Μ. Καραγατσης: Ο «κακος» λογοτεχνης που μας δειχνει την αληθεια

Μ. Καραγάτσης, «Μεγάλη Χίμαιρα», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 30ή έκδ., Αθήνα 2002 [1936], σ. 322.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Με αφορμή την επικείμενη προβολή της «Μεγάλης Χίμαιρας» στην κρατική τηλεόραση, ένα από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα του Μ. Καραγάτση επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση, ο συγγραφέας, η ζωή και το έργο του οποίου εξακολουθούν να προκαλούν θαυμασμό, αλλά και έντονη κριτική.

Ο ίδιος ο Καραγάτσης, σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έδωσε στο ραδιόφωνο, δηλώνει με παιγνιώδη τόνο και κρυστάλλινη φωνή: «Ο καλός λογοτέχνης μάς παρουσιάζει όπως θέλουμε να είμαστε. Εκείνος που τολμάει να μας παρουσιάζει όπως είμαστε, είναι κακός λογοτέχνης. Ιδού, λοιπόν, γιατί είμαι ένας κακός λογοτέχνης».

Αυτή η δήλωση αντικατοπτρίζει την κεντρική του στάση απέναντι στη λογοτεχνία: η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, υπερτερεί κάθε ωραιοποίησης. Ο Καραγάτσης δεν έγραψε για να γίνει αρεστός· ήταν εριστικός, τολμηρός και αντισυμβατικός, κάτι που δεν τον έκανε ιδιαίτερα αγαπητό στην εποχή του. Η ελληνικότητα και οι κυρίαρχες λογοτεχνικές τάσεις της γενιάς του ’30 απέτυχαν να τον περιορίσουν· ο Καραγάτσης υπήρξε παγκόσμιος, αντιλαμβανόμενος την τέχνη ως διεθνές φαινόμενο και αυτό του στοίχισε σε αναγνώριση, βραβεύσεις και δημόσιες σχέσεις. Ωστόσο, η γνήσια λογοτεχνική του φλέβα δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: η ικανότητά του να στήνει μυθιστορηματικούς χαρακτήρες με πληθωρική, ζωντανή παρουσία, παραμένει αξεπέραστη.

Ο αφηγηματικός του τρόπος θυμίζει περισσότερο τους Γάλλους ρεαλιστές ή τους Ρώσους ψυχογράφους, όπως τον Φλωμπέρ ή τον Ντοστογιέφσκι, και στο επίκεντρο των έργων του βρίσκεται συχνά το σεξουαλικό στοιχείο. Ο ερωτισμός στον Καραγάτση δεν είναι ποτέ απλός ή χαρούμενος, αλλά βιολογικός, σχεδόν μοιραίος. Μια δύναμη που καταδυναστεύει τους ήρωές του και τους οδηγεί στην καταστροφή. Ο ηδονισμός του είναι τραγικός, όχι ευφρόσυνος. Όσο για τη  γραφή του, κινείται στα όρια του νατουραλισμού, με έντονη την αίσθηση του πραγματικού. Παρατηρεί τον άνθρωπο και την κοινωνία χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς εξιδανικεύσεις. Ο Καραγάτσης ήταν βαθύτατα ρεαλιστής και αντι-ιδεαλιστής. Δεν πίστευε σε ήρωες, ιδανικά ή «ανώτερες αξίες». Είχε, ωστόσο, μια μοναδική πίστη στη δύναμη της αφήγησης. Δημιούργησε ένα πυκνό, συνεκτικό σύμπαν, όπου οι ήρωές του –ο Λιάπκιν, η Μαρίνα, οι Ρεΐζηδες, ο Γιούγκερμαν– συνεχίζουν να μας κοιτούν μέσα από τις σελίδες, εξωφρενικά γοητευτικοί κι εξωφρενικά δικοί μας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιοφυούς σύλληψής του είναι η τριλογία «Εγκλιματισμός κάτω από τον Φοίβο». Στα δύο πρώτα μυθιστορήματα, «Ο Συνταγματάρχης Λιάπκιν» (1933) και ο «Γιούγκερμαν» (1938), οι ήρωες είναι ξένοι –Ρώσος και Φινλανδός αντίστοιχα–, που έρχονται στην Ελλάδα, προσπαθούν να εγκλιματιστούν, ζουν έντονη ερωτική ζωή, για να καταλήξουν τελικά στην αποτυχία και την καταστροφή. Στη «Μεγάλη Χίμαιρα», η Γαλλίδα Μαρίνα Μπαρέ αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο: προσπαθεί να ξεφύγει από την κληρονομιά της μητέρας της, αλλά τελικά, υπό την επίδραση του περιβάλλοντος και της στιγμής, παραδίδεται στη μοίρα ή στην παντοδυναμία των γονιδίων της.

Οι ήρωες του Καραγάτση δεν κατορθώνουν να εγκλιματιστούν πλήρως στη νέα τους πατρίδα. Είναι δεμένοι με τις ρίζες τους και τα τραύματα του παρελθόντος· όχι ως νοσταλγία, αλλά ως μοίρα. Ο εγκλιματισμός τους απέτυχε, επειδή η ζωή τους είναι καθορισμένη από τη βιολογία, την κληρονομικότητα και το περιβάλλον που τους γέννησε. Ο νατουραλισμός και η φροϋδική διάσταση της αφήγησης αναδεικνύουν αυτήν την τραγική μοίρα: η επιθυμία και το ένστικτο υπερβαίνουν κάθε ηθικό περιορισμό και καθορίζουν την πορεία των ηρώων.

Η Μαρίνα, ιδιαίτερα, παρουσιάζεται ως γυναίκα με ζωώδη σεξουαλικότητα, όχι ως μητέρα που νοιάζεται για το παιδί της, αλλά ως γυναίκα που αναζητά διέξοδο στην ερεθισμένη της σεξουαλικότητα. Ο Καραγάτσης περιγράφει τη σκηνή όπου προκαλεί ερωτικά τον Μηνά, επιδιώκοντας παράλληλα τον ξυλοδαρμό της –μια ένωση οδύνης και ηδονής, που αναδεικνύει την αντικειμενική αξία της ηδονής. Η τολμηρή και πρωτοπόρα προσέγγιση της γυναικείας σεξουαλικότητας από τον Καραγάτση είναι ακόμη και σήμερα προκλητική. Οι αλήθειες που θίγει –η επιθυμία ως μοχλός ζωής και καταστροφής, η σεξουαλική έκφραση πέρα από τα στερεότυπα– οδήγησαν σε χαρακτηρισμούς περί μισογυνισμού. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας δεν υποβιβάζει τη γυναίκα, αλλά την παρουσιάζει όπως είναι, με πάθη, ένστικτα και εσωτερική δύναμη.

Η διαμάχη για το κατά πόσο ο Καραγάτσης είναι σεξιστής είχε αναζωπυρωθεί το καλοκαίρι του 2024, με έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε μελετητές και βιβλιόφιλους. Κάποιοι υποστηρίζαν ότι η παρουσία έντονου ερωτικού στοιχείου και η έμφαση στη σεξουαλικότητα των γυναικών υποδηλώνουν την αντικειμενοποίησή τους. Άλλοι, αντίθετα, τόνιζαν ότι η ανάλυση της Μαρίνας και άλλων ηρωίδων αποκαλύπτει το βάθος και τη σύνθετη ψυχολογία τους, καθιστώντας τες ολοζώντανες και πολυσύνθετες –και επομένως, η παρουσία του πάθους δεν είναι υποτίμηση, αλλά παρατήρηση της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση δεν πρέπει να αποβλέπει σε μονομερή «καταδίκη» του έργου ή του δημιουργού, αλλά σε μια διπλή ανάγνωση: αφενός, κριτική ευαίσθητη απέναντι στο περιεχόμενο του κειμένου και αφετέρου, ιστορική και τεκμηριωμένη στο πλαίσιο της εποχής του. Αφενός, γιατί ο Καραγάτσης είναι συγγραφέας που επεξεργάζεται ζωτικά θέματα του έρωτα, της επιθυμίας, της βιολογίας και της εξουσίας –όχι από την οπτική της «εξιδανικευμένης ηρωίδας», αλλά της ανθρώπινης ασθένειας, της αδυναμίας και της αυτοκαταστροφής. Η έντονη παρουσία του σεξουαλικού στοιχείου στο έργο του είναι γνωστή και αποτελούσε μέρος του ρεαλιστικού/νατουραλιστικού προσανατολισμού του. Αφετέρου, όταν αναγνώστες σήμερα αισθάνονται δυσφορία απέναντι σε χαρακτήρες που δεν ανταποκρίνονται σε σύγχρονες εκδοχές γυναικείας αυτονομίας, αυτό δεν είναι απαραίτητα απόδειξη ότι ο συγγραφέας ήταν «σεξιστής» –μπορεί να σημαίνει ότι οι αναγνώστες διερευνούν τις αθέατες πλευρές της αφήγησης μέσα από το σήμερα.

Και τέλος, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι κάποια μοτίβα (π.χ. η «γυναίκα υποταγμένη», ο έλεγχος του αρσενικού, κ.ά.) μπορεί να λειτουργούν και ως αναπαραστάσεις και όχι μόνο ως κριτικές συλλήψεις. Ακόμη και αν ο συγγραφέας δεν τα εγκρίνει, η παρουσία τους στο έργο –και η έλλειψη ξεκάθαρης άρνησης ή αντίδρασης μέσα στην αφήγηση– δημιουργεί το ερώτημα αν η αφήγηση αυτόματα τα απομυθοποιεί ή τα επαναφέρει.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το τέλος της Μαρίνας Μπαρέ αποδεικνύει και τη θέση της μοιχείας ούτως ή άλλως στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Από την Άννα Καρένινα του Τολστόι και την Έμμα Μποβαρύ του Φλωμπέρ, μέχρι τη Λαλώ του Καζαντζάκη και τη Λαίδη Τσάτερλυ του Λώρενς, όλες οι ηρωίδες που παραβιάζουν το ηθικό πλαίσιο της εποχής καταλήγουν σε τραγική μοίρα: τον θάνατο. Οι συγγραφείς επιλέγουν αυτήν την κατάληξη, όχι μόνο ως ηθική τιμωρία, αλλά και ως δραματική κορύφωση, αναδεικνύοντας την ανεπάρκεια της κοινωνίας να αποδεχθεί την ελευθερία της επιθυμίας. Η Μαρίνα εντάσσεται σε αυτήν την παράδοση· η μοίρα της είναι το δραματικό αποτέλεσμα της σύγκρουσης πάθους, επιθυμίας και κοινωνικής πίεσης.

Τι είναι, λοιπόν, η Μαρίνα; Είναι η Ελληνίδα Μαντάμ Μποβαρύ, η Γαλλίδα Μήδεια, η Νορμανδή Φαίδρα; Ή μήπως, απλώς άλλη μια «ξένη» που δεν κατάφερε να ζήσει στον τόπο που «όποιος ποτέ του δεν αγάπησε, θ’ αγαπήσει, στο φως», όπως έγραψε ο Σεφέρης στο ποίημα «Το ναυάγιο της Κίχλης»; Στον κόσμο του Καραγάτση, το αγγελικό και το μαύρο συνυπάρχουν, και η Μαρίνα είναι ακριβώς αυτό: μια γυναικεία φιγούρα που ζει με πάθος, που προδίδεται από τη μοίρα, αλλά παραμένει ολοζώντανη στις σελίδες ενός λογοτέχνη που τόλμησε να πει αλήθειες, ακόμα και για τα πιο ταμπού ζητήματα.

Η προβολή της «Μεγάλης Χίμαιρας» στην τηλεόραση αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για το κοινό να ξαναγνωρίσει έναν συγγραφέα, που, παρά τη διαμάχη και τις παρεξηγήσεις γύρω από το έργο του, παραμένει ζωντανός στις σελίδες του. Η «Μεγάλη Χίμαιρα», όπως όλα τα έργα του, μας υπενθυμίζει ότι η τέχνη δεν πρέπει να χαϊδεύει αυτιά, αλλά να προκαλεί, να προβληματίζει και να αποκαλύπτει τον άνθρωπο όπως είναι –με τα πάθη, τις αδυναμίες και τη μοναδική του τραγική μεγαλοπρέπεια.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.