«Μνημη Φωτη Κοντογλου – Εξηντα χρονια απο την κοιμηση του»

Αφιέρωμα στον Φώτη Κόντογλου: Εξήντα χρόνια από την εκδημία τού εκλεκτού τέκνου της Ορθοδοξίας και των Τεχνών | Μέρος Γ΄

—Ιωάννης Μ. Μπακιρτζής, «Πατρίδα του το Αϊβαλί και κόσμος του η Ανατολή»

—π. Άνθιμος Κωσταράκης, «Φώτης Κόντογλου: Μυσταγωγός της Ρωμιοσύνης και ζωγράφος του Θεού»

[Σε συνέχεια του αφιερώματος του ΠτΘ στην ημερίδα με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου – Εξήντα χρόνια από την κοίμησή του», που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής στα μέσα του Ιουλίου, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη (βλ. σχετικό ρεπορτάζ εδώ) και τη δημοσίευση των ομιλιών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα, που ανέδειξε την ισχυρή θέση του Φώτη Κόντογλου στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση (βλ. σχετικά εδώ),καθώς και αυτές του Καθηγητή και Προέδρου του ΤΙΕ/ΔΠΘ κ. Γεωργίου Χρ. Τσιγάρα και του μεταδιδακτορικού ερευνητή κ. Κωνσταντίνου Δ. Σεραφειμίδη, που σκιαγράφησαν όψεις της ζωγραφικής του Κόντογλου(βλ. σχετικά εδώ),επανερχόμαστε με την τελευταία ομιλία της ημερίδας, αυτή του κ. Ιωάννη Μ. Μπακιρτζή, Καθηγητή του ΤΙΕ/ΔΠΘ, με τίτλο «Πατρίδα του το Αϊβαλί και κόσμος του η Ανατολή». Σ’ αυτήν, ο κ. Μπακιρτζής επιχειρεί να ανιχνεύσει, μεταξύ άλλων, την επίδραση που είχε το Αϊβαλί στην ψυχοσύνθεση του Κόντογλου και να φέρει στο προσκήνιο σημαντικούς σταθμούς από τη ζωή και το έργο του.

Στο παρόν, φιλοξενείται επίσης η ομιλία του Πρωτοσύγκελου της Ιεράς Μητροπόλεώς μας π. Άνθιμου Κωσταράκη, που εκφωνήθηκε στην επιμνημόσυνη δέηση που τελέστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου το πρωί της ημερίδας, στην οποία επιχειρεί να αναδείξει τη σπουδαία κληρονομιά που άφησε πίσω του ο Φώτης Κόντογλου.]

Ιωάννης Μ. Μπακιρτζής, «Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Φώτη Κόντογλου ἔχουν ἕναν κοινὸ πυρῆνα, τὴ θρησκευτικότητα ποὺ ἀνάβλυζε ἀπ’ τὰ βάθη του»

Ὁ Φώτιος Ἀποστολέλλης-Κόντογλου, τοῦ Νικολάου καὶ τῆς Δέσπως, ἐγεννήθη στὶς 8 Νοεμβρίου τοῦ 1895, στὸ Ἀϊβαλὶ καὶ πέρασε τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια μὲ τὴ μητέρα, τὰ ἀδέρφια καὶ τὸν θεῖο του, διότι ἔχασε τὸν πατέρα του πρόωρα.

Ὁ πηγαῖος του λόγος ἐκφράζει αὐτὸ ποὺ ἀκούγαμε νὰ σταλάζει ἀπὸ τὸ στόμα τῶν παππούδων μας τῶν προσφύγων, ὅταν ἔλεγαν «ἡ πατρίδα». Γιὰ ἐκείνους τοὺς εὐλογημένους ἀνθρώπους ὁ Κόντογλου ζωγράφισε, γράφοντας:

Ο Φώτης Κόντογλου στο σπίτι του, τη χρονιά του θανάτου του, το 1965 (Προέλευση φωτογραφίας: Αρχείο Φώτη Κόντογλου, Ιστορικά και Φωτογραφικά Αρχεία Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, www.archaiologia.gr)

«Γεννιοῦνται στὸν κόσμο ἄνθρωποι φωνακλᾶδες ποὺ κάνουν φασαρία μεγάλη ὅσο ζοῦνε, κ’ ἅμα πεθάνουνε, τοὺς γράφουνε καὶ στὰ χαρτιὰ γιὰ νὰ μὴ ξεχαστοῦνε. Εἶναι κι ἄνθρωποι ποὺ περνᾶνε τὴ ζωή τους κρυμμένοι, μ’ ὅλο ποῦναι μεγάλες ψυχές, καὶ σὰν πεθάνουνε δὲν τοὺς βάζουνε ταφόπετρες μαρμαρένιες, μόνο τοὺς σκεπάζει τὸ χῶμα τῆς ἀλησμονιάς. Ἔτσι γίνεται καμμιὰ φορὰ καὶ μὲ τὶς πολιτεῖες. Δὲ θέλω νὰ πῶ πὼς τ’ Ἀϊβαλὶ εἴτανε τάχα καμμιὰ πολιτεία μεγάλη καὶ τρανή. Κάστρα δὲν εἶχε, πόλεμοι φοβεροὶ δὲν γενήκανε γιὰ δαύτη ὥστε νὰ δοξαστεῖ, ἀφοῦ ἀλλοίμονο κράτησε ἡ συνήθεια νὰ δοξάζουνται τ’ ἅρματα κ’ οἱ ἄνθρωποι ποὺ σκοτώνουνε τοὺς ἄλλους μὲ δαῦτα. Τὸ λοιπὸν δὲ μοῦ κακοφαίνεται πὼς γεννήθηκα σ’ ἕνα μέρος ποὺ δὲ στάθηκε ξακουσμένο, μάλιστα μοῦ φαίνεται πὼς τ’ ἀγαπῶ πειότερο παρ’ ὅσο ἂν εἴτανε καμμιὰ ἀπ’ τὶς φημισμένες πολιτεῖες τοῦ κόσμου, ὅπως ὁ φτωχὸς πονᾶ τὸ σπίτι του καὶ τοὺς γονιούς του πειὸ πολὺ ἀπ’ ὅσο ἕνας πλούσιος. Λίγοι ἄνθρωποι ξέρουνε κατὰ ποῦ πέφτει τ’ Ἀϊβαλί. Μάλιστα, ὕστερα ἀπὸ τὸν πόλεμο ποὺ ρήμαξε τὴν Ἀνατολή, σβήστηκε καὶ τὸ λιγοστὸ φῶς ποὺ θαμπόφεγγε ἀντίκρυα στὴ Μυτιλήνη. Ἀρχαῖοι ἄνθρωποι, ἁπλὲς ψυχὲς σὰ μωρά. Οὗλοι φοράγανε βρακιά, κεραμιδιοὶ ἀπ’ τὸν ἥλιο. Οἱ γέροι εἴτανε σὰν τὸν Ἁη Νικόλα μὲ στριφτὰ γένεια. Ἄνθρωποι, βάρκες, πανιά, μοσκοβολούσανε θάλασσα. Πιάνανε κανένα πετρόψαρο, κανέναν κάβουρα, καμπόσα μύδια, καμμιὰ σουπιά, βαστούσανε τὰ μισὰ γιὰ νὰ φᾶνε, τάλλα τάπαιρνε ὁ ἕνας καὶ τὰ πάγαινε στὸ χωριό, ἔπαιρνε ψωμί, ἐλιές, κρασί, καπνὸ καὶ τὰ πάγαινε στὴ συντροφιά· ποῦ καὶ καμμιὰ φορὰ κανέναν παρά. Ἐπειδὴ στὸ χωριὸ παγαίνανε κάθε τρεῖς τέσσερις μέρες, τὰ ψάρια ποὺ πιάνανε τὰ βάζανε μέσα σὲ κάτι στρογγυλὰ καλάθια καὶ τὰ κρεμάζανε στὸ τσατάλι τῆς βάρκας μέσα στὸ νερό, κ’ ἡ θάλασσα μπαινόβγαινε ἀπ’ τὰ καλάμια κ’ ἔτσι διατηριόντανε τὰ ψάρια ζωντανά. Σ’ αὐτὸ τὸ μέρος τὸ κάθε τι εἴτανε μικρὸ κ’ ἥμερο, γιὰ τοῦτο τὸ μυαλὸ τ’ ἀνθρώπου δὲν κουραζότανε μόνο εἰρήνευε. Ὁλάκερη τὴ ζωή τους ’κεῖ μέσα τὴν περνούσανε, ’κεῖ μέσα γερνούσανε, σὰν τὰ θαλασσοπούλια ζούσανε μ’ ἕνα τίποτα καὶ ζούσανε πολλὰ χρόνια, φτάνανε τὰ ἐνενῆντα καὶ τὰ ἑκατό, ἀβραμιαῖοι ἄνθρωποι.».

Τὸ πῶς γαλήνευε τὸν Κόντογλου τὸ Ἀϊβαλὶ παραδίδεται καὶ ἀπὸ μιὰ σύγχρονη τῆς ἐποχῆς πηγή, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ θέση τῆς πόλης πάνω σὲ μικρὴ πεδινὴ ἔκταση, κάτω ἀπὸ τοὺς ὑπερκείμενους λόφους τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου καὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία, εἶναι πραγματικὰ ὡραῖα καί, ὅπως ἡ πόλη προχωρεῖ στὴν ἀνωφέρεια πρὸς τοὺς λόφους, παρουσιάζεται στὰ μάτια ὅποιου εἰσπλέει στὸ λιμάνι σὰν ἀρχαῖο θέατρο.

Ἀναφερόμενοι, ἐν συντομία, στὰ ὑπόλοιπα πραγματολογικὰ τοῦ βίου τοῦ Κόντογλου, ὑπενθυμίζουμε πὼς στὸν πρῶτο διωγμὸ (1914-1917), στὸ Ἀϊβαλί, ἔχασε τὴ μητέρα του καὶ τὸν θεῖο του καὶ ἀποφάσισε νὰ διακόψει τὶς σπουδές του στὴν Ἀθήνα καὶ νὰ φύγει, ταξιδεύοντας στὴ Γαλλία, τὸ Βέλγιο, τὴν Ἱσπανία, ὅπου γνώρισε ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐκεῖ καλλιτεχνικὴ ζωή. Ταυτοχρόνως, μελέτησε τὴ δυτικὴ ζωγραφική, ἔγραψε ἄρθρα, συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ «Illustration», βραβεύτηκε γιὰ τὴν εἰκονογράφηση τῆς «Πείνας» τοῦ Κνοὺτ Χάμσουν, ἐνῶ ἔγραψε καὶ εἰκονογράφησε τὸ “Pedro Cazas”, τὸ πρῶτο λογοτεχνικό του ἔργο, ἕνα ἀριστούργημα ποὺ ἐνθουσίασε τὸν λογοτεχνικὸ κόσμο.

Ἀκόμη, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του, ἔγραψε ἀρκετὰ ἔργα, ὅπως: «Ταξίδια», «Ὁ Μυστικὸς Κῆπος», «Βασάντα», «Ἀστρολάβος», «Ἀδάμαστες Ψυχές», «Πονεμένη Ρωμιοσύνη», «Τὸ Ἀϊβαλί, ἡ πατρίδα μου», «Θρηνητικὸ συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου», «Γίγαντες ταπεινοί», «Οἱ Τοιχογραφίες τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Ὑμηττοῦ», «Ἔκφρασις». Ὅλα του τὰ ἔργα ἔχουν ἕναν κοινὸ πυρῆνα, τὴ θρησκευτικότητα ποὺ ἀνάβλυζε ἀπ’ τὰ βάθη του. Ἐπίσης, ἔγραψε ἄρθρα, ἔκανε μεταφράσεις καὶ εἰκονογραφήσεις, ἐκδίδοντας ἢ συμμετέχοντας σὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Πρωθύστερα, στὸ Ἀϊβαλὶ ἔζησε γιὰ τελευταία φορά, διδάσκοντας Γαλλικὰ καὶ Ἱστορία τῆς Τέχνης στὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς πόλης, λίγο πρὶν τὴν καταστροφὴ καὶ προτοῦ βρεῖ προσωρινὸ καταφύγιο στὴ Μυτιλήνη.

Ἐντέλει, ἐγκαταστάθηκε μόνιμα στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἔζησε μὲ τὴ σύζυγό του, τὴν ἀϊβαλιώτισσα Μαρία Χατζηκαμπούρη καθὼς καὶ τὴν κόρη τους Δεσπούλα· ἐκεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ συγγραφικό του ἔργο, καταπιάστηκε καὶ μὲ τὴν ἁγιογράφηση πολλῶν ναῶν, ἐνῷ δούλεψε καὶ ὡς τεχνικὸς συντηρητὴς γιὰ τὴ διάσωση βυζαντινῶν μνημείων. Μεταξὺ ἄλλων, ἐργάστηκε ὡς συντηρητὴς εἰκόνων στὸ Βυζαντινὸ Μουσεῖο Ἀθηνῶν καθὼς καὶ στὸ Κοπτικὸ Μουσεῖο τοῦ Καΐρου. Τοῦ ἀπονεμήθηκε ὁ Ταξιάρχης τοῦ Φοίνικος τὸ 1960, γιὰ τὸ δίτομο ἔργο του «Ἔκφρασις τῆς Ὀρθόδοξης ἁγιογραφίας» καί, λίγο πρὶν φύγει ἀπὸ τὴ ζωή, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν τὸν τίμησε μὲ τὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων καὶ Τεχνῶν, τὸ 1965. Κοιμήθηκε στὶς 13 Ἰουλίου τοῦ 1965.

π. Άνθιμος Κωσταράκης, «Τιμοῦμε τὸν Φώτη Κόντογλου ὡς σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς, τῆς λόγιας τέχνης, τῆς ζωγραφικῆς, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τοῦ προσφυγικοῦ ἑλληνισμοῦ»

Κάθε ἐπέτειος ἀποτελεῖ σημαντικὴ εὐκαιρία γιὰ γνώση, γιὰ ἐνθύμηση, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ ἀπόδοση τιμῆς. Τιμοῦμε τὸν Φώτη Κόντογλου ὡς σπουδαῖο κεφάλαιο τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς, τῆς λόγιας τέχνης, τῆς ζωγραφικῆς, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τοῦ προσφυγικοῦ ἑλληνισμοῦ, ὡς αὐθεντικὸ ἐκφραστὴ τοῦ ἁγιοπατερικοῦ πνεύματος καὶ ἤθους. Τιμοῦμε καὶ γνωρίζουμε στοὺς νεότερους τὸν ἀσκητὴ τῆς τέχνης καὶ τῆς ζωῆς, τὸν ὑπερήφανο Ἕλληνα, τὸν σπουδαῖο Ὁμολογητὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, γιὰ τὴν ὁποία ἀγωνίστηκε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.

Γράφει ὁ Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος γιὰ τὸν Φώτη Κόντογλου: «Ἦταν ἄνθρωπος ποὺ εἶχε στραμμένα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του πρὸς τὸ Ἄκτιστον Φῶς καὶ τὰ μάτια τοῦ κορμιοῦ του μετέωρα ἀπάνω ἀπὸ τὶς γήινες παρουσίες. Ἦταν συνομιλητὴς τῶν Ἁγίων καὶ τῶν Ἀγγέλων».

Ὁ Φώτης Κόντογλου ἀγωνίστηκε γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἀνόθευτη ἡ ἱερὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀντιτάχθηκε στὴ διάβρωση τῆς ἐθνικῆς μας μνήμης, ὡς αὐθεντικὸς ἐκφραστὴς τῆς ἀνάγκης γιὰ ἐπιστροφὴ στὶς ἀξίες καὶ τὶς ρίζες τῆς χριστιανικῆς καὶ λαϊκῆς μας παράδοσης καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς μας ἀπὸ ἐξαρτήσεις καὶ ἐπιρροὲς τοῦ ξενόφερτου τρόπου ζωῆς. Γράφει ὁ Νῖκος Ζίας: «Ὁ Φώτης Κόντογλου, μὲ τὴν ἐμφάνισή του, τάραξε τὰ λιμνασμένα νερὰ τῆς ἀνερμάτιστης εὐμάρειας τοῦ Μεσοπολέμου, κέντρισε τὴν ἐθνική μας συνείδηση καὶ διασάλπισε τὴ σωτηριώδη καθαρότητα τῆς Ὀρθόδοξης πίστης μας».

Η πατρίδα του εκλεκτού τέκνου της Ορθοδοξίας και των Τεχνών Φώτη Κόντογλου, το Αϊβαλί, την οποία, όπου και αν βρίσκεται,δεν παύει ποτέ να λησμονεί:«Γεννιοῦνται στὸν κόσμο ἄνθρωποι φωνακλᾶδες ποὺ κάνουν φασαρία μεγάλη ὅσο ζοῦνε, κ’ ἅμα πεθάνουνε, τοὺς γράφουνε καὶ στὰ χαρτιὰ γιὰ νὰ μὴ ξεχαστοῦνε. Εἶναι κι ἄνθρωποι ποὺ περνᾶνε τὴ ζωή τους κρυμμένοι, μ’ ὅλο ποῦναι μεγάλες ψυχές, καὶ σὰν πεθάνουνε δὲν τοὺς βάζουνε ταφόπετρες μαρμαρένιες, μόνο τοὺς σκεπάζει τὸ χῶμα της ἀλησμονιάς. Ἔτσι γίνεται καμμιὰ φορὰ καὶ μὲ τὶς πολιτεῖες. Δὲ θέλω νὰ πῶ πὼς τ’ Ἀϊβαλὶ εἴτανε τάχα καμμιὰ πολιτεία μεγάλη καὶ τρανή. Κάστρα δὲν εἶχε, πόλεμοι φοβεροὶ δὲν γενήκανε γιὰ δαύτη ὥστε νὰ δοξαστεῖ, ἀφοῦ ἀλλοίμονο κράτησε ἡ συνήθεια νὰ δοξάζουνται τ’ ἅρματα κ’ οἱ ἄνθρωποι ποὺ σκοτώνουνε τοὺς ἄλλους μὲ δαῦτα. Τὸ λοιπὸν δὲ μοῦ κακοφαίνεται πὼς γεννήθηκα σ’ ἕνα μέρος ποὺ δὲ στάθηκε ξακουσμένο, μάλιστα μοῦ φαίνεται πὼς τ’ ἀγαπῶ πειότερο παρ’ ὅσο ἂν εἴτανε καμμιὰ ἀπ’ τὶς φημισμένες πολιτεῖες τοῦ κόσμου»

Πρῶτα χαρισματικὸς χριστιανὸς καὶ μετὰ σπουδαῖος λόγιος καὶ ζωγράφος, ζεῖ τὴ χριστιανοσύνη μέσα ἀπὸ τὴν ἀξία τῆς «Καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς». Ἄνθρωπος ἁπλός, ποὺ ἀγαπᾶ καὶ τιμᾶ τοὺς ἀνθρώπους, τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, φορτισμένος μὲ τὴ χάρη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ. Χριστιανὸς ταπεινὸς μὲ συγκινησιακὴ ἐνσυναίσθηση, μὲ κατάνυξη καὶ προσήλωση στὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄνθρωπος τῆς «νηστείας καὶ τοῦ κομποσχοινιοῦ», μὲ ἀγαθοεργίες καὶ ἐλεημοσύνες κρυφές.

Τὸ 1922, μετὰ τὸν ξεριζωμό, φτάνει στὴν Ἀθήνα, ὅπου ἐργάζεται γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καὶ τέχνης. Ταξιδεύει στὴν Εὐρώπη καὶ ἐξελίσσεται σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς κορυφαίους δημιουργοὺς τῆς ἐποχῆς του. Πλούσιο τὸ συγγραφικὸ καὶ ἁγιογραφικό ἔργο τοῦ Φώτη Κόντογλου, δεμένο πάντα μὲ τὴ χριστιανικὴ ἐμπειρία, ἀποτυπωμένο στὸ χαρτὶ καὶ στοὺς τοίχους τῶν Ἐκκλησιῶν, μὲ σπουδαία ἐπιρροὴ στὶς εἰκαστικὲς τέχνες καὶ τὰ γράμματα τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Γνωστὸς καὶ ἀναγνωρισμένος σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση.

Μοναδικὴ ἡ ἀξία του ὡς θεμελιωτὴς τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς. Χαρισματικὸς Δάσκαλος καὶ ἐμπνευστὴς γιὰ τοὺς νεότερους. Ἀληθινὸς Δάσκαλος τοῦ Ἔθνους, ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὰ ἀρχέτυπα τῆς ἑλληνικῆς παράδοσης καὶ πίστης, μᾶς ὁδήγησε νὰ βιώσουμε τὴν Ὀρθοδοξία ὡς ζωτικὸ κέντρο τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς πνευματικῆς μας ταυτότητας.

Σήμερα, καθὼς εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρος καὶ προφητικὸς ὁ ζωτικός του λόγος, ἀποτελεῖ σημεῖο ἀναφορᾶς καὶ ἀφύπνισης ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, εἶναι δείκτης πορείας καὶ ὁδηγὸς τὸ ἔργο του. Στὴ σύγχρονη ἐποχή μας, ὅπου ἡ τέχνη ἔχει τὴν τάση νὰ συνδέεται μὲ ἀθεϊστικὲς καὶ ἐκμοντερνισμένες θεωρήσεις, τὰ δημιουργήματα τοῦ Φώτη Κόντογλου ἀποτελοῦν φωτεινὸ παράδειγμα τῆς πολύτιμης ἀξίας τῆς πατρικῆς ἀγάπης τοῦ μοναδικοῦ μας Θεοῦ καὶ τῆς ἀνεκτίμητης ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης.

Ὁ Φώτης Κόντογλου μᾶς καλεῖ νὰ κρατήσουμε ψηλὰ τὴν πνευματική μας κληρονομιὰ καὶ παράδοση, τονίζοντας ὅτι: «Ἕνας λαὸς ποὺ ἔχει χάσει τὴν παράδοσή του εἶναι σὰν τὸν ἄνθρωπο που ἔχει χαμένο τὸ μνημονικό του, που ἔχει πάθει ἀμνησία. Τὸ σήμερα καὶ τὸ αὔριο εἶναι δεμένα μὲ τὰ περασμένα. Τὸ σήμερα θρέφεται ἀπὸ τὰ περασμένα καὶ τὰ μελλούμενα ἀπὸ τὸ σήμερα». Διακηρύττει, σὰν νὰ γράφτηκαν σήμερα τὰ ἀφυπνιστικά του λόγια, ὅτι μοναδικὸ χρέος τῶν ἀνθρώπων εἶναι νὰ διαφυλάξουν τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἀσάλευτη. Καλοῦσε ἀπὸ τότε τοὺς «ἀνήσυχους σημερινοὺς Ἕλληνες» νὰ «ἐκσυγχρονιστοῦν» χωρὶς νὰ «καταστρέφουν», προσπαθῶντας νὰ τελειοποιήσουν ὅσα βρῆκαν ἀπὸ τοὺς πατεράδες τους, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνουν τὶς πνευματικές τους παρακαταθῆκες.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, ποὺ δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει τὴν εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ᾿ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ που λέμε πως ἔχουμε».

Μᾶς διδάσκει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ντρεπόμαστε νὰ ὁμολογήσουμε τὴν πίστη μας, νὰ δοξάσουμε τὸν Θεό, νὰ δεχτοῦμε τὰ χαρίσματά μας ὡς δῶρο ἀπὸ ψηλά, νὰ διατηρήσουμε τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Οὐρανό.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.