Σωματα που γερνουν, φωνες που διεκδικουν

Ντιντιέ Εριμπόν, «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού», Γιάννης Στεφάνου μτφρ., Δημήτρης Χατζηχαραλάμπους επιμ., εκδ. Νήσος, Αθήνα 2024, σ. 240.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Ο Ντιντιέ Εριμπόν είναι ένας σύγχρονος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, με έντονο πολιτικό λόγο. Σπούδασε Φιλοσοφία και δίδαξε επί σειρά ετών σε πανεπιστήμια της Γαλλίας και των ΗΠΑ, ενώ έχει εργαστεί κι ως δημοσιογράφος κι έχει εκδώσει αρκετά βιβλία. Έχει συνδεθεί φιλικά με τον Μισέλ Φουκώ (έχει γράψει και τη βιογραφία του) και υπήρξε στενός συνεργάτης του Πιερ Μπουρντιέ. Γι’ αυτόν, λέγεται πως οι δυο αυτοί άνθρωποι υπήρξαν μέντορές του. Είναι ένας παρεμβατικός αριστερός διανοούμενος και υπό αυτούς τους όρους τον γνωρίσαμε μέσα από τα δυο πιο πολυδιαβασμένα στη χώρα μας βιβλία του: «Επιστροφή στη Ρενς» (2020)και «Η ζωή, τα γηρατειά κι ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» (2024)από τις εκδόσεις Νήσος.

Στο πρώτο βιβλίο του, «Επιστροφή στη Ρενς», ο Εριμπόν, με αφορμή τον θάνατο του πατέρα του, επιστρέφει στον τόπο καταγωγής του, στο παρελθόν του, το οικογενειακό και κοινωνικό, και με κριτική ματιά προσπαθεί να επανεξετάσει έννοιες, όπως είναι η κοινωνική τάξη, η εκπαίδευση, το φύλο, αλλά και η σεξουαλικότητα. Είναι η επιστροφή ενός αριστερού γκέι διανοούμενου στον τόπο που τον διαμόρφωσε, αλλά και στον ίδιο τόπο που τον έδιωξε μακριά. Επιλέγει να αναστοχαστεί και να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του∙ μιλά, λοιπόν, για τη σεξουαλική καταπίεση, αλλά και για την κοινωνική κυριαρχία, και καταλήγει πως η κοινωνική τάξη είναι ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο οικοδομείται η ατομική ταυτότητα. Ταυτόχρονα, αναλύονται και όλοι οι μηχανισμοί που στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 δημιουργούσαν σε έναν Γάλλο νεαρό ομοφυλόφιλο αισθήματα ενοχής κι αυτοαπόρριψης.

Ο Εριμπόν και σε εκείνο αλλά και σε αυτό, το νέο του βιβλίο, χρησιμοποιεί την “autosociobiography” κατά τον Carlos Spoerhase. Μια αφήγηση δηλαδή προσωπικών εμπειριών, με γλώσσα συναισθηματική, που αναμειγνύονται με τον κοινωνιολογικό στοχασμό. Έτσι, και στο «Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού» συνδέει για μια ακόμα φορά το προσωπικό βίωμα με το κοινωνιολογικό κι επιλέγει να μιλήσει για το γήρας και για τη μητέρα του, με μια «αυτοκοινωνιοβιογραφία». Ο Εριμπόν αφηγείται τη φθίνουσα πορεία της μητέρας του προς το τέλος της και θέτει, ταυτόχρονα, πολλά ερωτήματα για τη σχέση που έχουμε εμείς ως άτομα και κοινωνικές ομάδες με τους ηλικιωμένους, για τη σχέση που έχουν οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι με τον χρόνο που τους απομένει και με την ιδέα του θανάτου, για τις συνθήκες διαβίωσής τους σε δομές φροντίδας κλπ.

Το βιβλίο του Εριμπόν είναι ξεκάθαρα μια πολιτική τοποθέτηση ενός σύγχρονου διανοητή πάνω στο θέμα του γήρατος και της αντιμετώπισής του από τη δυτική φιλοσοφία. Ξεκινά ως προσωπική αναμέτρηση με τον θάνατο της μητέρας του και μετασχηματίζεται γρήγορα σε μια πολιτική πράξη μνήμης και αναγνώρισης. Ο συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στη ζωή μιας γυναίκας της εργατικής τάξης, αναδεικνύοντας πώς η κοινωνική προέλευση, το φύλο και η ηλικία διαμορφώνουν το βίωμα της γήρανσης. Η μητέρα του δεν υπήρξε απλώς ένα αγαπημένο πρόσωπο – είναι η εκπρόσωπος όλων όσων έζησαν σιωπηλά, στο περιθώριο της ιστορίας. Ο Εριμπόν αρνείται να δεχτεί τη σιωπή ως φυσική κατάσταση: γράφει για να σπάσει αυτήν τη σιωπή, να της δώσει πολιτική σημασία.

Αυτό που καθιστά το βιβλίο πολιτικό είναι η ξεκάθαρη πρόθεσή του να επανατοποθετήσει το βιογραφικό μέσα στο κοινωνικό και ιστορικό. Τα γηρατειά, ο θάνατος, ακόμη και η θλίψη, αναλύονται ως προϊόντα κοινωνικών σχέσεων κι όχι ως ιδιωτικά γεγονότα. Ο Εριμπόν, επηρεασμένος από τον Φουκώ και τον Μπουρντιέ, φωτίζει τους μηχανισμούς αποκλεισμού και απαξίωσης που λειτουργούν σε βάρος των ηλικιωμένων, και ειδικά των φτωχών. Έτσι, το βιβλίο γίνεται μια πράξη αντίστασης στη λήθη και την αδικία, μια υπενθύμιση ότι κάθε βίωμα, όσο «ταπεινό» κι αν φαίνεται, είναι φορέας νοήματος και αξίζει να ειπωθεί.

Η δυτική φιλοσοφία δεν ασχολείται ουσιαστικά με τα γηρατειά. Δεν τα μελετά ούτε ως εμπειρία ούτε ως κοινωνική κατάσταση. Ο Εριμπόν βλέπει, σε αυτήν τη σιωπή, όχι απλώς ένα κενό, αλλά μια πολιτική αποσιώπηση: μια απόρριψη της ζωής των μη προνομιούχων ανθρώπων, που όσο γερνούν, καθίστανται «αόρατοι» για την κοινωνία και, κατ’ επέκταση, για τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Εριμπόν, μέσα από την αφήγηση της ζωής και του θανάτου της μητέρας του –μιας εργάτριας, μιας φτωχής και κοινωνικά περιθωριοποιημένης γυναίκας–, αποκαλύπτει πως τα γηρατειά δεν είναι απλώς μια βιολογική φάση, αλλά ένας τρόπος ύπαρξης που συνοδεύεται από αποδόμηση της ταυτότητας. Η γήρανση φέρνει απώλεια του κύρους, της φωνής, της αυτονομίας· μια αργή διαδικασία εξαφάνισης. Η μητέρα του ήταν κάποτε δυναμική∙ γίνεται σταδιακά ένα πρόσωπο που δεν ακούγεται. Η εμπειρία της ζωής της –πλούσια σε αγώνες, σκληρή, αλλά γεμάτη ανθρώπινη ανθεκτικότητα– δεν αναγνωρίζεται ως άξια φιλοσοφικού στοχασμού ή κοινωνικής αποδοχής. Ο Εριμπόν γράφει για τους ανθρώπους σαν τη μητέρα του, θέλοντας να επαναφέρει στο προσκήνιο όσους το σύστημα περιθωριοποιεί και εξαφανίζει. Άλλο ένα από τα πιο ρηξικέλευθα στοιχεία του έργου είναι η ταξική διάσταση που δίνει ο Εριμπόν στο θέμα των γηρατειών. Δεν γερνούν όλοι το ίδιο: οι φτωχοί γερνούν νωρίτερα, σκληρότερα, πιο μοναχικά. Η φθορά του σώματος και η αποσύνθεση της κοινωνικής υπόστασης είναι πολύ πιο ορατές στις ζωές των εργατικών τάξεων. Η δυτική φιλοσοφία, ως σκέψη των ανδρών, των αστών, των ακαδημαϊκών αγνοεί αυτήν την εμπειρία των φτωχών, των ηλικιωμένων, των γυναικών. Ο Εριμπόν, όμως, με αυτό το έργο, επιχειρεί να αναμοχλεύσει την παραγνωρισμένη εμπειρία του γήρατος, διαρρηγνύοντας την παραδοσιακή σιγή της φιλοσοφίας.

Και τελικά, κάνει τη δική του πρόταση, μετατρέποντας την προσωπική εμπειρία σε πολιτικό εργαλείο. Σε μια παράδοση που εξοβελίζει τη συγκίνηση, την απώλεια, την ασθένεια και την εξάρτηση, ο Εριμπόν προτείνει μια νέα μορφή σκέψης: τη φιλοσοφία της βιωμένης εμπειρίας. Ο προσωπικός του στοχασμός για τη μητέρα του είναι μια πράξη ενάντια στη λήθη και την υποκρισία της κοινωνίας ή του κράτους πρόνοιας. Τα γηρατειά, γράφει, πρέπει να αναγνωριστούν όχι μόνο ως φυσικό στάδιο της ζωής, αλλά και ως κοινωνική κατάσταση, που αποκαλύπτει τις πιο σκληρές όψεις της ανισότητας, γιατί, κατά τον συγγραφέα, οι ηλικιωμένοι πρέπει να αποκτήσουν φωνή. Κι αυτό είναι μια πολιτική διαδικασία που άλλοι θα αναλάβουν για χάρη τους. Δεν εννοεί, βέβαια, να μιλήσει απλώς κάποιος, αλλά να αναγνωριστεί ως υποκείμενο λόγου, ως πρόσωπο, δηλαδή, που έχει λόγο και για τον εαυτό του και για τον κόσμο. Αυτό θα επιτευχθεί με τη γραφή και τηναφήγηση της ζωής τους, μέσα από τη συλλογική συνείδηση και την πολιτική αναγνώριση της εμπειρίας τους, μέσα από την αναγνώριση του τραύματος.

Η σκέψη του Εριμπόν «οδηγείται» από τους μέντορές του, Φουκώ και Μπουρντιέ, αλλά και τη Σιμόν Ντε Μπωβουάρ. Από τον Φουκώ υιοθετεί την έννοια της εξουσίας που εγγράφεται στα σώματα και στις ζωές των ανθρώπων· η γήρανση, στο έργο του, εμφανίζεται ως μια μορφή «βιοεξουσίας», που μετατρέπει το ηλικιωμένο σώμα σε αντικείμενο διαχείρισης, αποσιώπησης ή εγκατάλειψης. Αντίστοιχα, από τον Μπουρντιέ, αντλεί την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου και της ταξικής διαστρωμάτωσης, μέσω της οποίας δείχνει πώς τα γηρατειά βιώνονται διαφορετικά, ανάλογα με την κοινωνική τάξη: οι φτωχοί, όπως η μητέρα του, φέρουν την ηλικία και τη φθορά όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην κοινωνική τους υπόσταση στο αξιακό χρηματιστήριο. Η Ντε Μπωβουάρ του προσφέρει το θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο για να σκεφτεί τη γήρανση. Όχι ως βιολογικό φαινόμενο, αλλά ως κατασκευή κοινωνική και πολιτισμική, που κατευθύνει τον αποκλεισμό των ηλικιωμένων από τον δημόσιο χώρο. Ο Εριμπόν, βαδίζοντας στα χνάρια της, εμβαθύνει σε αυτήν την προσέγγιση, μέσα από τη δική του βιωματική εμπειρία και τη βιογραφία της μητέρας του, φωτίζοντας την ταξική διάσταση της γήρανσης.

Το βιβλίο του Ντιντιέ Εριμπόν, τελικά, δεν είναι απλώς ένας φόρος τιμής στη μητέρα του, αλλά μια σπαρακτική και βαθιά πολιτική υπενθύμιση ότι κάθε ζωή, όσο σιωπηλή κι αν υπήρξε, αξίζει να ειπωθεί – γιατί μέσα από τη μνήμη, η αδικία δεν γίνεται μόνο ορατή, αλλά και μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.