Η δικαιωση των αφανων

Kλαρίσε Λισπέκτορ, «Η ώρα του αστεριού», Μάριος Χατζηπροκοπίου (μτφρ.), Eλέν Σιξού (επίμετρο), εκδ. Αντίποδες, Αθήνα 2025, σ. 152.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε το 1920, σε μια μικρή πόλη της Ουκρανίας, το Τσετσέλνικ, από Εβραίους γονείς. Ο αντισημιτισμός εξαναγκάζει την οικογένειά της σε φυγή κι έτσι, το 1922, φτάνουν στη Βραζιλία. Εκεί, ξεκινά τη ζωή της και τη μεγάλη λογοτεχνική της διαδρομή. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της πορτογαλικής γλώσσας και το έργο της είναι γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Το 1943 παντρεύτηκε τον συμφοιτητή της στη Νομική Σχολή, Μαουρί Βαλέντε, και έλαβε τη βραζιλιάνικη υπηκοότητα. Τον Δεκέμβριο του 1943 εξέδωσε το πρώτο της μυθιστόρημα, “Perto do Coração Selvagem” (Κοντά στην άγρια καρδιά), το οποίο προξένησε πολύ μεγάλη εντύπωση, κέρδισε το βραβείο “Graça Aranha” για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα και ανακηρύχθηκε το καλύτερο μυθιστόρημα του 1943.

Ακολουθώντας τον σύζυγό της στις διπλωματικές του αποστολές διαμένει, επί μακρόν, σε πολλές πόλεις του κόσμου. Στη Νάπολη άρχισε να γράφει το δεύτερο μυθιστόρημά της, “O Lustre” (Ο πολυέλαιος, 1946). Μετά από μια σύντομη επιστροφή στη Βραζιλία, το ζεύγος εγκαθίσταται, μεταξύ 1946-49, στη Βέρνη της Ελβετίας. Στο διάστημα αυτό γεννιέται ο πρώτος της γιος και γράφει το επόμενο μυθιστόρημά της, “A cidade sitiada” (Η πολιορκημένη πόλη, 1949), καθώς και τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής “Lacos de familia” (Οικογενειακοί δεσμοί, 1960). Το 1952 ο Μαουρί μετατίθεται στην Ουάσινγκτον, όπου γεννιέται ο δεύτερος γιος τους, το «Κοντά στην άγρια καρδιά» μεταφράζεται στα γαλλικά και η Λισπέκτορ αρχίζει να δουλεύει το επόμενο μυθιστόρημά της, “A Μaçã no escuro” (Το μήλο στα σκοτεινά, 1961), καθώς και μια νέα συλλογή διηγημάτων.

Ωστόσο, ο γάμος της με τον Μαουρί μπαίνει σε κρίση, καθώς η Λισπέκτορ αντιδρά στη συμβατικότητα της ζωής των διπλωματικών κύκλων. Η συλλογή διηγημάτων “Lacos de familia”, που εκδίδεται το 1960, συγκεντρώνει διθυραμβικά σχόλια. Το 1961 εκδίδεται το μυθιστόρημα “A Μaçã no escuro”, που κερδίζει το βραβείο “Carmen Dolores Barbosa”, ενώ το 1963, μέσα σε λίγους μήνες, γράφει το “A Paixão Segundo G.H.”(Τα κατά Α. Γ. πάθη), ένα από τα πιο συζητημένα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα, το οποίο επαναπροσδιόρισε την ίδια την έννοια του μυθιστορήματος κι έχει εμπνεύσει μια ολοένα διογκούμενη βιβλιογραφία. Αργότερα, κάνει μια στροφή στην παιδική λογοτεχνία με δύο έργα, ενώ το 1973, μετά από τρία χρόνια επίπονης δουλειάς, εκδίδεται το “Agua Viva” (Ζωντανό νερό). Το έργο της “Um Sopro de Vida” (Μία ανάσα ζωής) εκδίδεται μετά τον θάνατό της, ενώ το “A Hora da Estrela” (Η ώρα του αστεριού) είναι το τελευταίο και διασημότερο μυθιστόρημά της.

Το έργο αφηγείται τη ζωή της Μακκαμπέα, μιας νεαρής, φτωχής κι αδιάφορης κοπέλας, που έρχεται από τη βραζιλιάνικη επαρχία στο Ρίο, για να βρει μια καλύτερη τύχη. Η ζωή της χαρακτηρίζεται από την ανυπαρξία επιλογών, την έλλειψη αυτοεκτίμησης και την εσωτερική σιωπή. Η Λισπέκτορ κατασκευάζει έναν μυθοπλαστικό αφηγητή, έναν άντρα συγγραφέα, εν μέσω της προσπάθειάς του να πλάσει την ηρωίδα του, καταγράφοντας όλες τις ψυχικές και πνευματικές του διακυμάνσεις, αλλά και τους προβληματισμούς του. Ο Ροντρίγκο είναι μια αφηγηματική φωνή περίπλοκη και αμφιταλαντευόμενη, ενώ τα λόγια του απηχούν τη Λισπέκτορ –το alter ego της– και δείχνουν τη βαθύτερη σύνδεση του «δημιουργού» με τους χαρακτήρες του έργου του. Ο προβληματισμός του είναι συνειδητός· πώς θα πρέπει να διηγηθεί την ιστορία ενός τόσο διαφορετικού ατόμου, ενός ανθρώπου που «δεν έχει φωνή»; Γι’ αυτό και συστήνει τη Μακκαμπέα με μια αντιφατική ματιά, ένα μεταβαλλόμενο βλέμμα, άλλοτε είναι σαν να χλευάζει τις επιλογές της κι άλλοτε σα να τη συμπονά και να νιώθει αγωνία για τα βάσανά της. Θα έλεγε κανείς πως της έχει μια «απορριπτική» λατρεία. Εξάλλου, αυτό είναι κι ένα από τα θέματα που ξεκάθαρα η Λισπέκτορ αναδεικνύει. Τις αγωνίες της συγγραφής, τη διαδικασία διατύπωσης μιας ιστορίας, την αυθεντική της αναπαράσταση. Κι ενώ ο Ροντρίγκο δείχνει να έχει αυτοπεποίθηση για τη γλώσσα, ωστόσο φοβάται για τον τρόπο παρουσίασης της ηρωίδας του. Μήπως συμμετέχει υπερβολικά στο δράμα της; Ή μήπως δεν θα μπορέσει να αποδώσει πλήρως την ιστορία της; Και τελικά, ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει για τους «αόρατους»; Ο Ροντρίγκο προσπαθεί να αποκτήσει μια φωνή γι’ αυτήν, αλλά υποψιάζεται, ταυτόχρονα, ότι δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως την εμπειρία της.

Ποια είναι, όμως, η Μακκαμπέα; Ένα κορίτσι 19 χρονών, από την επαρχία της Αλαγκόας (εκεί πρωτοεγκαταστάθηκε στη Βραζιλία και η οικογένεια της Λισπέκτορ), μια τραγική πρωταγωνίστρια. Ορφανή που τη μεγάλωσε μια κακοποιητική θεία, με ελάχιστη εκπαίδευση, έρχεται στο Ρίο για μια καλύτερη ζωή. Είναι ασχημούλα, με δυσάρεστη οσμή, λόγω απλυσιάς κι έχει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα με το αφεντικό της. Αυτοχαρακτηρίζεται μέσα από τα μικρά που ζει –δηλώνει δακτυλογράφος, τρώει χοτ ντογκ, πίνει κόκα κόλα και είναι παρθένα. Σαν να έχει επίγνωση του εαυτού της μόνο μέσα από τις αισθήσεις της∙ στην πραγματικότητα, όμως, αγνοεί την κατάστασή της, δεν συνειδητοποιεί ούτε τη φτώχεια της ούτε την έλλειψη πιθανοτήτων να βελτιώσει τη ζωή της. Όσο για τη σχέση που δημιουργεί με τον Ολίμπικο, έναν νεαρό που αγωνίζεται να ανέλθει με λάθος τρόπους, κορυφώνεται με άκρα ταπείνωση για τη Μακκαμπέα, καθώς την προδίδει με την καλύτερή της φίλη, την Γκλόρια –γεγονός που εκείνη αποδέχεται και πάλι με στωικότητα. Έτσι, η Λισπέκτορ θέτει το δεύτερο θέμα του βιβλίου της, την ψευδαίσθηση της ελεύθερης βούλησης. Αφού η Μακκαμπέα δεν μπορεί να κατευθύνει την ύπαρξή της, δεν επιλέγει, απλά ακολουθεί αυτό που της προκύπτει, είναι φανερό πως η ελεύθερη βούληση δεν είναι παρά ένας μύθος που επινοήθηκε από τον άνθρωπο. «[…] η ζωή της ήταν ένας διαλογισμός διαρκείας επάνω στο τίποτα».

Παρόλες τις δυσκολίες, εκείνη έχει έναν απλό τρόπο να ελπίζει: μέσα από τα μέσα ενημέρωσης (ραδιόφωνο), μέσα από τα όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο, από τις προσδοκίες που της δημιουργεί κάποτε η μάντισσα Καρλότα. Δεν έχει όμως τη δύναμη να διεκδικήσει. Η ζωή της είναι γεμάτη αδικίες και ταπεινώσεις, κι εκείνη, αβοήθητη, χωρίς κανέναν να της συμπαρασταθεί ή να την υπερασπιστεί, παραμένει αδικημένη. Η κοινωνική ανισότητα, η έλλειψη δικαιοσύνης, η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι το τρίτο θέμα που απασχολεί τη συγγραφέα. Εξάλλου, βαθύτερος στόχος, κατά δήλωσή της, «[…] ήταν να μιλήσει για “μια ποδοπατημένη αθωότητα, μια ανώνυμη δυστυχία”, γράφοντας έτσι το μοναδικό της έργο με έκδηλο κοινωνικό προβληματισμό […]», ο οποίος πιστοποιείται αβίαστα: Η Μακκαμπέα ζει σε συνθήκες εξαθλίωσης, ενώ είναι αόρατη για την κοινωνία
–χαρακτηριστικό πολλών γυναικών μεταναστριών από το βορειοανατολικό βραζιλιάνικο “sertão”, που μετακινούνται στις πόλεις. Η Λισπέκτορ υπογραμμίζει τη διάκριση μεταξύ της «κεντρικής, μοντέρνας Βραζιλίας» και της φτωχής επαρχίας, ειδικά του βορρά. Η Μακκαμπέα, ως μετανάστρια, είναι κοινωνικά στιγματισμένη και πολιτισμικά περιθωριοποιημένη. Ακόμα και στη σχέση της με τον Ολίμπικο αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση, γιατί του είναι εμπόδιο στην κοινωνική του ανέλιξη, που θα του προσφέρει η «αστή» Γκλόρια.

Υπό αυτήν την οπτική, κατανοούμε ακόμα και την επιλογή του ονόματος για την ηρωίδα της. Πέρα από τη σαφή αναφορά στην εβραϊκή καταγωγή της Λισπέκτορ, αλλά και στη γνωστή ιστορία των Μακκαβαίων, που υπήρξαν σύμβολο αντίστασης για τον λαό της, η Μακκαμπέα είναι παθητική, αόρατη, αδύναμη και άφωνη, δημιουργεί δηλαδή την τέλεια αντίστιξη με το όνομά της∙ ένα σαρκαστικό χάσμα που εντείνει την τραγικότητα της ύπαρξής της. Από την άλλη όμως, μήπως η Λισπέκτορ «προκαλεί» τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι και η ίδια η Μακκαμπέα, με την αντοχή της στη σιωπή και στη φτώχεια, αντιπροσωπεύει έναν διαφορετικό τύπο «ηρωισμού»; Όχι με τη χρήση όπλων, αλλά με την απλή επιμονή να υπάρχει, να συνεχίζει, να κρατά μια σπίθα ελπίδας.

Κι ο τίτλος; Γιατί επιλέγει αυτόν η Λισπέκτορ ανάμεσα στις δεκατρείς επιλογές που καταγράφει; Μελετώντας ενδελεχώς τον κάθε έναν από αυτούς (δικό μου το φταίξιμο, η ώρα του αστεριού, να τα βγάλει πέρα μόνη της, Κλαρίσε Λισπέκτορ, ως προς το μέλλον, θρηνητικό μπλουζ, αυτή δεν ξέρει να κραυγάζει, αίσθηση απώλειας, σφύριγμα στον σκοτεινό άνεμο, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, καταγραφή προηγηθέντων γεγονότων, δακρύβρεχτο μελό, βγαίνοντας διακριτικά από την πίσω πόρτα), θαρρώ πως μπορούμε να αντιληφθούμε τις επιλογές του νοήματος που η συγγραφέας επεξεργαζόταν και τις ιδέες που ήθελε να μεταλαμπαδεύσει στον αναγνώστη της. Προκρίνεται «Η ώρα του αστεριού», γιατί αποφορτίζει τη δραματικότητα των άλλων επιλογών και δίνει έμφαση στη στιγμή της αναγνώρισης της Μακκαμπέας.

Ο τίτλος που τελικά επιλέχθηκε δεν είναι τυχαίος· συμπυκνώνει την ουσία όλου του έργου. Η «ώρα» δηλώνει τη στιγμή, το σύντομο, εφήμερο πέρασμα της Μακκαμπέας από τον κόσμο, ενώ το «αστέρι» υποδηλώνει τη μοναδική της λάμψη, αυτή που αποκτά μόνο μέσα από τον θάνατό της και την αφήγηση που της δίνει υπόσταση. Η Μακκαμπέα, αν και μια αόρατη, φτωχή μετανάστρια, κερδίζει την «ώρα» της προβολής, έστω και τραγικά, μέσα από την πράξη της αφήγησης. Έτσι, ο τίτλος αναδεικνύει την αντίθεση ανάμεσα στη φαινομενική ασήμαντη ύπαρξη και στη βαθιά ανθρώπινη αξία της. Γιατί ακόμα και η πιο «ασήμαντη» ζωή έχει δικαίωμα σε μια στιγμή φωτός, σε μια αναλαμπή αναγνώρισης. Με αυτόν τον τρόπο, ο τίτλος λειτουργεί ως ύστατη πράξη δικαίωσης της ηρωίδας και ως κοινωνικό σχόλιο για όλους τους «αφανείς» της ιστορίας.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.