Συμεων Γεκτιδης, «1941-1944, μια περιοδος που για τους Ελληνες της Θρακης εχει περασει στη Μαυρη Βιβλο της Ιστοριας»
«Ο Μερκούριος Γιακτίδης, παρά την νεαράν του ηλικίαν, διαπίστωσεν την πρόθεσιν των Βουλγάρων περί συλλήψεως των ανδρών του χωρίου Λειβαδίτης και της αποστολής αυτών εις το εσωτερικόν της Βουλγαρίας (Τροτοβάκ) και καλέσας αυτούς εσχημάτισεν ένοπλον ομάδαν, την οποίαν ενέταξεν εις το Γενικόν Αρχηγείον και στήσας τα λημέρια του εις την περιοχήν Χαϊδούς, […] αντιμετώπισεν, με φανατισμόν και με απόλυτον πίστιν εις την τελικήν νίκην, ισχυράς εχθρικάς δυνάμεις, προξενών πάντοτε με την μαχητικότητά του σοβαράς ζημίας εις τον εχθρόν».[1]
Με αυτά τα ένθερμα λόγια περιγράφει ο, ποντιακής καταγωγής, οπλαρχηγός Αντώνιος Φωστερίδης τον καπετάν Μάρκο Γεκτίδη, οπλαρχηγό του αρχηγείου Χαϊντούς-Ανταλόφου, και τη γενναία δράση του, σε μια εποχή όπου το πέπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε ολότελα καλύψει την περιοχή μας, την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, με την παρουσία των Βουλγάρων κατακτητών να δημιουργεί έναν ολοένα και αυξανόμενο ασφυκτικό κλοιό.

Ο καπετάν Μάρκος Γεκτίδης και πολλοί πολλοί ακόμη, υπερασπιστές της πατρίδας μας, παρά την ηρωική τους δράση, παρέμειναν και παραμένουν στην αφάνεια, στο περιθώριο της επίσημης Ιστορίας. Την απουσία αυτή από τις ιστορικές καταγραφές και σε μια προσπάθεια να διασαφηνιστούν γεγονότα, που από ορισμένους θεωρούνται ευαίσθητα, οπότε και «απαγορευμένα», επιχειρεί να φωτίσει ο γιος του καπετάν Μάρκου Γεκτίδη, Συμεών Γεκτίδης, στη μελέτη που κυκλοφόρησε το 2024, με τίτλο «1942-1945: Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδες στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ο καπετάνιος Μάρκος Γεκτίδης – Μέσα από την ιστοριογραφία και τις Εκθέσεις των άγγλων αξιωματούχων Μύλλερ, Κιτ-Κατ, ΜακΕλρόι και Κάμπελ», σε επιμέλεια Τζένης Κατσαρή-Βαφειάδη.
«Όλα τα μέλη μιας κοινωνίας πρέπει να ασχολούνται και με την Ιστορία της, ασχέτως ειδικότητας και επαγγέλματος»
Ο συγγραφέας του πονήματος, Συμεών Γεκτίδης, παρόλο που σπούδασε Χημεία στη Θεσσαλονίκη και τη Φρανκφούρτη, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του και εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ανέπτυξε έντονο ερευνητικό αισθητήριο και στον τομέα της Ιστορίας, διότι, όπως ο ίδιος σχολιάζει: «Νομίζω πως όλα τα μέλη μιας κοινωνίας πρέπει να ασχολούνται και με την Ιστορία της, ασχέτως ειδικότητας και επαγγέλματος, διότι διαφορετικά θα έχουμε μια κοινωνία “ειδικών ηλιθίων”». Ο ίδιος επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και λόγω του πατέρα του, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου «είχαμε εκατομμύρια νεκρούς, το ολοκαύτωμα των Εβραίων, άπειρα εγκλήματα κατά του ανθρώπου», σημειώνει, προχωρώντας σε έναν παραλληλισμό μεταξύ του τότε και του τώρα, όπου δυστυχώς ο πόλεμος και ο φασισμός συνεχίζουν να μας απειλούν.

Συνειδητά, λοιπόν, επιλέγει να ασχοληθεί με τα της Ιστορίας, ιδίως του τόπου του, κατευθύνοντας τη ματιά του σε μια «δύσκολη» εποχή, που επιδέχεται περιθώρια νέων αναγνώσεων και ερμηνειών. «Σίγουρα οι ιστορικοί πρέπει να ασχοληθούν περισσότερο με την εποχή αυτή. Έχουν γίνει, βέβαια, κάποιες εργασίες, για παράδειγμα, για τη σφαγή της Δράμας, αλλά και για τις Εθνικές Αντάρτικες Ομάδες, όμως σχετικά με το τέλος του πολέμου και τον Εμφύλιο επικρατεί ένα κομφούζιο. Δεν ξέρουμε, επίσης, παρά ελάχιστα μόνο για τον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι Βούλγαροι την εποχή αυτή και τα εγκλήματα που έκαναν», αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος.
«Πάνω από 100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη γη τους, μην αντέχοντας τη βία των Βουλγάρων»
Στη συγκεκριμένη μελέτη, που δομείται σε 4 κεφάλαια και εκτείνεται σε 144 σελίδες, πρωταγωνιστεί η περιοχή της ΑΜΘ, και ιδίως οι περιοχές του Νέστου, οι οικισμοί της Ξάνθης, όπως ο Λειβαδίτης, η Σταυρούπολη, το Καρυόφυτο, τα Κομνηνά, περιοχές της Δράμας, όπως το Τραχώνι, κ.ά., όπου έδρασε ο Μάρκος Γεκτίδης και οι Αντάρτικες Ομάδες, κατά την περίοδο 1942-1945, τότε δηλαδή που η Βουλγαρία «έκανε το παν για να προσαρτήσει την περιοχή μας», καταφεύγοντας σε θηριωδίες. «Τα εγκλήματα της εποχής δεν περιγράφονται. Πάνω από 100.000 Έλληνες εγκατέλειψαν τη γη τους, μην αντέχοντας τη βία των Βουλγάρων. Η κατάσταση γενικά περιγράφεται ως κόλαση», τονίζει ο κ. Γεκτίδης.

Ποια ήταν, όμως, αυτή η ανάγκη που οδήγησε τον καπετάν Μάρκο και άλλους κατοίκους της περιοχής να συσπειρωθούν σε Αντάρτικες Ομάδες; Ο συγγραφέας μάς απαντά: «Έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτές οι ομάδες δημιουργήθηκαν, ουσιαστικά, από ανθρώπους που έγιναν αντάρτες και βγήκαν στο βουνό, κατά κύριο λόγο, για να γλιτώσουν τη ζωή τους. Απέφευγαν τις συγκρούσεις με τους Βούλγαρους και έδιναν μάχες μόνο όταν δεν υπήρχε άλλος τρόπος διαφυγής. Στην περιοχή μας, άλλες ομάδες που έδρασαν ήταν του ΕΛΑΣ, που εμφανίστηκε το 1943. Οι αντάρτες των Εθνικών Ομάδων θεωρούνταν από τον ΕΛΑΣ εγκληματίες, αποβράσματα της κοινωνίας», μια άποψη που παραμένει αρραγής μέχρι και σήμερα, όπως ισχυρίζεται.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης ερευνητικής απόπειρας, είναι ότι παραθέτει ελεύθερα στον αναγνώστη πλήθος πηγών, τεκμηρίων και εκθέσεων, διότι στόχος του κ. Γεκτίδη δεν είναι να ανασυνθέσει απλώς το πορτραίτο του πατέρα του. Όπως διαβεβαιώνει και ο ίδιος, παραθέτει ατόφια τα αρχεία, για να ενισχύσει την αντικειμενικότητα της έρευνάς του. Έτσι, πολυτροπικά και πολυφωνικά, ο κ. Γεκτίδης ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή, αναδεικνύοντας ιστορικές μελέτες και μαρτυρίες, όπως του Γεωργίου Θ. Αντωνιάδη, του Γεώργιου Δρακόπουλου, του Δημήτρη Δουράκη, του Γεωργίου Κουφοστάμου, του Stephan D. Yada-Μc Νeal κ.ά., λογοτεχνικές αναφορές, όπως εντοπίστηκαν στα ΓΑΚ Καβάλας και σε ιστορικό μυθιστόρημα του Βασίλη Τσιαμπούση, αλλά και δημοσιογραφικές καταγραφές από τον περιφερειακό τύπο. Ένα εράνισμα, επομένως, πηγών και τεκμηρίων που προέκυψε ως εξής: «Νομίζω ότι αυτή η σύνθεση ήρθε από μόνη της. Έψαχνα να βρω κάθε τι που είχε σχέση με τον πατέρα μου και την εποχή εκείνη. Με αφορμή το παρόν, θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τους λίγους επιζώντες που με βοήθησαν στην έρευνά μου».

«Οι εκθέσεις των Άγγλων που δρούσαν την εποχή εκείνη στην οροσειρά της Ροδόπης και στα όρη της Λεκάνης παρουσιάζονται για πρώτη φορά»
Οι προκλήσεις, βέβαια, βαδίζοντας σε αυτά τα ιστορικά μονοπάτια ήταν αρκετές. Μια από τις αυτές, που ξεχωρίζει κι ο συγγραφέας, είναι η ακόλουθη: «Κάποτε, τυχαία, ανακάλυψα ότι η Διεύθυνση Εφέδρων Πολεμιστών Αγωνιστών, Θυμάτων και Αναπήρων Πολέμου (ΔΕΠΑΘΑ) του Υπουργείου Αμύνης έχει αρχεία για τον πατέρα μου. Τα ζήτησα και δεν μου τα έδωσαν, για αδιευκρίνιστους λόγους. Νομίζω μεγαλύτερη πρόκληση δεν υπάρχει. Η αναζήτηση ντοκουμέντων και μαρτυριών για την υπό εξέταση εποχή μου ήταν πολύ δύσκολη. Είμαι σίγουρος ότι τόσο σε ελληνικά όσο και σε αγγλικά αρχεία υπάρχουν πληροφορίες. Υπάρχουν, επίσης, πολλές μαρτυρίες καπεταναίων του ΕΛΑΣ, π.χ. του καπετάν Μαύρου (Νίκος Χατζηνικολάου) ή του Κρίτωνα (Βαγγέλης Κασάπης), που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια στα βιβλιοπωλεία».
Ο κ. Γεκτίδης, καταφέρνοντας να δαμάσει τις προκλήσεις με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος, πέτυχε και παρουσιάζει για πρώτη φορά σημαντικά πρωτογενή τεκμήρια, μεταφρασμένες εκθέσεις άγγλων αξιωματούχων, του ταγματάρχη G. Micklethwait ή Miller, του ταγματάρχη Τ. Kitcat, του λοχαγού J. McElroy και του δεκανέα Campbell, που αφορούν τις φρικαλεότητες που υπέστη η περιοχή μας κατά τη διάρκεια της Βουλγαρικής Κατοχής του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η έκδοση, επίσης, διανθίζεται από ονομαστικούς καταλόγους ανταρτών, υπηρετούντων μελών των συμμαχικών δυνάμεων, μελών μάχιμων ομάδων κ.ά. «Οι εκθέσεις των Άγγλων που δρούσαν την εποχή εκείνη στην οροσειρά της Ροδόπης και στα όρη της Λεκάνης παρουσιάζονται για πρώτη φορά και με κάνουν ιδιαίτερα υπερήφανο», σχολιάζει ο συγγραφέας.

Η κληρονομιά της Εθνικής Αντίστασης απέκτησε, έτσι, ένα ακόμη βιβλιογραφικό έρεισμα, μια ακόμη πυξίδα. Ωστόσο, ο κίνδυνος να κυριαρχήσει η σιωπή παραμένει ακόμη εμφανής, με τον κ. Γεκτίδη να επισημαίνει σχετικά: «Νομίζω ότι η κοινωνία σήμερα θέλει να ξεχάσει, να σβήσει το παρελθόν από τη μνήμη. Η Εθνική Αντίσταση αποτελεί, δυστυχώς σήμερα, πεδίο δράσεως μικρών ομάδων που την εκμεταλλεύονται, κυρίως, για κομματικούς λόγους. Αν δεν ενισχυθεί η παρουσία της στη σχολική διδασκαλία, πολύ φοβάμαι πως θα ξεχαστεί τελείως».
Το συγγραφικό έργο του κ. Γεκτίδη δεν αποτελεί μόνο τη βιογραφία μιας οικογένειας, της δικής του, αλλά κυρίως πράξη αντίστασης στη λήθη. Σκοπός του δεν είναι να ηρωοποιήσει τον πατέρα του, αλλά να προσφέρει ένα ψηφιδωτό φωνών που φωτίζουν τη Βουλγαρική Κατοχή και τη δράση των Ανταρτών στην ΑΜΘ. Να πυροδοτήσει την επαναξιολόγηση της Εθνικής Αντίστασης ως πλουραλιστικού φαινομένου και ευχόμαστε να το καταφέρει.
«Είμαστε τυχεροί που δεν ζήσαμε εκείνα τα φρικτά χρόνια της Βουλγαρικής Κατοχής»
Ολοκληρώνοντας την έκδοση, ο συγγραφέας του βιβλίου αποχαιρετά τον αναγνώστη με μια έμμεση προτροπή, να κοιτάξει στο παρελθόν με νηφαλιότητα και με την ευχή κανείς να μην ξαναζήσει παρόμοιες θηριωδίες: «Είμαστε τυχεροί, η γενιά μου και οι επόμενες, που δεν ζήσαμε εκείνα τα φρικτά χρόνια της βουλγαρικής κατοχής. Τα έζησε ο πατέρας μου. Πρώτα ντουρντουβάκι στα κάτεργα της Βουλγαρίας, μετά Αντάρτης στη Χαϊντού. Και μετά φτώχεια.

Αλλά είμαστε και άτυχοι που δεν ακούσαμε όλους εκείνους τους ανθρώπους που έζησαν τις θηριωδίες των Βουλγάρων εναντίον του ελληνικού πληθυσμού να διηγούνται. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν έτσι και αλλιώς να μιλήσουν για τα εγκλήματα που είδαν τα μάτια τους. Στρατόπεδα εργασίας στη Βουλγαρία, εκτελέσεις, κάψιμο σπιτιών και χωριών, ανελέητοι ξυλοδαρμοί και βασανιστήρια. Αλλά ούτε και στο σχολείο ακούσαμε τίποτα. 1941-1944, μια περίοδος που για τους Έλληνες της Θράκης, του Νομού Δράμας και Καβάλας έχει περάσει στη Μαύρη Βίβλο της Ιστορίας».
[1] Αντώνιος Φωστερίδης, «Εθνική Αντίστασις κατά της Βουλγαρικής Κατοχής 1941-1945», Εκδόσεις ΕΡΩΔΙΟΣ και Ε.Α.Ο. – Ε.Σ.Ε.Α., Θεσσαλονίκη 2021, σ. 29.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
