὲ σεβασμό, ἀποδίδονται μὲ ἱεροπρέπεια καὶ συμπληρώνονται μὲ εἰκονογραφικὰ στοιχεῖα, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴ λαϊκὴ παράδοση, καὶ ἰδιαίτερα, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἐνδύματα τῶν μορφῶν, ἀπὸ τὴν ντόπια θρακιώτικη παράδοση.
Ἡ κατάφαση στὴ ζωὴ μαζὶ μὲ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ ἀντίληψη περὶ τῆς ἀποταγῆς τοῦ κόσμου δὲν εἶναι ἀντινομικὲς ἔννοιες, ἀλλὰ στὸ ἔργο τοῦ Μητράκα λειτουργοῦν ἁρμονικὰ καὶ συμπληρωματικά, ἐντάσσονται σὲ μιὰ ἑνιαία διαχρονικὴ ἀντίληψη καὶ σὲ μιὰ ἑνιαία εἰκαστικὴ ἐκδοχή.
Τὸ χθὲς συμπλέκεται μὲ τὸ σήμερα, τὸ παρελθὸν προβάλλεται στὸ παρὸν ὡς μιὰ αὐτονόητη πραγματικότητα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὁ Γιάννης Μητράκας κατορθώνει μὲ τὸν χρωστήρα του νὰ μᾶς μυήσει στὴ γνώση τῆς παράδοσης καὶ ἐπιτυγχάνει μιὰ χειραγωγία εἰκαστικὴ στὴν ἑλληνικὴ ἱστορία καὶ παράδοση. Σὲ κάθε ἔργο του αἰσθάνεται κανεὶς ὅτι περνᾶ συμπυκνωμένη ὅλη ἡ ἑλληνικὴ ἱστορία. Κάθε περίοδος, ἡ ἀρχαία, ἡ βυζαντινὴ καὶ ἡ νεώτερη, καθὼς καὶ ἡ σύγχρονη κοινωνικὴ καὶ πολιτισμικὴ πραγματικότητα συμπλέκονται ἐνιαῖα καὶ δὲν συμφύρονται, γιατὶ κάθε περίοδος διατηρεῖ τὴν ἰδιαιτερότητά της, ἐντασσόμενη στὴ μακρὰ καὶ ἀδιάσπαστη πολιτιστικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία τῶν Ἑλλήνων.

Βλέποντας τὰ ἔργα του αἰσθάνεται κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ μακρὰ πολιτισμικὴ ἱστορία τῶν Ἑλλήνων δὲν περιορίζεται ἀπὸ τὸ σχῆμα καὶ τὴ μορφή, ἀπὸ τὸ χρῶμα καὶ τὴν κίνηση, ἀλλά, ἀντίθετα, οἱ μορφὲς ἀπελευθερώνονται μέσα στὸν ἱστορικὸ χρόνο, μεταπλάθονται, μελίζονται ἀλλὰ δὲν διαιροῦνται. Τὸ παρελθὸν ἐνυπάρχει στὸ παρὸν καὶ τὸ παρὸν φαίνεται νὰ περιγράφει τὸ μέλλον.
Γοητευμένος ἀπὸ τὴ μυστικὴ παράδοση τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ ἀπὸ τὸν μυστικισμὸ τῶν ἡσυχαστῶν στὸ Βυζάντιο, ὁ Μητράκας ἀποτυπώνει μὲ τὸν χρωστήρα του μιὰ σειρὰ ἔργων μὲ ἀνάλογη θεματολογία, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνάλογο καλλιτεχνικὸ ὕφος. Ἡ εἰκαστικὴ ἀντίληψη τοῦ Κωνσταντίνου Παρθένη καὶ τοῦ Φώτη Κόντογλου ἀνιχνεύεται στὸν πίνακα μὲ τὸν τίτλο «Πάλη», ὁ ὁποῖος, ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ζωγράφος γράφει, εἶναι ἐμπνευσμένος ἀπὸ σχέδιο σὲ ἀρχαῖο ἀμφορέα ποὺ βρέθηκε στὴν Ἐρέτρια. Στὸν πίνακα αὐτὸ ὁ ἄγγελος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, –ἡ προσωποποίηση τῆς Νίκης στὴν ἀρχαία καὶ στὴ ρωμαϊκὴ παράδοση–, οἱ τρεῖς λεπτές, ὑψηλὲς καὶ σχεδὸν ἀέρινες ἀνδρικὲς μορφὲς ποὺ σχεδιάζει ὁ Μητράκας, καθὼς καὶ τὸ μπλὲ χρῶμα στὸ βάθος τῆς σύνθεσης παραπέμπουν σὲ ἔργα τοῦ Κωνσταντίνου Παρθένη, ἀλλὰ καὶ στὴ βυζαντινὴ εἰκαστικὴ παράδοση. Οἱ μορφὲς καὶ τὰ σχήματα, οἱ συμβολισμοὶ καὶ οἱ σημασίες στὸν πίνακα αὐτὸν συμπλέκονται, ἀλληλοσυμπληρώνονται καὶ ἐναλλάσσονται.
Μνῆμες ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ καὶ πράξη στὶς ἑορτὲς στὴ Θράκη μεταφέρει καὶ διασώζει ὁ Μητράκας μὲ τὴν ἐπὶ μέρους σκηνὴ τῆς πάλης τῶν δύο ἀνδρῶν. Ἡ σκηνὴ αὐτὴ θυμίζει τοὺς λαϊκοὺς παλαιστές, τοὺς γνωστοὺς πεχλιβάνηδες, ποὺ προσκαλοῦνταν στὰ θρακιώτικα πανηγύρια, ποὺ στήνονταν μὲ ἀφορμὴ μεγάλες θρησκευτικὲς γιορτές, γιὰ νὰ πάρουν μέρος σὲ ὑπαίθριους ἀγῶνες πάλης, καὶ νὰ πλαισιώνουν ἔτσι τὶς ἐκδηλώσεις χαρᾶς καὶ εὐωχίας μετὰ τὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη. Στὸν πίνακα αὐτὸν τὸ λαϊκὸ στοιχεῖο συμπλέκεται μὲ τὸ ἔντεχνο, ὁ λόγος καὶ τὸ βίωμα συμβαδίζουν ἁρμονικά, ἐνῶ ἡ εἰκαστικὴ καταγραφὴ τῆς μνήμης εἶναι ἐμφανὴς καὶ σφραγίζει τὴ δουλειὰ τοῦ ζωγράφου. Ὁ Μητράκας, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ἀνασύρει ἀπὸ τὴ μνήμη του γεγονότα προσωπικὰ καὶ ἀποδίδει εἰκαστικὰ τὶς μνῆμες ἀπὸ τὴ Θράκη. Ἡ καταγραφὴ τῶν βιωμάτων καθὼς καὶ ἡ δημιουργικὴ ἀφομοίωση τῶν μύθων, ὅπως αὐτοὶ προσλήφθηκαν ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ἀφηγηματικὴ παράδοση, καὶ μάλιστα τὴν παράδοση τῆς Θράκης, μορφοποιοῦνται κατὰ τὸν βυζαντινὸ εἰκαστικὸ τρόπο, βέβαια, ὅπως τὸν ἀντιλαμβάνεται ὁ ζωγράφος.
Ἀπεικονίζει τὸν Μέγα Ἀλέξανδρο ὡς Κοσμοκράτορα, γιατὶ πιστεύω ὅτι εἶναι ἐμφανὴς στὸ ἔργο αὐτὸ ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνια τοῦ ζωγράφου γιὰ τὸν νεαρὸ Μακεδόνα βασιλιά, ποὺ ἔφθασε μέχρι τὰ πέρατα τῆς τότε γνωστῆς οἰκουμένης. Αὐτὴ ἡ διαχρονικὴ ἀντίληψη τῆς συνέχειας τῆς ἱστορίας, ποὺ διαπερνᾶ τὴ σκέψη καὶ τὸ καλλιτεχνικὸ ἔργο τοῦ Μητράκα φαίνεται καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἀποδίδει τὸν βασιλιᾶ Ἀλέξανδρο. Τὸν ἀπεικονίζει ὡς ἕναν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα, ὡς τὸν πιστὸ βασιλέα τῶν Ρωμαίων. Οἱ στρατιῶτες καὶ οἱ λαϊκοὶ σύμβουλοι ἀπεικονίζονται σύμφωνα μὲ τὴ βυζαντινὴ τεχνικὴ καὶ θυμίζουν περισσότερο βυζαντινοὺς στρατιωτικοὺς ἁγίους καὶ ἀξιωματούχους τῆς βυζαντινῆς αὐλῆς, παρὰ Μακεδόνες τῆς προχριστιανικῆς ἐποχῆς.
Σὲ πίνακές του ζωγραφίζει τὸν «Μέγα μύστη Ὀρφέα προσευχόμενο, δεόμενο καὶ διαλογιζόμενο», τὴν «Περσεφόνη» καὶ τὸν «Ὀρφέα καὶ τὴν Εὐρυδίκη στὴν πύλη τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, τοῦ ἀνεξερεύνητου, ἄλυτου μυστηρίου». Συνδέει αὐτὲς τὶς μορφὲς μὲ τὴ Θράκη καὶ ἀποτυπώνει εἰκαστικὰ τὴν ὑπαρξιακή του ἀγωνία, καθὼς καὶ τὴ φιλοσοφική του ἐνατένιση ἀπέναντι στὸν θάνατο, τὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ζωῆς. Οἱ μορφὲς ἀποδίδονται μὲ τὴν τεχνικὴ τῶν βυζαντινῶν ζωγράφων, ὡστόσο, ὁ συμβολισμὸς καὶ οἱ σημασίες τῶν τριῶν αὐτῶν ἔργων δηλώνουν ἐμφατικὰ καὶ τὴ θρακιώτικη καταγωγὴ τοῦ Μητράκα καὶ συνάμα πιστοποιοῦν τὴν ἐπιβίωση τῶν μύθων τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας στὴ σημερινὴ ἐποχή, μιὰ ἐπιβίωση ὅμως μεταπλασμένη καὶ ἀποκαθαρμένη ἀπὸ τὸ εἰδωλολατρικό της νόημα, ἀναβαπτισμένη καὶ καθαγιασμένη στὴν κολυμβήθρα τῆς λαϊκῆς παράδοσης.
Ὡστόσο, εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ Γιάννης Μητράκας κατανοεῖ τὸν ἀρχαιοελληνικὸ μύθο καὶ τὶς μυστηριακὲς ἀντιλήψεις τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων μέσα ἀπὸ τὸ φίλτρο τῆς βυζαντινῆς παράδοσης καὶ τὶς προσλήψεις τῆς νεώτερης ἐποχῆς. Ἀκολουθεῖ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα δὲν ἔχει σημασία, τὸ ἰδεολόγημα τῆς ἀδιάσπαστης συνέχειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἐπιβίωση τῆς ἑλληνικῆς πολιτιστικῆς παράδοσης καὶ στάσης ζωῆς ἀπὸ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχὴ μέχρι τὴ σημερινή, μὲ ἐργαλεῖο τὴν εἰκαστικὴ ἀντίληψη ποὺ διαμορφώνει μιὰ ὁλοκληρωμένη προσωπικὴ καλλιτεχνικὴ πρόταση μὲ εἰκαστικὲς ἰδιαιτερότητες καὶ συμβολισμούς.
Ἡ ζωγραφικὴ τοῦ Γιάννη Μητράκα δὲν ἀποτελεῖ μίμηση τῶν προηγουμένων μορφῶν, ἀλλὰ πρόκειται γιὰ μιὰ ἀφομοιωμένη παράδοση, δοσμένη μὲ ἕναν τρόπο προσωπικὸ καί, συχνά, μὲ ἐκλεκτικιστικὴ διάθεση. Ἡ ἐπαφή του μὲ τὸ ἔργο τοῦ Φώτη Κόντογλου καὶ τοῦ Ράλλη Κοψίδη εἶναι ἐμφανὴς σὲ ἔργα του, στὰ ὁποῖα ἀποτυπώνονται μορφὲς ἀπὸ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Ἀθανάσιος Διάκος. Ἡ αὐστηρὴ καὶ ἄγρια μορφὴ τοῦ φουστανελοφόρου ἥρωα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης μπορεῖ νὰ ἔχει ὡς πρότυπο τὴ μορφὴ τοῦ ἥρωα στὴν Ἀλαμάνα, ὡστόσο, ἀπὸ καλλιτεχνικὴ ἄποψη, θυμίζει σαφῶς τὸ ἀντίστοιχο ἔργο τοῦ Φώτη Κόντογλου στὸ Δημαρχεῖο τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ πίνακας αὐτὸς παρουσιάζει ἰδιαίτερο καλλιτεχνικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἔχει ὁπωσδήποτε καὶ ἰδεολογικὴ σημασία, διότι μπορεῖ νὰ ἀναγνωσθεῖ εἰκονολογικὰ μαζὶ μὲ τὸ ἔργο ποὺ ὁ ζωγράφος τιτλοφορεῖ «Πορεία Προσφύγων». Θεωρῶ ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα εἶδος ἰδεολογικοῦ μανιφέστου τοῦ ζωγράφου ποὺ ἐκφράζει ὄχι ἁπλὰ καὶ μόνο τὶς θέσεις του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ. Ἀποτυπώνει τὴ χαρὰ τῆς ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸν Ὀθωμανὸ κυρίαρχο, ἀλλὰ καὶ τὴν τραγικότητα τῆς ἱστορίας τῶν Νεοελλήνων, τὸ δράμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετὰ τὴ μεγάλης ἔκτασης Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ καὶ τὴν ἀναγκαστικὴ ἐκκένωση τῆς ἀνατολικῆς καὶ βόρειας Θράκης.
Πρὶν ὁλοκληρώσω τὴ σύντομη αὐτὴ παρουσίαση γιὰ τὸ μεγάλο –ποσοτικὰ καὶ ποιοτικά– ἔργο τοῦ Γιάννη Μητράκα, ἐπιτρέψτε μου νὰ ἀναφερθῶ καὶ σὲ μιὰ ἀκόμη πτυχὴ τοῦ εἰκαστικοῦ του ἔργου, τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωγραφική. Περὶ τὸ 2002 κλήθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Ράλλη Κοψίδη, φιλοτεχνώντας τοιχογραφίες στὸν Ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὸ Πατριαρχικὸ Κέντρο, στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἐντυπωσιάζουν τὸν θεατὴ τὸ βλέμμα τῶν μορφῶν καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἀγγέλων, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων μορφῶν. Βλέμματα ἔκπληκτα μπροστὰ στὴ θέα τοῦ μυστηρίου τῆς θέωσης, μπροστὰ στὴ θέα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, μπροστὰ στὴ θέα τοῦ θείου φωτός, μπροστὰ στὴν τελούμενη οὐράνια ἢ ἀγγελικὴ θεία λειτουργία. Τὸ βλέμμα παραμένει ἔκπληκτο, βουβὸ καὶ συνεσταλμένο μπροστὰ στὴ θέα τοῦ τελουμένου στὸ Ἱερὸ Βῆμα μεγάλου καὶ φοβεροῦ καὶ φρικτοῦ μυστηρίου τῆς ἀναίμακτης θυσίας τοῦ Χριστοῦ.
Στὰ ἔργα του ἐντυπωσιάζουν οἱ ψηλόλιγνες μορφὲς μὲ τὰ μακριὰ καὶ ἐκφραστικὰ πρόσωπα, πού, τοποθετημένες σὲ γαλάζιο βάθος μὲ δισδιάστατη προοπτική, ἀποκτοῦν μιὰ αἴσθηση μυστηρίου. Εἶναι ἀπόκοσμες καὶ ταυτόχρονα τόσο οἰκεῖες. Εἶναι εἰκόνες μανιεριστικές, εἶναι εἰκόνες ποὺ ἔχουν τὴν ἀφετηρία τους στὸν ἀντικλασικὸ χαρακτήρα τῆς τέχνης τῆς παλαιολόγειας περιόδου, πού, ὡστόσο, ἐκτελοῦνται τεχνικὰ σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο τῶν Κρητικῶν ζωγράφων. Εἶναι εἰκόνες βγαλμένες ἀπὸ τὴν καθημερινότητα, ἀπὸ τὴ συσσωρευμένη καὶ ἀστείρευτη φαντασία τοῦ ζωγράφου Γιάννη Μητράκα. Πρόκειται γιὰ εἰκόνες ποὺ κρύβουν μυστήριο ἀλλὰ εἶναι ταυτόχρονα ἀνοικτὲς γιὰ προσωπικὴ εἰκαστικὴ ἀνάγνωση, ἀφοῦ προέρχονται ἀπὸ ἕναν κόσμο λαϊκό, γιατὶ ἡ βυζαντινὴ τέχνη μὲ τὴ λογιότητα καὶ τὴν ἱεροπρέπειά της εἶναι μιὰ τέχνη λαϊκή.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

