Οι «πρωτευουσιανες»… αδερφες Γαργαρα

Γιάννης Ξανθούλης, «Η άλωση των Αθηνών από τις αδελφές Γαργάρα», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, σ. 472.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Στην Ανατολική Μακεδονία, κάπου ανάμεσα στις Σέρρες, τη Δράμα και την Καβάλα, αδιευκρίνιστο πού ακριβώς, υπήρχε μια πόλη, η Ροδόσταμη, φημισμένη για τα τριαντάφυλλά της, που αποτελούσε και το πιο αξιόλογο εμπορεύσιμο προϊόν του τόπου, μαζί με τα καπνά. Γλυκά του κουταλιού, αποστάγματα ροδέλαιου, ανθόνερο, θυμιάματα και λικέρ ήταν τα προϊόντα της επεξεργασίας του τριαντάφυλλου που έκαναν γνωστή την κωμόπολη, μαζί φυσικά με τον θεραπευτικό τουρισμό, που άκμαζε τη χρυσή περίοδο της Ροδόσταμης, αφού το γλυκό του κουταλιού ήταν ιδιαιτέρως ευεργετικό για τους πάσχοντες από δυσκοιλιότητα.

Σ’ αυτήν την επινοημένη, κατά την προσφιλή συνήθεια του Γιάννη Ξανθούλη, πόλη, που τη χτίζει ως άλλος Δοξιάδης με μαεστρία, όπως έχει ξανακάνει και σε προηγούμενα μυθιστορήματά του, ζει η πρωταγωνιστική οικογένεια του βιβλίου, η οικογένεια Γαργάρα. Πρόκειται για μια αξιοθέατη οικογένεια, αποτελούμενη από  τον πατέρα Ηρακλή, έναν τύπο στα όρια του λούμπεν, ο οποίος βιοπορίζεται ως παλαιστής και συνήθως είναι πρωταθλητής στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία, με συνέπεια να λαμβάνει αξιόλογα έπαθλα: από αμνοερίφια μέχρι ελευθέρων επισκέψεων στο πορνείο της κωμόπολης. Ταυτόχρονα, με τη βοήθεια του δημάρχου, εργάζεται κι ως υπάλληλος του Δήμου, ενώ κάθε χρόνο τη Μεγάλη Παρασκευή σηκώνει μόνος του τον Επιτάφιο κι έτσι γίνεται η «ατραξιόν» της Ροδόσταμης. Η σύζυγός του, η Κατίνα, είναι η μόνη που επί της ουσίας εργάζεται στο σπίτι, από το πρώτο λάλημα του κόκορα μέχρι το βράδυ, ως παραδουλεύτρα στα πλουσιόσπιτα της πόλης τους. Η Κατίνα, που έχει απωλέσει τη γυναικεία της φύση εδώ και χρόνια, ανέχεται κι αντέχει τα πάντα, προσπαθώντας να διαφυλάξει την οικογένειά της. Αυτοί οι δυο άνθρωποι, που κάποια στιγμή ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου, ζουν κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς κοινούς κώδικες επικοινωνίας, έχοντας αποκτήσει τέσσερα παιδιά.

Ο μεγαλύτερος γιος, ο Σούλης, είναι ένας 18χρονος που δεν χωρά πουθενά, παραβατικός από τα μικράτα του, σχεδόν αστοιχείωτος, αφού στα 16 του έβγαλε το Δημοτικό, άχρηστος και επικίνδυνος τύπος, που εργάζεται στο πρότυπο ορνιθοτροφείο της Ροδόσταμης. Είναι ένας τύπος με αυξημένες σεξουαλικές ορμές, που δεν μπορεί να τις συγκρατήσει, όπως και τον τσαμπουκά του, αλλά ούτε και τη βλακεία του, η οποία θεωρείται χρήσιμη από τη χωροφυλακή και έτσι ο Σούλης, εν μία νυκτί, γίνεται «μυστικός» και αποδεκατίζει τους «αντιφρονούντες» συντοπίτες του.

Ο βενιαμίν της οικογένειας είναι ο Σους. Αυτό είναι το παρανόμι του, γιατί το πραγματικό του όνομα ήταν Χαράλαμπος, αλλά από τα πολλά «σους…»,  για να μη μιλάει το μικρό παιδί, του έμεινε το παρατσούκλι. Αυτός ήταν λίγο αλαφροΐσκιωτος και είχε την ικανότητα να μιλάει με τους πεθαμένους –μόνο σε αυτόν εξάλλου εμφανίζονται οι νεκρές «μακρινές ξαδέλφες» του Ηρακλή, η Ζηνοβία και η Δοϊράνη, τις οποίες στα νιάτα του ο πατέρας του τις έκανε γυναίκες, μέσα σε μια νύχτα, στο ίδιο κρεβάτι. Κι εκείνες, ακόμα και μετά τον θάνατό τους από φθίση, έμειναν ερωτευμένες μαζί του εις τους αιώνας των αιώνων. Το μεταφυσικό στοιχείο, χαρακτηριστικό των έργων του Ξανθούλη, δεν λείπει ούτε απ’ εδώ. Ο Σους, όμως, είχε τάλαντο και στη ζωγραφική, που τελικά κάποτε θα τον έκανε διάσημο. Ανάμεσα στα δύο αγόρια και σε αντίστιξη με αυτά, υπάρχουν οι δύο κόρες της οικογένειας, η Φιλοθέη και η Μαγιοπούλα. Η μεγαλύτερη, η Φιλοθέη (παρασύροντας και τη Μαγιοπούλα), ονειρεύεται τη φυγή τους στην Αθήνα· είναι το όνειρό τους, αλλά και η ελπίδα που τους δίνει δύναμη και υπομονή για να αντέξουν μέσα στην οικογένειά τους. Επί της ουσίας, τα δυο αυτά κορίτσια είναι κι εκείνα που συνειδητοποιούν τις αλλαγές που έρχονται σε όλους τους τομείς και αδημονούν να φύγουν στην πρωτεύουσα. Έτσι, η Φιλοθέη επενδύει στη φαντασίωση της Αθήνας και πιστεύει στο αιώνιο φως της (στο ίδιο που πίστεψε κι ο Ξανθούλης όταν ήταν στην ηλικία της) και στον εντυπωσιασμό της πρωτεύουσας, που μπορεί να προσφέρει απλόχερα όλες τις ευκαιρίες στους ονειροπόλους νέους της οπισθοδρομικής επαρχίας. Ως προς αυτό το σημείο, ο ίδιος ο συγγραφέας ομολογεί ότι το βιβλίο του είναι «ολίγον αυτοβιογραφικό».

Γύρω από την  οικογένεια Γαργάρα, ο συγγραφέας στήνει το συγγραφικό του σύμπαν, τους ήρωές του, που τους περιστοιχίζει ένα πλήθος κι άλλων προσώπων, από τον δήμαρχο Ερμόλαο Τούβλο και τη μητέρα του Γλυκερία, τον μητροπολίτη Λαυρέντιο, τη δασκάλα-ποιήτρια Ματούλα Πέπε, μέχρι την Τζουτζούκα Πλαταμώνα, το αστέρι της Χαλκιδικής, την ιερόδουλο Ψωλίτα Μπονασέρα, τη μοδίστρα Πασιφάη, αλλά και την αοιδό Ρούλα Μπετόβεν. Μπορείτε να φανταστείτε τα ενδιάμεσα πρόσωπα. Και μόνο τα ευφάνταστα ονόματά τους προκαλούν χαμόγελα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, σίγουρα θα διασκεδάσετε, όμως δεν θα μείνετε μόνο εκεί∙ θα προβληματιστείτε, θα αναπολήσετε, θα συγκινηθείτε με μια εποχή που υπήρξε για τη χώρα πολλά υποσχόμενη, αλλά τελικά διέψευσε τις ελπίδες. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα και ο συγγραφέας, «Η Άλωση των Αθηνών από τις αδελφές Γαργάρα» είναι ένα βιβλίο αστεία δραματικό ή δραματικά αστείο.

Υπό τον μανδύα, όμως, αυτού του ιδιόρρυθμου χιούμορ του συγγραφέα, που έχει γίνει κώδικας επικοινωνίας με τους αναγνώστες του κοντά στα σαράντα χρόνια τώρα, περνούν μέσα στο κείμενό του κωμικοτραγικές καταστάσεις της κοινωνικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Ο Γιάννης Ξανθούλης επιμένει να αγαπά τη δεκαετία του ’60 και στο μυθιστόρημα ο κύριος αφηγηματικός χρόνος είναι ημερολογιακά το 1959 και το πέρασμα στη δεκαετία του ’60. Ήταν η δεκαετία που επέτρεψε στους ανθρώπους να ονειρευτούν. Περιγράφει ένα κλίμα παραφοράς (κρασί, τριαντάφυλλα και επανάσταση), σε αντιδιαστολή με τη στεναχώρια της Ελλάδας που ασφυκτιούσε, περιμένοντας να έρθει το καινούργιο, η ελπίδα και η αλλαγή. Μετά την κλειστοφοβική δεκαετία του ’50, με νωπές ακόμα τις μνήμες και τα βιώματα του πολέμου αλλά και του εμφυλίου, όλοι είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο ’60. Σαν ένας μαγικός αριθμός, που θα τους άλλαζε ως διά μαγείας τη ζωή. Και πραγματικά υπήρξαν σοβαρές ενδείξεις αυτής της πολυπόθητης προοδευτικής αλλαγής. Η αισθητική των νέων άλλαξε, έγιναν περισσότερο «αυθάδεις» κι έβγαλαν γλώσσα στην εξουσία, η δημοτική κέρδισε έδαφος, η μουσική έκανε τη δική της επανάσταση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι τοποθετημένος κι ο πόθος της Φιλοθέης για μια φαντασιακή Αθήνα και για μια οικογένεια εντελώς διαφορετική από τη δική της, με όλα τα χαρακτηριστικά της αστικοποίησης και της κοινωνικής κινητικότητας στην οποία ήλπιζε. Ενισχύοντας αυτήν την ιλαρότητα, ένα απαστράπτον χαμόγελο, αυτό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, έλαμπε στις κινηματογραφικές αίθουσες προς επίρρωση της πραγμάτωσης κάθε προσδοκίας, και το χαμόγελό της γίνεται το σήμα κατατεθέν της νέας δεκαετίας.

Μαζί με την ελπίδα, όμως, δεν έπαυε να υπάρχει η χωροφυλακή, οι χαφιέδες (η επιτήρηση του κράτους ως προς την ιδεολογία των πολιτών), το φακέλωμα με το  πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και άντε να βρεις δουλειά, η μετανάστευση, που μείωσε δραματικά τα εργατικά χέρια, καθώς οι νέοι –κυρίως– έφευγαν σωρηδόν για την Εσπερία, κυρίως για τη Γερμανία αλλά και την Αυστραλία ή την Αμερική. Στο μεταξύ η ενδοοικογενειακή βία (με τη μορφή του ξύλου ακόμα και της σεξουαλικής παρενόχλησης) ήταν σχεδόν αποδεκτή, το αποδέχτηκε και η Αλίκη στο «Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο»· ήταν θεμιτό και χαριτωμένο, δεν ήταν βία…

Ο Γιάννης Ξανθούλης καταφέρνει μέσα από ήρωες με ακραία χαρακτηριστικά και γεφυρώνοντας το ευτράπελο με το τραγικό να πει αλληγορικές αλήθειες, να ασκήσει κοινωνική κριτική, να μιλήσει για τη δύσκολη ενηλικίωση και την αναζήτηση της ταυτότητας, να σκαριφήσει ένα χρονογράφημα μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί, αφού το σκηνικό έχει αλλάξει, το λεξιλόγιο έχει αλλάξει, μερικά πράγματα όμως παραμένουν ίδια, κοινωνικά στερεότυπα που έχουν εγγραφεί στο DNA μας και ασύνειδα δεν μπορούμε να τα αποβάλλουμε.

Η βιωματική γνώση της εποχής και του κοινωνικού περίγυρου που αναπαριστά τον βοηθά να «κατασκευάσει» ήρωες που κουβαλούν αισθήματα, απελπισίες, αγωνίες που παλεύουν με τις άμυνές τους, που αγωνιούν να βρουν τη δικαίωση, την ευτυχία ή τη λύση στο δράμα τους. Και τους νιώθει όλους τους, τους δικαιολογεί και τους υπερασπίζεται έστω και διά της σιωπής του στις ακρότητές τους. Ο Γιάννης Ξανθούλης μάς αφηγείται ένα καινούργιο «παραμύθι» του, με αφορμή μια φωτογραφία που είχε καταχωνιασμένη σε ένα συρτάρι 38 χρόνια και δίνει ζωή σε δύο κοριτσάκια που στέκουν ακίνητα πάνω σε ένα ντιβάνι, με φόντο τη νυφική φωτογραφία των γονιών τους. Γι’ αυτό και τον αγαπάμε, γιατί έχουμε ανάγκη να διαβάσουμε ιστορίες με αρχή μέση και τέλος… τι τέλος; Ευτυχισμένο ή όχι, αποφασίστε εσείς!

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.