Ο εργασιακος Μεσαιωνας την εποχη της τεχνητης νοημοσυνης

Αποτελεί αντίφαση που υπερβαίνει τη λογική, από τη μία, να εκθειάζεις την εκθετική εξέλιξη της τεχνολογίας, να ισχυρίζεσαι ότι θέλεις να εκσυγχρονίσεις τη χώρα, αξιοποιώντας τις τεράστιες δυνατότητες που δημιουργεί και, από την άλλη, νομοθετώντας για τη 13ωρη εργασία σε έναν ή σε δύο εργοδότες, να επιστρέφεις στον εργασιακό Μεσαίωνα, ή καλύτερα στις συνθήκες εργασίας της Βιομηχανικής Επανάστασης που αναφέρει ο Μαρξ. Παράλληλα, στο όνομα της τετραήμερης εργασίας, να εισαγάγεις το 10ωρο ως προπομπό για δυσμενέστερες «μεταρρυθμίσεις» στα εργασιακά –όλα βήμα βήμα καταρρέουν– και να εξωραΐζεις την επιβολή όλων αυτών στο όνομα της συναίνεσης εργοδότη – εργαζόμενου, με άλλα λόγια, με τη «βούληση του εργαζόμενου», όταν η σχέση εργοδότη – εργαζόμενου είναι ανισοβαρής.  Περιγράφοντας όλα αυτά και άλλα πολλά, το νομοσχέδιο φέρει τον τίτλο: «Δίκαιη εργασία για όλους».

Γιατί όμως, ενώ η τεχνολογία εξελίσσεται, οι ώρες εργασίας όχι μόνον δεν μειώνονται, ως επακόλουθο των συνθηκών που δημιουργεί, αλλά αυξάνονται; Διότι η υπεραξία της εργασίας, δηλαδή το κέρδος του εργοδότη, δημιουργείται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας πέραν των ωρών, στις οποίες ο εργαζόμενος παράγει αξία ίση με το ημερομίσθιό του. Επομένως, πέραν αυτών των ωρών, όσες περισσότερες ώρες εργασθεί, τόσο μεγαλύτερο κέρδος δημιουργεί. Γι’ αυτό το κεφάλαιο θέλει να αυξάνει τις ώρες εργασίας. Διότι η υπεραξία παράγεται από την ανθρώπινη εργασία και όχι από τα μέσα παραγωγής (μηχανές, κ.ά.). Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για υψηλότερα κέρδη που οφείλονται σε ανώτερες ανταγωνιστικές μορφές, ή καλύτερα μηχανήματα, είναι συνήθως βραχύβια. Οι εταιρείες μπορούν γρήγορα να υιοθετήσουν τις νέες μεθόδους και τις τεχνολογικές καινοτομίες σε όλους τους τομείς, εκμηδενίζοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των άλλων. Γι’ αυτό, στρέφονται σε χώρες της Ανατολής, όπου και οι μισθοί είναι πενιχροί, αλλά και οι ώρες εργασίας πολλές. Ο Μαρξ, ενάμιση και πλέον αιώνα πριν, διαπίστωνε ότι «η υπεραξία δεν πηγάζει από τους εργαζόμενους που έχει αντικαταστήσει ο κεφαλαιοκράτης με τη μηχανή, αλλά, αντίστροφα, από τους εργαζόμενους που απασχολεί στη μηχανή».

Υπάρχει και πολιτικός λόγος που οι εργαζόμενοι αντί να εργάζονται λιγότερο με την τεχνολογική εξέλιξη εργάζονται περισσότερο. Το να έχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι ελεύθερο χρόνο, για να επιδιώξουν τους στόχους τους για αυτοπραγμάτωση, λέει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, είναι τρομακτικό για τις προοπτικές του συνεχούς και ασφαλούς ελέγχου, τον οποίο ασκεί το κεφάλαιο πάνω στους εργαζόμενους τόσο στον χώρο της εργασίας όσο και στην αγορά. Στην καπιταλιστική “οικονομική λογική δεν υπάρχει καθόλου χρόνος για αυθεντικά ελεύθερο χρόνο, ο οποίος ούτε παράγει ούτε καταναλώνει εμπορικό πλούτο”, γράφει ο Γκορζ

Υπάρχει και άλλος λόγος, πολιτικός, που οι εργαζόμενοι αντί να εργάζονται λιγότερο με την τεχνολογική εξέλιξη εργάζονται περισσότερο. Το να έχουν όλο και περισσότεροι άνθρωποι ελεύθερο χρόνο, για να επιδιώξουν τους στόχους τους για αυτοπραγμάτωση, λέει ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, είναι τρομακτικό για τις προοπτικές του συνεχούς και ασφαλούς ελέγχου, τον οποίο ασκεί το κεφάλαιο πάνω στους εργαζόμενους, τόσο στον χώρο της εργασίας όσο και στην αγορά. Στην καπιταλιστική «οικονομική λογική δεν υπάρχει καθόλου χρόνος για αυθεντικά ελεύθερο χρόνο, ο οποίος ούτε παράγει ούτε καταναλώνει εμπορικό πλούτο», γράφει ο Γκορζ. «Απαιτείται η πλήρης απορρόφηση του χρόνου των εργαζομένων στην εργασία όχι λόγω αντικειμενικής αναγκαιότητας, αλλά λόγω αυτής της βασικής λογικής. Οι μισθοί πρέπει να ορίζονται με τέτοιον τρόπο, ώστε να παρακινούν τους εργαζόμενους στη μέγιστη προσπάθεια». Διότι, διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι ότι άτομα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους στον ελεύθερο χρόνο που εξοικονομούν από την εργασία μπορεί να άρχιζαν να οικοδομούν έναν εναλλακτικό μη καπιταλιστικό κόσμο. Γι’ αυτό, μια τέτοια εξέλιξη είναι απειλητική για την καπιταλιστική ταξική εξουσία.

Οι εργασιακοί νόμοι της κυβέρνησης προσπαθούν να αμβλύνουν την κυρίαρχη αντίφαση του καπιταλισμού, η οποία μπορεί είτε α) να μεγιστοποιεί τους όρους για την παραγωγή υπεραξίας, μειώνοντας τους μισθούς, μειώνοντας όμως ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να πουληθούν τα προϊόντα, αφού οι εργαζόμενοι είναι οι αγοραστές, είτε β) να διατηρεί ισχυρή τη ζήτηση στην αγορά, αμείβοντας τους εργαζόμενους με καλούς μισθούς, μειώνοντας όμως την υπεραξία, δηλαδή τα κέρδη που δημιουργούνται στη διαδικασία παραγωγής των προϊόντων από την εργασία τους. Οι νόμοι της κυβέρνησης υιοθετούν μεσαιωνικές συνθήκες για τους εργαζόμενους, διότι προσπαθούν να αμβλύνουν αυτήν την αντίφαση, που είναι  αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του καπιταλισμού. Αυξάνοντας υπέρμετρα τις ώρες εργασίας σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, αφενός αυξάνουν την υπεραξία που δημιουργεί ο εργαζόμενος, ενώ αφετέρου προσπαθούν να αυξήσουν τα έσοδα του εργαζόμενου, να αυξήσουν τη ζήτηση στην αγορά, δηλαδή την πώληση των παραγόμενων προϊόντων. Δεν ενδιαφέρονται για τις εξοντωτικές συνθήκες ζωής των εργαζομένων.

Όμως, όπως μας λέει ο Ούλριχ Μπεκ, «χωρίς αίσθημα υλικής εξασφάλισης δεν υπάρχει πολιτική ελευθερία», διότι η δημοκρατία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ ήλθε στον κόσμο ως «δημοκρατία της εργασίας». Ο πολίτης έπρεπε να κερδίζει τα προς το ζην, έτσι ώστε να δίνει νόημα και ζωή στα δικαιώματα που πηγάζουν από την πολιτική ελευθερία. Μόνον οι άνθρωποι που διαθέτουν μια κατοικία και μια θέση εργασίας και, μέσω αυτών, ένα υλικό μέλλον είναι ή γίνονται πολίτες που ιδιοποιούνται τη δημοκρατία και της δίνουν σάρκα και οστά. «Πώς μπορεί να υπάρξει δημοκρατία πέρα από την ασφάλεια που προσφέρει η κοινωνία της εργασίας;» διερωτάται ο Μπεκ. Γι’ αυτό, στη χώρα μας η δημοκρατία πνέει τα λοίσθια και έχει επιγραμματικό μόνον χαρακτήρα.

Αλεξανδρούπολη, 13/09/2025

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.