«Σημερα, η Παλια Πολη παραμενει ενα ιστορικο σκηνικο-σημειο στον χωρο, ανασκευασμενο “προς πασαν χρησιν”· με τις Γιορτες στεγαζει μια νεα συλλογικοτητα»
Επιμέλεια: Νεκτάριος Μουρδικούδης, Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη
[Οι Γιορτές της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης είναι προ των πυλών, με το εναρκτήριο λάκτισμα να δίνεται σήμερα, Σάββατο 30 Αυγούστου, και τις εκδηλώσεις να διαρκούν μέχρι και τις 6 Σεπτεμβρίου. Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, ο Δήμος Ξάνθης, με την υποστήριξη της Περιφέρειας και δεκάδων συλλόγων, φορέων και εθελοντών, υπόσχεται ένα πλούσιο πολιτιστικό πρόγραμμα, γεμάτο συναυλίες, παραστάσεις, εκθέσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, ομιλίες, λαϊκά δρώμενα κλπ., που απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, Θρακιώτες αλλά και επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ήταν το 1991, έτος έναρξης των Γιορτών της Παλιάς Πόλης, όταν και ένας «θίασος» παρήλασε στον κεντρικό δρόμο της πόλης, με επικεφαλής τον ίδιο τον αείμνηστο δήμαρχο Ξάνθης Φίλιππο Αμοιρίδη και τη σύζυγό του. Με τη συνοδεία λατέρνας και παϊτονιού (αμάξης) κατέληξαν στην πλατεία της Μητροπόλεως, όπου παραστάθηκε «ξανθιώτικη βεγγέρα του 19ου αι.», με βαλς και ανάλογη μουσική από τους «Φίλους».
30 και πλέον χρόνια αργότερα, και με αφορμή την επικείμενη έναρξη των Γιορτών, επιλέξαμε να «ανεβούμε» στο βαγόνι της ιστορίας και να ακολουθήσουμε τη διαδρομή του ιστορικού αυτού θεσμού στον χρόνο, αναδεικνύοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, τη μετεξέλιξή του, αλλά και θέτοντας ορισμένους προβληματισμούς και σκέψεις για το μέλλον. Για τον λόγο αυτό, φιλοξενούμε το παρόν κείμενο της κ. Γαρυφαλλιάς Θεοδωρίδου, Δρ Λαογραφίας και Μεταδιδακτορικής Ερευνήτριας του ΔΠΘ, με χρόνια εμπεριστατωμένης έρευνας και καταγραφής της λαογραφικής παράδοσης του τόπου μας στη φαρέτρα της, η οποία αντιμετωπίζει τις Γιορτές παράλληλα ως «καινούργιο μόρφωμα», αφού πρόκεινται για νεο-γιορτές, και προσεγγίζει ζητήματα σχετικά με τη διαχείριση της παράδοσης, τον «σκηνοθετημένο» σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό, την εμπορευματοποίηση και τη θεατρικότητά του, την έννοια της αυθεντικότητας, κ.ά.
Ας αναδείξουμε, λοιπόν, μερικές από τις όψεις των Γιορτών της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης, της «Πόλης με τα χίλια χρώματα», με τη συνδρομή της κ. Θεοδωρίδου].
«Απώτερος στόχος των σημερινών Γιορτών, η αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς την Ξάνθη και η προβολή της στον ελλαδικό και τον γύρω βαλκανικό χώρο»
Οι Γιορτές αποτελούν ένα «ειδικό γεγονός», ένα «νεωτερικό φεστιβάλ» – «mega event». Ως στόχος τους, σήμερα πλέον, τίθεται από τους οργανωτές η ανάδειξη μιας «ελκυστικής» εικόνας για την πόλη, με απώτερο στόχο την αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς αυτήν, την προβολή της στον ελλαδικό και τον γύρω βαλκανικό χώρο, τα οικονομικά εν τέλει οφέλη που θα προέλθουν από τις παραπάνω προϋποθέσεις. O χαρακτηρισμός «Πόλη με τα χίλια χρώματα» χρησιμοποιήθηκε το 1991 κ.ε. από τον δήμαρχο Φίλιππο Αμοιρίδη και έκτοτε παγιώθηκε. Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στο δομικό στοιχείο του τοπικού πολιτισμού, δηλαδή στη σύνθεσή του από πολλά και ετερογενή στοιχεία. Και αυτό είναι αποτέλεσμα της παρουσίας πολλών ξεχωριστών πολιτισμών καθ’ όλη την ιστορική πορεία της πόλης. Η Ξάνθη αποτέλεσε ανέκαθεν μια «πόλη-σταθμό» για πολλούς από τους επιμέρους πληθυσμούς της, σε μια σύνθεση και μια ετερογένεια εντυπωσιακή. Με άλλα λόγια, η Ξάνθη είναι από την ιστορική αρχή της ένα «μωσαϊκό» πληθυσμών και πολιτισμών, ένα «παλίμψηστο».
Επιμέρους χαρακτηριστικά των Γιορτών της Παλιάς Πόλης
1. Οι Γιορτές συνδέονται με την τοπική ιστορία του καπνού και την αστική διάρθρωση των χρόνων τής καπνικής ακμής («παράθυρο στη μνήμη» αναφέρεται και στο φετινό μότο). Ταυτόχρονα, συνδέονται με την «παράδοση», την «ανακάλυψη» του θρακιώτικου χωρικού πολιτισμού, του αγροτοκτηνοτροφικού παρελθόντος, του πολιτισμού τής υπαίθρου-folk, που ομολογουμένως δεν είχε σχέση με την αστική Ξάνθη των καπνεμπόρων και των καπνεργατών. Και αυτό διότι προ του 1970 ίσχυε το γνωστό, όπως λέμε στη λαογραφία, δίπολο πόλη-άστυ/ύπαιθρος-χωριό, δίπολο που καταργήθηκε οριστικά πλέον στη σύγχρονη κοινωνία, κυρίως μετά το 1990. Εξηγώ: Πλέον μιλούμε για έναν ομογενοποιημένο πολιτισμό πόλης/υπαίθρου, αφού ο πολιτισμός του χωριού δεν διαφέρει πια από εκείνον της πόλης μετά την έλευση της τηλεόρασης, του διαδικτύου, κλπ., που εισήγαγαν στη ζωή της υπαίθρου τον παγκόσμιο πολιτισμό. Εντούτοις, ο πολιτισμός της υπαίθρου προβάλλεται και «καταναλώνεται» ως προσφερόμενος πολιτισμός (να υπενθυμίσουμε τα σύγχρονα πανηγύρια του καλοκαιριού εν γένει, που τα «ανακαλύπτουν» εκ νέου, ειδικότερα οι άνθρωποι των νεώτερων ηλικιών;), γεγονός για το οποίο οφείλουμε να αναζητήσουμε το αίτιό του στην πληθυσμιακή μετακίνηση των κατοίκων τής γύρω υπαίθρου προς την πόλη.

Τι εννοούμε: Τα τελευταία 25 έτη «άδειασαν» τα χωριά της Ξάνθης. Σημειώθηκε η απομάκρυνση των νέων από τις πατρώες εστίες, η ύπαιθρος ενοποιήθηκε με το άστυ συγκοινωνιακά, παραγωγικά (οικονομικά), σε επίπεδο καθημερινού τρόπου ζωής, προμήθειας αγαθών, παροχής σχολικών υπηρεσιών, πρόσβασης στις λοιπές υπηρεσίες (δημόσιες και τράπεζες), πνευματικών αγαθών, ψυχαγωγίας, οργάνωσης ελεύθερου χρόνου, πολιτιστικής διαχείρισης, κλπ. Οι χωρικοί μορφώθηκαν, όσοι δεν σπούδασαν έγιναν επαγγελματίες με επιχειρήσεις στην πόλη. Η αγορά και οι γειτονιές κατακλύστηκαν από ανθρώπους της υπαίθρου, που αποκτούν «μεταλλαγμένες» παραγωγικές σχέσεις (καθώς μετετράπησαν από αγρότες σε μικροεπαγγελματίες ή υπαλλήλους). Τα εργοστάσια επανδρώθηκαν με δυναμικό της υπαίθρου, ομοίως οι δημόσιες υπηρεσίες. Οι παραγωγικές διαδικασίες ή οι τόποι διαμονής μετεβλήθησαν: ένα μεγάλο μέρος των χωρικών διαμένουν πλέον στην πόλη και καθημερινά εργάζονται στα χωράφια τους, λόγω της εύκολης πρόσβασης με ΙΧ ή διαμένουν στο χωριό και εργάζονται στην πόλη. Άρα, μιλούμε για ενοποίηση και ομογενοποίηση του πολιτισμού της υπαίθρου/του άστεως.
2. Οι Γιορτές έχουν «διαβατήριο», όπως λέμε, χαρακτήρα, δηλαδή μεταβατικό, αποτελούν μια «διάβαση», ένα «πέρασμα», ένα σημείο οριακό από το καλοκαίρι στον χειμώνα, μια καμπή κατά την οποία αφήνουμε πίσω μας τις καλοκαιρινές δράσεις και περνούμε στην έναρξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων τον χειμώνα. Με σαφείς διαστάσεις βιολογικής και ψυχολογικής εκτόνωσης, σηματοδοτούν το τέλος του καλοκαιριού, θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε μια «διαβατήρια τελετουργία», που στοχεύει σε μια ψυχαγωγική και σαφώς ψυχοθεραπευτική εκτόνωση του λαού, εν όψει των υποχρεώσεών του για τον επερχόμενο χειμώνα, με κύριο «όπλο» τη διασκέδαση.
—λειτουργούν υποστηρικτικά προς τον θεσμό των Αποκρεών, μια άλλης «διαβατήριας» περιόδου που, βεβαίως, εκείνη βρίσκεται στην αρχή της άνοιξης. Οι Γιορτές ουσιαστικά αποτελούν τον «αντίποδα» των Αποκρεών, ωστόσο αλληλοσυμπληρώνονται: οικονομικά, αφού στις Γιορτές Παλιάς Πόλης οι Σύλλογοι εργάζονται προκειμένου να καλύψουν τα έξοδα των καρναβαλικών στολών τους, χαρακτηρολογικά, αφού οι Γιορτές αποτελούν τη συνέχεια των Αποκρεών συνδεδεμένες με τον σύγχρονο πολιτισμό της πόλης, και χρονοτοπικά ως σημείο συνάντησης, αφού για δύο φορές τον χρόνο δίδεται το ραντεβού του κοινού σ’ αυτά τα δύο πολιτιστικά γεγονότα-σημεία αναφοράς της πόλης, Αποκριές και Γιορτές. Βέβαια, ο θεσμός των Θρακικών Λαογραφικών Γιορτών των Αποκρεών είναι παλαιότερος και, κατά μία έννοια, διεκδικεί την πατρότητα των Γιορτών. Οι φορείς των δύο «μεγάλων συναντήσεων» είναι οι ίδιοι, και η πρότασή μας σε μια μετέπειτα θεώρηση είναι να ιδωθούν οι δύο θεσμοί στη μεταξύ τους σχέση, εξάρτηση και αλληλεπίδραση.
3. Οι Γιορτές αποκτούν υπερτοπικό χαρακτήρα, με την ευρεία συμμετοχή Λαογραφικών Συλλόγων, που μεταφέρονται από τη γενέτειρά τους για να συμμετέχουν ως φορείς, και με τη συρροή επισκεπτών από όλη την Ελλάδα. Η δημοσιότητά τους «ξεφεύγει» από τα στενά όρια του νομού και επεκτείνεται σε πανελλήνιο επίπεδο· μέχρι πρότινος διαφημίζονταν από τα κρατικά κανάλια, αφού απευθύνονται σε υπερτοπικό κοινό.
4. Οι Γιορτές αξιοποιούν τη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή (πανελλήνια μεταφορά μουσικοθεατρικών και εικαστικών παραστάσεων), π.χ. φέτος τις Γιορτές «ανοίγει» ο Σταμάτης Κραουνάκης, και ακόμη αναδεικνύουν την τοπική δημιουργία. Συνεπώς, λειτουργούν όχι μόνον ως έναυσμα για την καλλιτεχνική έκφραση επωνύμων δημιουργών, αλλά και πλείστων ανωνύμων κάθε ηλικίας και πεδίου. Ο καθένας εκφράζεται σε όποιον καλλιτεχνικό τομέα έχει δυνατότητες, τα παιδιά προεξάρχουν σ’ αυτήν την πρόκληση (με σύνηθες μότο «ζωγραφίζουμε, κατασκευάζουμε, μαγειρεύουμε»), οι φοιτητές με τον Σύλλογό τους «Γέφυρα», επί μακρόν, δήλωναν εύγλωττα την πρόθεσή τους για συμμετοχή στη ζωή της πόλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα επί έτη διαδραματιζόμενα στη σκηνή «Νησάκι», όπου, ως διοργανωτές η ΦΕΞ, το Ίδρυμα Θρακικής Τέχνηςκαι άλλες ιδιωτικού φορέα καλλιτεχνικές ομάδες (οι οποίες έχουν ενεργό δράση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους) παρουσίαζαν για πολλά χρόνια μεν την καλλιτεχνική παραγωγή τους υπό τύπον εκθέσεων, αφ’ ετέρου διοργάνωναν διάφορα events (όπως τα αποκαλούσαν), προσκαλώντας τα παιδιά της πόλης και τους επισκέπτες να διασκεδάσουν και να ψυχαγωγηθούν με προσωπικές τους δημιουργίες.
5. Οι Γιορτές, ως εθιμικά πλέον προσδιορισμένη συλλογική διαδικασία, σημειώνουν τις αναπόφευκτες μεταλλαγές τους στο πέρασμα του χρόνου: κατά την έναρξή τους (1991-1995 περίπου), σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, «άφηναν χώρο στο συναίσθημα», οι «οικοδεσπότες» συμμετείχαν στο γλέντι και υπήρξε μια καθολική ευωχική μέθεξη. Από τα μέσα της δεκαετίας τού 1990 κ.εξ., η εργασία των Συλλόγων (οι οποίοι κατά την εξέλιξη των Γιορτών αυξήθηκαν κατακόρυφα σε αριθμό) έχει αποκτήσει περισσότερο «επαγγελματικό» χαρακτήρα, λόγω του όγκου των συμμετεχόντων και φυσικά του επιδιωκόμενου σκοπού, που είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη οικονομική απόδοση των Γιορτών διαμέσου της πώλησης των εδεσμάτων. Όσο διαρκούσε η εποχή της «ευημερίας της ελληνικής οικονομίας» (έως το 2008), η απόδοση του εγχειρήματος των Συλλόγων ήταν μεγάλη. Με την οικονομική κρίση από το 2008 κ.εξ., θα αναμέναμε ο θεσμός να περάσει δυσκολίες, αντιθέτως, με κάποια προσαρμογή στις τιμές, ενέτεινε τα χαρακτηριστικά του, ενισχύθηκε και παγιώθηκε. Κατά τα τελευταία έτη, μετά την πανδημία του Covid-19, επανέκαμψε πλήρως.
Ορισμένες σκέψεις για τη σύγχρονη εκδοχή των Γιορτών
Η σύγχρονη εκδοχή των Γιορτών, με παγιωμένη πλέον αισθητική και τα χαρακτηριστικά που προαναφέρθηκαν, μας οδηγεί σε ορισμένες σκέψεις:
Α. Νέα τοπικότητα – «Συνονθύλευμα σύνθεσης αστικού και λαϊκού»
Αποκρυσταλλώνεται μια νέα τοπικότητα πολιτισμικά στην πόλη: τούτο οφείλουμε να το εξετάσουμε συναρτήσει του προβαλλομένου πολιτισμού, ιδωμένου όμως μέσα από τις ιστορικές τομές του θεσμού. Εξηγούμε: όταν ξεκίνησαν οι Γιορτές(από το 1991 έως το 1994-95), η προοπτική της «αναβίωσης» του αστικού πολιτισμού των περιόδων της καπνικής ακμής της πόλης έδινε το βασικό στίγμα, το οποίο διατηρείται έως σήμερα στον επίσημο λόγο των τοπικών αρχόντων: «Σας καλούμε να ταξιδέψετε στον χρόνο […] στα πλακόστρωτα σοκάκια […], στο πανηγύρι θύμησης και πολιτισμού», «ο επισκέπτης να αφουγκραστεί εκείνη την περίοδο ακμής», «πανηγύρι της ελληνικότητας». Εντούτοις, από το 1995 κ.εξ. (στη σύγχρονη διατύπωση και θεσμική παγίωση των Γιορτών)το κύριο δομικό συστατικό είναι αυτό του συνονθυλεύματος, της σύνθεσης των δύο βασικών αξόνων «αστικού και λαϊκού», μέσω της συνεχούς και ταυτόχρονης συνύπαρξης ετερόκλητων στοιχείων:
Αφ’ ενός, ενός βιωμένου πολιτισμού μνήμης του γηγενούς πληθυσμού της Παλιάς Πόλης, στον οποίο λειτουργεί ό,τι αποκαλείται «δομική νοσταλγία των αστών». Δεν λησμονεί δηλαδή πως αυτός ο χώρος και ο πολιτισμός του (συνδέουν «αιτιολογικά» τις έννοιες) «γέννησαν» τον Μάνο Χατζηδάκι. Ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης είναι γι’ αυτούς σύμβολο, σημείο αναφοράς στις συγκρίσεις τους. Η άποψη αυτή συνάδει, επίσης, με τις αναπαραστάσεις των λογίων της πόλης ή των ανθρώπων παρομοίου αισθητικής, οι οποίοι επισκέπτονται ή διοργανώνουν ή συμμετέχουν παντοιοτρόπως στις παράλληλες εκδηλώσεις(εκθέσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, περιπάτους με σαφείς ιστορικές αναφορές, καλλιτεχνικά γεγονότα, νέες εικαστικές δημιουργίες κλπ.). Από την επιτόπια έρευνα εξάγεται ως συμπέρασμα ότι κατ’ αυτούς (και το λόγιο ή νοσταλγικό πνεύμα με το οποίο αντιλαμβάνονται το ζήτημα) η όλη παραστασιακή επιτέλεση, όπως λέμε, δεν συνάδει πλέον με την αισθητική, το ιστορικό παρελθόν και τις μνήμες της Παλιάς Πόλης, εκτός από τις αιχμές της και τις αναφορές τους, που γίνονται στις αφίσες για τον προβαλλόμενο χώρο και την ιστορία, εκτός από κάποιες ξεναγήσεις-περιπάτους που προσφέρονται στο κοινό εντός του παραδοσιακού ιστού, από ορισμένες μουσειακές εκθέσεις, κλπ. Εξάλλου, από την πολυετή επιτόπια έρευνά μας και σύμφωνα με τα ιστορικά τεκμήρια για την εποχή της ακμής του προβαλλόμενου ξανθιώτικου πολιτισμού, εξάγεται ότι υπήρχαν σαφέστατες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αστικού πολιτισμού και πολιτισμού της υπαίθρου, εκπεφρασμένες οπωσδήποτε και με τη χωρική απόσταση της πόλης από το χωριό.
Αφ’ ετέρου, σταδιακά, η παραπάνω αναφερόμενη χωρική και ιδεολογική απόσταση όχι μόνον έχει καταργηθεί, αλλά (εν ονόματι «της αυθεντικής αναβίωσης» του χωρικού λαογραφικού παρελθόντος ως κατεξοχήν κατάλληλου σε μια ιστορική αναδρομή) παρατηρείται από το τέλος της δεκαετίας του 1990 κ.εξ. η «εξάπλωση» του χωρικού πολιτισμού. Ο χώρος της Παλιάς Πόλης διευρύνεται ιδεολογικά, αισθητικά, από «ξανθιώτικος» γίνεται και «θρακιώτικος»· στις Γιορτές, λοιπόν, αρχικά κάνουμε λόγο για «συνύπαρξη», ωστόσο, συν τω χρόνω, και επειδή η ανταπόκριση του κοινού ήταν μεγάλη, εντοπίζουμε το φαινόμενο της «σάρωσης» (με την έννοια της αλλαγής του χαρακτήρα του πολιτισμού που επιλέγεται να προβληθεί και να καταναλωθεί).
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες της μετακίνησης του χωρικού πληθυσμού, έχουμε, λοιπόν, έναν νέο αυτοπροσδιορισμό της πόλης, που συναρτάται με τις μεταφερόμενες ταυτότητες, τα νέα ήθη και έθιμα των μικρο-ομάδων, τα οποία από το χωριό «μετατοπίζονται», εντάσσονται και λαμβάνουν χώρα, στο πλαίσιο των Γιορτών, στην πόλη, ως νέα της ταυτότητα και νεο-πολιτισμός της. Εξάλλου, οι παράγοντες όπως η επιτυχία τους, η μεγάλη μέθεξη του κοινού και η υψηλή οικονομική απόδοση φυσικά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην καθιέρωση του προσφερόμενου πολιτισμού συγκεκριμένης αισθητικής. Ας σημειωθεί ότι η τοπική πολιτική βούληση (άλλωστε οι τοπικοί παράγοντες της πόλης κατάγονται, συνήθως, από τη θρακιώτικη ύπαιθρο) διείδαν τη συνταγή της επιτυχίας και ώθησαν στην καθιέρωσή της. Έτσι, ολόκληρος ο πληθυσμός της πόλης απολαμβάνει θέαμα και συμμετοχή, περιφερόμενος ή καθήμενος στον μεγάλο όγκο των «στεκιών», που αναμφισβήτητα προσδιορίζουν καταλυτικά τον χαρακτήρα των Γιορτών πίσω από την επίφαση του ιστορικού παρελθόντος. Πάντως, από το «κουτούκι» που αποτέλεσε την αρχική έμπνευση των οργανωτών των πρώτων χρόνων των Γιορτών, αυτήν τη στιγμή βρισκόμαστε στο σκηνικό ενός τύπου «γλεντιού Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού», όπως όλα όσα λαμβάνουν χώρα καθ’ όλο το έτος και, κυρίως, κατά το διάστημα του καλοκαιριού, ενός π.χ. Σαρακατσάνικου, Ποντιακού, Θρακιώτικου, Κρητικού, Κυπριακού, κλπ., και μάλιστα συντελούνται όλα μαζί ταυτόχρονα.
Στην πραγματικότητα, η Παλιά Πόλη παραμένει μόνο ένα ιστορικό σκηνικό-σημείο στον χώρο, ανασκευασμένο «προς πάσαν χρήσιν» και στεγάζει μια νέα συλλογικότητα, τις Γιορτές δηλαδή, που στο πλαίσιο του «ανταμώματος» (περιστασιακού, αλλά και μόνιμου ως δομικού στοιχείου των νέων συνθηκών), καθιερώνει μια νέα πολιτισμική πραγματικότητα, μια νέα τοπικότητα, που τείνει να αποκτήσει μορφή πολιτισμικής έκφρασης-κανόνα. Είναι η έκφραση ενός νεο-λαϊκού πολιτισμού.
Ίσως θα μπορούσαμε εξ αφορμής του πρόσκαιρου χαρακτήρα των Γιορτώννα αποκαλέσουμε ειδικά τον χώρο της Παλιάς Πόλης ως μια «πρόσκαιρη ετεροτοπία», έναν χώρο δηλαδή που για μια εβδομάδα κατ’ έτος διαδραματίζει έναν άλλον χαρακτήρα και ένα διαφορετικό στυλ ζωής από εκείνο της καθημερινότητάς του, τής ιστορικής αλλά και της σύγχρονης (την εικόνα των Γιορτών συγκριτικά με το αναπαριστώμενο ιστορικό παρελθόν τής πόλης, το αναπαραγόμενο και προβαλλόμενο από τις αναπαραστάσεις των λογίων και τις ιστορικές πηγές) ή έναν «πρόσκαιρο μη τόπο», όπως αντιλαμβάνονται τον χώρο τους οι «γηγενείς» κάτοικοί της κατά την εβδομάδα των Γιορτών.

Πολλοί μόνιμοι κάτοικοι της υπόλοιπης πόλης αγνοούσαν τον ιστορικό ιστό της (έως τη δεκαετία του 1990) και τον γνώρισαν με αφορμή τις Γιορτές του, ο οποίος ερήμωνε πριν την «ανακάλυψή» του, ως αιχμή του δόρατος της ανάπτυξης της πόλης. Το φαινόμενο μάς υποβάλλει κάποιες σκέψεις: οι Γιορτές έχουν καθιερωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως διασκέδαση, ευκαιρία για σύναψη παντοδαπών κοινωνικών σχέσεων, εκτόνωση βιοτονωτική, σε διαφορετικό ύφος εν σχέσει προς τον «ανάστροφο κόσμο» των Αποκρεών και το πανάρχαιο ήθος τους· συνιστούν μια λαϊκή εκδήλωση με πολλαπλές εκφάνσεις. Εδώ θεωρούμε πως αντιπαλεύει το λαϊκό στοιχείο με το λόγιο, και ενώ συνήθως το λόγιο προσπαθεί να επιβληθεί στο λαϊκό, στην περίπτωσή μας παρατηρούμε την αντιστροφή της σχέσης.
Β. Αναπαραστάσεις «αυθεντικότητας»; – «Μια μεταφορά των σύγχρονων τρόπων διασκέδασης»
Από τα παραπάνω εξάγεται ότι ο παλαιός oικισμός της πόλης ήταν τόπος κατοικίας, γειτονιά και ποτέ «γλεντότοπος» (κατά τον όρο «πανηγυρότοπος»). Ο χώρος αυτός είναι εκεί στη σύγχρονη «αυθεντικότητα», που απέκτησε με τις παρεμβάσεις σ’ αυτόν κατά τις τελευταίες δεκαετίες, την αναπαλαίωση των κτιρίων του δηλαδή, χρησιμοποιείται τελικά ως παραστασιακό σκηνικό και μόνον, το οποίο καλείται να δημιουργήσει συναισθήματα και ίσως να μεταθέσει το κοινό χρονικά προς την απολεσθείσα αυθεντικότητα της ακμής του. Στην ουσία, εκτός από το ότι εγείρεται ένα κάποιο φαντασιακό παρελθόν, υπογραμμισμένο μόνο μέσα από τον οικισμό, όλα συγκλίνουν στη σκηνοθεσία του καθολικού συμποσιασμού. Σαν να λέμε ότι οι διοργανωτές οδηγούν τη σκέψη του μέσου κοινού και την προσηλώνουν σε συγκεκριμένη «ανάγνωση» του χώρου της Παλιάς Πόλης και του τρόπου διασκέδασης εντός του. «Ένα παράθυρο στη μνήμη, μια ανοιχτή πρόσκληση στην καρδιά της πόλης» κυκλοφορεί ως μότο, π.χ. εφέτος, ενώ το επίσης φετινό διαφημιστικό σποτ μιλά για τη συνάντηση του παρελθόντος με το παρόν και για την εμπειρία του αυθεντικούστον επισκέπτη.
Εντούτοις, την αίσθηση του «αυθεντικού» επιχειρούν να αναπαραστήσουν ακόμη οι επιμέρους τοπικοί θρακικοί πολιτισμοί, που μεταφέρουν τον δικό τους τοπικό (local) τρόπο γλεντιού σε νέο περιβάλλον. Π.χ. οι Σαρακατσάνοι φέρουν τα κλαρίνα τους, οι Πόντιοι τον κεμετζέ τους, οι Θρακιώτες την γκάιντα και διασκεδάζουν ολονυχτίς, ομοίως οι Κρητικοί, οι Κύπριοι, οι Χρυσουπολίτες, κ.ά., κατά τις αφηγήσεις των πληροφορητών. Είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα η όλη διαδικασία του γλεντιού. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για μια μεταφορά των σύγχρονων τρόπων διασκέδασης, που συναντώνται σε γάμους και πανηγύρια των Ποντίων, των Σαρακατσάνων, των Εβριτών, των Κρητών, των Κυπρίων και των Θρακιωτών. Όταν πρόκειται για Συλλόγους του καρναβαλιού, που σημαίνει ότι τα μέλη τους είναι κάτοικοι της πόλης με διαφορετική καταγωγή-προέλευση, άρα υπάρχει και εδώ ένα συνονθύλευμα ανθρώπων, ενδεχομένως επιλέγουν μια ορχήστρα με λαϊκή ή ρεμπέτικη μουσική για να σκηνοθετήσουν τη δική τους παράσταση πολιτισμού.
Γ. Μια σκηνοθετημένη όψη του σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού, άνωθεν εκπορευόμενη; – «Παλαιότερα κυριαρχούσε το πνεύμα αναβίωσης του ιστορικού παρελθόντος»
Φυσικά, οι Γιορτές ξεκίνησαν ως πολιτικό όραμα του αειμνήστου Φ. Αμοιρίδη και εάν δεν μεσολαβούσε το (τυχαίο στην ιστορία) γεγονός του προώρου θανάτου του, ενδεχομένως οι προτάσεις και η αισθητική του ανδρός να κατηύθυναν τον θεσμό σε διαφορετική πορεία. Αναφερόμαστε σε αυτό, διότι ενόσω αυτός ήταν εν ζωή, κυριαρχούσε το πνεύμα της αναβίωσης του ιστορικού παρελθόντος με έναν πολύ διακριτικό τρόπο.
Εκ των υστέρων, όταν ο αριθμός των συμμετεχόντων στον θεσμό διογκώθηκε και η μεταλλαγή του είχε λαϊκή αποδοχή, εκπεφρασμένη σε αθρόα συμμετοχή, με θεατρικότητα που προσλαμβάνεται επιτυχώς από τον ευρύτερο πληθυσμό, έγινε «έθιμο λαϊκού πολιτισμού». Ακολούθησε η προσαρμογή των Γιορτών στα συγκεκριμένα αισθητικά κριτήρια και εφόσον η προσαρμογή απέδωσε οικονομικά, σχεδόν επιβλήθηκε το συγκεκριμένο πολιτιστικό προϊόν από τους ιθύνοντες των πολιτιστικών. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλούμε πλέον για «αναβίωση» του παλαιού ψυχαγωγικού ήθους, αλλά για ένα ολοφάνερα καινούργιο πολιτιστικό προϊόν.
Δ. Λαϊκότητα στη χρήση και την ομαδική κατανάλωση πολιτισμικών προϊόντων
Η προσφερόμενη κατά τις Γιορτές τροφή έχει παγιωθεί: ψητό κρέας, κρασί ή άλλο ποτό, 3-4 σαλάτες (στην αρχή του θεσμού οι Σύλλογοι ετοίμαζαν περισσότερες και «σπιτικές», τώρα είναι πλέον τυποποιημένες, «έτοιμες», «αγορασμένες» ώστε να καλύπτονται οι αυξημένες ανάγκες της ζήτησης). Ως προς τα αντικείμενα τα χρησιμοποιούμενα στην κατανάλωση των προσφερόμενων τροφών, κυριαρχεί το πλαστικό: πλαστικά σκεύη και πιρούνια, για ευνόητους λόγους ευκολίας. Σ’ αυτά ας προστεθούν τα πρόχειρα στημένα τραπέζια, το προχειροκατασκευασμένο παράπηγμα που χρησιμεύει ως κουζίνα, οι ψησταριές και ο καταμερισμός εργασίας των ιδιοκτητών τους, που παραπέμπει στη λειτουργία μιας σύγχρονης ταβέρνας: οι ψήστες, οι σερβιτόροι για τις παραγγελίες, οι επιφορτισμένοι με την κουζίνα, οι επιμελούμενοι τη συλλογή σκουπιδιών, την καθαριότητα γενικά, κλπ.
Όλα (το λαϊκό τραπέζι, τα ανακατωμένα ηχοτοπία, το γλέντι, η συνεύρεση των προσώπων μέσα στον ιστορικό χώρο) αποτελούν έναν ατελείωτο συνωστισμό ανθρώπων, αλληλεπικαλυπτόμενων ήχων και προσφερόμενων πολιτιστικών αγαθών που επιτελούνται «σκηνοθετημένα» (λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς), μέσα σε έναν ιστό, ο οποίος φέρει τον χαρακτήρα του ιστορικού. Μπερδεμένοι ήχοι, καπνοί και οσμές ψημένου κρέατος διαχέονται από όλες τις μεριές, ένα συνονθύλευμα αποτελεί το βασικό στοιχείο των Γιορτών, η οπτική, ακουστική, οσφρητική παράσταση, ένα ακουστικό φορτίο από ορχήστρες ζωντανής μουσικής, εκκωφαντικές μουσικές όλων των ειδών –παραδοσιακές θρακιώτικες, δημοτικές, ρεμπέτικες, τζαζ, κλπ.–, όλα επιτελούνται σε υπερβολικό βαθμό και «το ένα μέσα στο άλλο», σε μια καταλυτική πρόσμιξή τους.
—Το παρόν κείμενο περιλαμβάνει εν μέρει στοιχεία από μια ευρύτερη εργασία των κ. Γαρυφαλλιάς Γ. Θεοδωρίδου και Μανόλη Γ. Σέργη, Ομότιμου Καθηγητή Λαογραφίας ΔΠΘ, που δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «“Η πόλη με τα χίλια χρώματα”: Οι “Γιορτές Παλιάς Πόλης της Ξάνθης” ως σκηνοθετημένη όψη του σύγχρονου λαϊκού πολιτισμού» στον τόμο Μ. Γ. Βαρβούνης – Μ. Γ. Σέργης – Δ. Μ. Δαμιανού – Ν. Μαχά – Γαρυφ. Γ. Θεοδωρίδου επιμ., «Η διαχείριση της παράδοσης: Ο λαϊκός πολιτισμός ανάμεσα στον φολκλορισμό, την πολιτιστική βιομηχανία και τις τεχνολογίες αιχμής», εκδοτικός Οίκος Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2016, 271-301.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
