Ο Φωτης Κοντογλου και η ορθοδοξη εκκλησιαστικη παραδοση
Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη
Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς κ. Παντελεήμων
[Στα μισά περίπου του Ιουλίου και λίγο πριν αποχαιρετήσουμε τους αναγνώστες μας για την καθιερωμένη θερινή ανάπαυλα, πραγματοποιήθηκε στην Κομοτηνή, στο Τσανάκλειο Μέγαρο – Δημοτική Βιβλιοθήκη, η ημερίδα με τίτλο «Μνήμη Φώτη Κόντογλου – Εξήντα χρόνια από την κοίμησή του», που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Μαρωνείας και Κομοτηνής, με αφορμή τη συμπλήρωση έξι δεκαετιών από την εκδημία του μεγάλου καλλιτέχνη(βλ. σχετικό ρεπορτάζ εδώ).Λίγο νωρίτερα, στον Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου, είχε τελεστεί επιμνημόσυνη δέηση, ως ελάχιστος φόρος μνήμης στον άνθρωπο που σφράγισε με το έργο του την πορεία της νεοελληνικής τέχνης και πνευματικότητας.
Η ημερίδα αυτή, λοιπόν, ήταν αφιερωμένη στον Φώτη Κόντογλου, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του νεοελληνικού πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου του 20ού αιώνα, που συνεχίζει όμως να αποτελεί μέχρι και σήμερα φωτεινό «οδοδείκτη». Μικρασιάτης στην καταγωγή, λόγιος, συγγραφέας, αγιογράφος και δάσκαλος, συνδύασε με τρόπο μοναδικό τη βαθιά του παιδεία με την ειλικρινή και ακατάπαυστη αγάπη του για την Ορθοδοξία. Δεν υπήρξε απλώς ένας δημιουργός που καθιέρωσε το προσωπικό του ύφος, αλλά ανανεωτής, που επανασύνδεσε τη σύγχρονη τέχνη, τη λογοτεχνία και τη ζωή με την αυθεντική βυζαντινή και εκκλησιαστική παράδοση, αντιτασσόμενος στη μίμηση δυτικών προτύπων.
Η πολυσχιδής πορεία και συμβολή του Φώτη Κόντογλου αναδείχθηκε στην ημερίδα μέσα από τις ομιλίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα, του Καθηγητή και Προέδρου του ΤΙΕ/ΔΠΘ κ. Γεωργίου Χρ. Τσιγάρα, του μεταδιδακτορικού ερευνητή κ. Κωνσταντίνου Δ. Σεραφειμίδη και του Καθηγητή του ΤΙΕ/ΔΠΘ κ. Ιωάννη Μ. Μπακιρτζή, που προσέφεραν πολύτιμες αφορμές αναστοχασμού, άλλοτε φωτίζοντας την ασκητική και θεολογικήσκέψη του Κόντογλου, άλλοτε την αγιογραφική και λογοτεχνική του δημιουργία κ.ά.

Παρά την απόσταση των εξήντα χρόνων από την κοίμησή του, η μορφή του Φώτη Κόντογλου εξακολουθεί να εμπνέει. Η ημερίδα αποτέλεσε μια δυνατή υπενθύμιση ότι το έργο του δεν ανήκει απλώς στην ιστορία, αλλά παραμένει παρόν, διαθέσιμο να μας διδάξει, να μας καθοδηγήσει και να μας ενδυναμώσει, και για τον λόγο αυτό πρόκειται να φιλοξενηθούν στην έντυπη αλλά και ηλεκτρονική έκδοση του ΠτΘ οι ομιλίες που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα, καθώς και αυτή που ακολούθησε της επιμνημόσυνης δέησης από τον Πρωτοσύγκελο της Ιεράς Μητροπόλεως π. Άνθιμο Κωσταράκη, διότι χάρη στις ποικίλες όψεις που αναδεικνύουν καταφέρνουν να φωτίσουν το παλίμψηστο της ζωής του Φώτη Κόντογλου, αυτού του «φάρου πίστεως», που κληροδότησε στις επερχόμενες γενιές το πάθος της Ορθοδοξίας και την αλήθεια της τέχνης.
Στο παρόν, δημοσιεύεται πρώτη η ομιλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαρωνείας και Κομοτηνής κ. Παντελεήμονα.(Ν.Μ.)].
Ὁ Φώτης Κόντογλου εἶναι μιὰ πολύπλευρη μορφὴ Μικρασιάτη πρόσφυγα λογίου καὶ καλλιτέχνη. Μὲ τὸ συγγραφικὸ καὶ καλλιτεχνικό του ἔργο, κυρίως ὅμωςμὲ τὴ ζωή του, μίλησε γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας ὄχι ἀκαδημαϊκά, ἐγκυκλοπαιδικά, ἀλλὰ ἐμπειρικά.
Ἡ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητας τοῦ Φώτη Κόντογλου βρίσκεται στὴν παραμονή του στὴ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Ἀϊβαλί. Μικρὸ παιδὶ ὀρφάνευσε ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ ἔζησε στὸ μοναστήρι αὐτὸ κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ θείου του Στεφάνου Κόντογλου, ἡγουμένου τῆς μονῆς. Στὴν Ἁγία Παρασκευὴ ἔζησε τὶς πρῶτες ἐμπειρίες στὴ λατρευτικὴ ζωὴ καὶ γνώρισε τὴν ὀρθόδοξη πίστη καὶ ζωή, καθὼς καὶ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Θὰ ἐπικεντρώσω τὴν παρουσίαση αὐτὴ σὲ τρεῖς ἄξονες τῆς ζωῆς καὶ τῶν θεολογικῶν ἀπόψεων τοῦ Κόντογλου: στὴν ἀσκητικὴ παράδοση, στὴ λατρεία καὶ στὴν πορεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Πρῶτον: Ἡ ἀσκητική μας παράδοση ἀποτελεῖ γιὰ τὸν Φώτη Κόντογλουτὴ βάση τῆς πίστεως καὶ τῆς «κατὰ Χριστὸν ζωῆς». Σ’ αὐτὴν ἀναφέρεται σὲ πολλὰ κείμενά του, ὡστόσο, χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ τὸ βιβλίο του «Ὁ Μυστικὸς Κῆπος».Τὸ βιβλίο αὐτὸ εἶναι ἕνα εἶδος μικροῦ Συναξαριστῆ, ποὺ ἀπαρτίζεται ἀπὸ βίους ἁγίων ἀσκητῶν τῆς Συρίας, τῆς Μεσοποταμίας καὶ τῆς Περσίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τοῦ Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, τὸν ὁποῖο ὁ Κόντογλου εὐλαβεῖτο ἰδιαίτερα.
Ὁ Φώτης Κόντογλου συλλέγει τοὺς βίους τῶν ἁγίων, γιατὶ οἱ ἅγιοι εἶναι ἡ αὐθεντικὴ καί, κυρίως, ἡ χειροποιαστὴ ἀπόδειξη ὅτι ἡ ὀρθόδοξη πίστη εἶναι ζωντανή, εἶναι ἡ πραγμάτωση τῆς «κατὰ Χριστὸν ζωῆς».

Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ ζῶν ὕδωρ, γιατὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μᾶς καλεῖ νὰ γευτοῦμε ἀπὸ τὰ νάματα τῆς κρίνης ἀπὸ τὴν ὁποία ρέει ἡ ζῶσα ὀρθόδοξη πίστη. Γιατὶ ἡ Ἐκκλησία, μέσῳ τῶν ἁγίων της, οἱ ὁποῖοι γεύτηκαν τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν», μᾶς προσφέρει τὴ δυνατότητα ἐπαναφορᾶς μας στὸ «κατ’ εἰκόνα»,ποὺ ἀπώλεσε ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα.
Τὸ 1959 εὑρέθησαν τὸ μνῆμα καὶ τὰ λείψανα τῶν Ἁγίων Ραφαήλ, Νικολάου καὶ Εἰρήνης στὴ Θερμὴ τῆς Λέσβου. Τὸ θαυμαστὸ καὶ σπουδαῖο αὐτὸ γεγονὸς γιὰ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικότητα ἐντυπωσίασε τὸν Κόντογλου καὶ συνέλεξε εἰδήσεις γιὰ τὴν ἀνεύρεση τῶν λειψάνων καὶ τὰ θαύματά τους. Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δημοσίευσε στὸ δημοφιλὲς βιβλίο του: «Σημεῖον Μέγα».
Δεύτερον: Ὁ Φώτης Κόντογλου ἦταν εὐαίσθητος μὲ τὰ θέματα τῆς λατρείας. Ἀγωνίστηκε γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἡ παράδοση στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ἦταν ἀντίθετος στὴν υἱοθέτηση δυτικῶν προτύπων.
Στὴν ἐποχή του διαπιστώνονται πρωτοβουλίες στὸν ἑλληνόφωνο ἐκκλησιαστικὸ χῶρο νὰ εἰσαχθεῖ στὴ λατρεία ἡ τετραφωνικὴ ψαλμωδία, ἐνῶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ τέχνη εἶχε ἐπικρατήσει ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωναἡ ναζαρηνὴ ζωγραφική. Πόθος καὶ πάθος τοῦ Κόντογλου ἦταν «νὰ καλλιεργηθεῖ ἡ σεμνοπρεπὴς βυζαντινὴ παράδοση εἰς τὴν λατρεία, εἰς τὴν διακόσμησιν τῶν ναῶν, τὴν μουσικήν, τὴν ζωγραφικήν. Νὰ μὴ μιμούμεθα τοὺς παπιστάς, οὔτε τοὺς προτεστάντας». Ὁ Φώτης Κόντογλου ὑποστηρίζει μὲ πράξεις τὴ λατρευτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ κ’ ἡ ἁγιογραφία μας εἶναι τὰ μέσα ποὺ ἐκφράζεται ἡ πνευματικὴ οὐσία τῆς Ἑλληνικῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ ἔκφραση, δηλαδὴ τὰ μέσα ποὺ δίνουνε στὶς αἰσθήσεις νὰ καταλάβουνε τὴν πνευματικὴ οὐσία τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχουνε τὸν ἴδιο χαρακτῆρα μὲ τὴν οὐσία».
Εἶναι σημαντικὲς αὐτὲς οἱ φράσεις τοῦ Κόντογλου, γιατὶ στὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας μας ὑπάρχει ἑνότητα λόγου καὶ τέχνης, ἡ ὁποία προσδίδει στὶς λατρευτικές μας τέχνες πνευματικότητα καὶ ἕναν ὑπέρλογο καὶ μυστικὸ χαρακτῆρα.
Τρίτον: Ὁ Φώτης Κόντογλου ἀγωνίζεται νὰ διαφυλάξει τὴν ὀρθόδοξη πίστη ἀπὸ τὶς προσπάθειες νοθεύσεώς της. Ἡ ἀλλοίωση τῆς παραδοσιακῆς ὀρθόδοξης πίστεως ἔχει, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Κόντογλου, δύο ἐχθρούς: ἕναν φανερὸ καὶ ἕναν κρυφό.
Ὁ φανερὸς ἐχθρὸς τῆς ὀρθόδοξης πίστεως εἶναι ἡ πολιτισμικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἔκφραση τῆς Δύσης. Στὰ κείμενά του εἶναι διάχυτη ἡ ἀντίθεσή του μὲ τὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό, ὅπως τουλάχιστον αὐτὸς διαμορφώθηκε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἀναγέννησης καὶ μετά. Ἡ ἀντίθεσή του αὐτὴ ἐκκινεῖ ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις του γιὰ τὶς συνέπειες τοῦ σχίσματος καί, κυρίως, ἀπὸ τὴν πρώτη ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους τὸ 1204. Ὁ πόνος τοῦ Κόντογλου εἶναι ἐκκλησιολογικός, δηλαδὴ θεολογικός. Μπορεῖ νὰ ξεκινάει ἀπὸ ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλὰ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας ὅλα τὰ γεγονότα καὶ ὅλες οἱ πράξεις ἔχουν θεολογικὴ βάση. Ἡ ἀντίθεσή του μὲ τὴ δυτικὴ ἐκκλησία, τὸν Πάπα καὶ τοὺς Προτεστάντες ἔχει ἀφετηρία μὲν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ ὁ πόνος του εἶναι ἡ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὰ σχίσματα καὶ τὶς αἱρετικὲς διδασκαλίες.

Μὲ βάση αὐτὴν τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ δογματικὴ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ Κόντογλου στάθηκε τὰ τελευταῖα δέκα μὲ δεκαπέντε χρόνια τῆς ζωῆς του ἀπέναντι στὶς προσπάθειες γιὰ τὸν διάλογο τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴ Δυτική. Προχώρησε σὲ δημοσίευση ἐπιστολῶν καὶ συγγραφὴ ἄρθρων, ποὺ ἀπέστειλε στὸν περιοδικὸ καὶ ἡμερήσιο τύπο τῆς ἐποχῆς, γράφοντας μὲ ἰδιαίτερη ἔνταση γιὰ τὸν Οἰκουμενισμό. Στὰ κείμενά του αὐτὰ προχώρησε σὲ χαρακτηρισμοὺς καὶ στηλίτευσε μὲ πάθος τὶς κινήσεις αὐτές, ἴσως καὶ σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις καὶ μὲ φανατισμό. Τὰ γραπτά του σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ ἦταν ἔντονα ἐπικριτικὰ γιὰ τὴν τότε ποιμένουσα Ἐκκλησία. Θέλω, ὅμως, νὰ πιστεύω ὅτι στὴν ἐκφραση τῶν ἀπόψεων αὐτῶν τὸν συνῆχε ἡ ἀγωνία του γιὰ τὴ διατήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ἡ ἀγωνία του γιὰ τὴ διάσωσή της.
Ὁ κρυφὸς ἐχθρὸς τῆς πίστεως εἶναι, κατὰ τὴν ἄποψή του, οἱ ἀλλοτριωμένοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι καὶ πιστοί, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὸν ὀρθολογισμὸ τῆς δυτικῆς θεολογίας καὶ περιφρονοῦν τὴ μυστικὴ καὶ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Βέβαια, ἡ μεγάλη στροφὴ στὴν πατερικὴ θεολογία ποὺ παρατηρεῖται στὴν ὀρθόδοξη θεολογικὴ σκέψη ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1950 καὶ ἐξῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Θεσσαλονίκης δὲν εἶχε ἀκόμη ἀσκήσει ἐπίδραση στὸν Φώτη Κόντογλου, ἀλλὰ καὶ σὲ εὐρύτερους θεολογικοὺς καὶ ἐκκλησιαστικοὺς κύκλους.
Ἐν κατακλείδι, σημειώνω ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Φώτη Κόντογλου ἀναπαυόταν στὸ μεγάλο πάθος του, ὅπως ἔγραψε παλαιότερα ὁ καθηγητὴς Παντελῆς Πάσχος, τὴν Ἑλληνικὴ Ὀρθοδοξία καὶ αὐτὸ τὸν παρακινοῦσε νὰ ἀγαπήσει καὶ νὰ «παραδοθεῖ» θὰ ἔλεγα στὴν Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση. Σ’ αὐτὴν βρῆκε τὸν ἀληθινὸ κόσμο, τὸν ζωντανὸ κόσμο καὶ αὐτὸν τὸν κόσμο βάλθηκε μὲ πραγματικὸ ἱεραποστολικὸ ζῆλο νὰ ἀναδείξει μὲ τὴ γραφίδα καὶ τὸν χρωστῆρα του.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
