Πανελληνιες for ever | Μερος Β΄

Short Story

~ ένας έφηβος ζει τον έρωτά του

μέσα στις Πανελλήνιες του 1988

~ ένας πατέρας ζει με την κόρη του και γράφει

την εμπειρία του για τις Πανελλήνιες του 2020.

Ο κύβος ερρίφθη. Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις ξεκίνησαν επίσημα εχθές, Παρασκευή, με το άγχος και την αναμονή για το τέλος αυτού του «μαρτυρίου» να χτυπούν ήδη κόκκινο.

Οι Πανελλήνιες δεν είναι απλώς εξετάσεις γνώσεων, αλλά έχουν αναχθεί σε τελετουργία ενηλικίωσης, σε μία συμβολική μετάβαση από την εφηβεία στην ευθύνη, και ίσως για αυτόν ακριβώς τον λόγο το άκουσμά τους να μην αφήνει ποτέ κανέναν αδιάφορο. Για άλλους είναι το ξεκίνημα, για άλλους ένα προσωρινό τέλμα. Όλοι, όμως, συμφωνούμε σε ένα, πως είναι ένας ακόμη σταθμός στη ζωή μας.

Οι Πανελλήνιες και ο συλλογικός τους «γολγοθάς» υπήρξε η αφορμή που πυροδότησε το συγγραφικό δαιμόνιο του εκπαιδευτικού, Διευθυντή του 3ου Δημοτικού Σχολείου και ποιητή Μιχάλη Μελαχροινούδη, για να συνθέσει το δοκίμιο «Πανελλήνιες for ever», το οποίο θα έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έξι μέρη, σε όλη τη διάρκεια των Πανελληνίων Εξετάσεων (ΓΕΛ & ΕΠΑΛ), με το πρώτο μέρος να έχει δημοσιευθεί πριν λίγες ημέρες (βλ. εδώ).

Το δοκίμιο αυτό είναι μια ειλικρινής καταβύθιση στα ενδότερα της εκπαιδευτικής, κοινωνικής και υπαρξιακής διάστασης των Πανελληνίων, που αφουγκράζεται τις αγωνίες των παιδιών και των γονιών τους, την ανάγκη τους να φτάσουν στη γραμμή τερματισμού με όσο το δυνατόν λιγότερες «απώλειες».

Ο κ. Μελαχροινούδης, έχοντας βιώσει τρεις φορές τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, ο ίδιος στο παρελθόν ως συμμετέχων, αλλά και μετέπειτα, στο πλάι των παιδιών του, από κοινού με τη σύζυγό του Vanda Sofia Santos, Αλεξάνδρας και Πέτρου, γνωρίζει πολύ πολύ καλά τα συναισθήματα που κατακλύζουν και τις δύο πλευρές. Έτσι, εκτός του ότι μας προσφέρει ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα, μας καλεί να συλλογιστούμε, σε αυτό το δεύτερο μέρος: Πώς είναι δυνατόν ένας έφηβος, στην πιο ρευστή φάση του, να αποφασίσει με βεβαιότητα για το «επάγγελμα της ζωής του»; Και ακόμη: Πόσο χώρο έχει τελικά η δική του φωνή μέσα στις προσδοκίες και τις επιθυμίες των άλλων; Οι Πανελλήνιες είναι ένα μέσο ή ένας αυτοσκοπός;

Ας αφήσουμε, λοιπόν, για λίγο τα Μαθηματικά και την παπαγαλία της Ιστορίας και τις στρατηγικές, και ας αφουγκραστούμε τις λέξεις του κ. Μελαχροινούδη. Ίσως μας βοηθήσουν να σταθούμε λίγο πιο ήρεμοι, λίγο πιο ανθρώπινοι, δίπλα στα παιδιά μας, και όχι απέναντί τους.

I. «Πάει ο Αύγουστος, πίσω στα θρανία»

Ανοίγουν τα σχολεία, να οργανωθούν πρώτα, ενώ τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα έχουν ξεκινήσει ήδη εδώ και καιρό. Στην αρχή το ένα, στη μέση το άλλο. Το πρώτο διαγώνισμα στην Ιστορία πάνω σε ύλη που ήδη έχεις γράψει στο ιδιαίτερο. Το πρόγραμμα που έχει αλλάξει φέτος για τα καλά και 6 ώρες την εβδομάδα, για κάθε μάθημα της κατεύθυνσης, συν τις ώρες του φροντιστηρίου και όλοι και όλες οι καθηγητές και καθηγήτριες από αυτούς και αυτές που είχες συνεργαστεί καλά τα προηγούμενα δυο χρόνια.

Θετικά τα πράγματα ασφαλώς, ωστόσο και λίγο αντιφατικά, και μέχρι να μπουν σε μία σειρά, έχεις δίκιο κι εσύ να λες ότι μέχρι τον Δεκέμβριο θα έχουμε βγάλει την ύλη στην Κοινωνιολογία και μετά, γιατί να συνεχίσω να κάνω φροντιστήριο; Nα κάνω περισσότερο άγνωστο (ενν. άγνωστο κείμενο στα Αρχαία Ελληνικά). Δεν έχεις άδικο και προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι όλοι από την ίδια πλευρά είμαστε, στη δική σου, μην το ξεχνάς αυτό. Και εμείς και το σχολείο με τους καθηγητές και τις καθηγήτριες και ο φροντιστής σου. Με συζήτηση και σχέδιο όλα γίνονται, γιατί, μην ξεχνάς, ότι και εκείνος, όπως και ο κάθε καθηγητής, έχει ένα σχέδιο και αυτό επιδέχεται αλλαγές, τροποποιήσεις, με στόχο την επιτυχία· αρκεί να γίνεται ρεαλιστικά, με συζήτηση και προγραμματισμό.

Ο προγραμματισμός μας πάντως του επαγγελματικού προσανατολισμού σου καλά κρατεί. Η κατεύθυνση που ακολουθείς, των Ανθρωπιστικών, σε οδηγεί σε σπουδές πολλές και ενδιαφέρουσες. Έχουμε πει πολλά, έχουμε αγγίξει άλλα τόσα, όμως ακόμα απόφαση δεν έχεις πάρει. Καλά κάνεις, κι εγώ μαζί σου, αν και με αγχώνει λίγο, το ξέρεις;

Το μοτίβο απάντησης σε όσους με ρωτάνε για το τι σε ενδιαφέρει να σπουδάσεις είναι το εξής: «Να γράψει καλά, για να έχει το περιθώριο επιλογής». Δεν μπορώ να μη σου πω ότι αυτό θυμίζει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, αυτό που έλεγε κι ο καθηγητής σε εμάς, τότε: 2Χ20, 1Χ18, 1Χ16, που πολύ απλά σήμαινε: 2 εικοσάρια σε Λατινικά και Ιστορία, 18 στα Αρχαία και 16 στην Έκθεση. Αυτά ήταν τότε τα ορόσημα της εποχής μας, οι βαθμοί για την επιτυχία, τα στάνταρ. Από τότε, βέβαια, τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ και τα εικοσάρια δεν υπάρχουν πλέον. Τα Λατινικά πάπαλα, στη θέση τους η Κοινωνιολογία, τα Αρχαία εξακολουθούν και παίζουν κύριο ρόλο και της Έκθεσης, και αυτηνής η εξέταση έχει εμπλουτιστεί και έχει εντελώς αλλάξει. Πέρα όμως από το κυνήγι των βαθμών, για να έχεις επιλογές, να δούμε λίγο πιο ρεαλιστικά τι επιλογές έχεις.

Με μία πολύ καλή μας φίλη ψυχολόγο, που ειδικεύεται στις μαθησιακές δυσκολίες και έχει δικό της γραφείο, πέρασες ένα ολόκληρο πρωινό και κουβεντιάσατε. Από όσα κουβεντιάσατε, αυτό που μου είπες και μου άρεσε πολύ είναι ότι μία καλή μέθοδος επιλογής σπουδών είναι διά της αφαιρέσεως, να ψάξεις οδηγούς σπουδών, διαδίκτυο και λοιπά και να αρχίσεις να αφαιρείς. Προσοχή όμως, γιατί κάποιες φορές ίσως σε κάτι δυσνόητο, σε κάτι επιφανειακά αδιάφορο, να κρύβεται κάτι σημαντικό, κάτι ενδιαφέρον. Θα είμαι εκεί.

Την επόμενη εβδομάδα θα πιούμε καφέ με μία άλλη φίλη, νομικό αυτήν τη φορά, που όμως ασχολείται με τις διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις, κάτι που το δεύτερο κομμάτι του σε ενδιαφέρει πολύ. Θα το γράψω, γιατί ακόμα θυμάμαι τα ματάκια σου και την ωραία πράξη σας, όταν μικρά κορίτσια, εκεί στη γειτονιά μας, στο Ρέθυμνο, μόνη σου στην αρχή, στο μπαλκόνι μας, οργάνωσες εθελοντικό παζάρι και την επομένη στη γειτονιά, και τα έσοδα όλα τα δωρίσατε σε οργανισμούς που ασχολούνται με τα παιδιά.

Μαζί και εσύ, σε αυτήν τη λαίλαπα της προσφυγιάς που ζούνε τα νησιά μας τα τελευταία χρόνια, πήρες μέρος με άλλα αγόρια και κορίτσια σε ένα ντοκιμαντέρ και πρόσφερες και πέρσι το καλοκαίρι λίγες μέρες εθελοντικό έργο. Μακάρι να βρεις τον δρόμο σου μέσα από την προσφορά στο παιδί, στον κατατρεγμένο, στη μάνα με το μωρό στην αγκαλιά, στον πρόσφυγα, στον αδύναμο της γης. Ξέρω ότι έχεις πολλή αγάπη να δώσεις, γιατί έχεις πάρει πολλή αγάπη. Όταν ήσουν μικρή, μωρό ημερών, σε νανούριζα στην αγκαλιά μου, τότε που οι Μοίρες καραδοκούσαν, σου είχα ευχηθεί: «Να έχεις καλή καρδιά και να αγαπάς τους ανθρώπους». Με άκουσαν, το ξέρεις; Έχεις μεγάλη καρδιά, αγαπάς και βοηθάς τους ανθρώπους, ποιος δεν το ξέρει; Μακάρι.

Από την άλλη, κρατώ και τα ψήγματα που είπες για Κοινωνιολογία, ίσως για κάτι πιο πρακτικό, ίσως και τα Παιδαγωγικά, μάλλον το επάγγελμα του δασκάλου και της δασκάλας.

Κάτι έχω κάνει καλά, καρδιά μου, για να θέλεις να ακολουθήσεις το επάγγελμα το δικό μου. Πρόκειται για μεγάλη τιμή για μένα, σχεδόν με κάνει να δακρύζω το γεγονός ότι για το παιδί μου, πέραν της συγγενικής σχέσης πατέρα και κόρης, της αγάπης και του δεσίματος, πρότυπο αποτελεί το επάγγελμα που ασκώ, με όλα τα καλά του και όλα τα άσχημά του. Δεν θα πω για κανένα επάγγελμα να μην το επιλέξεις, επειδή τώρα δεν έχει δουλειά και ανεργία, δεν το λέω σε κανένα παιδί, σε κανέναν γονιό που με συμβουλεύεται. Περισσότερο, δεν θα το πω σε σένα.

Θα πω μόνο αυτό που λέω πάντα, να διαλέξεις αυτό που σου αρέσει να κάνεις και ποτέ κανείς δεν ξέρει, σε μια δεκαετία –κάτι περισσότερο, κάτι λιγότερο– που θα βγεις στην αγορά εργασίας, τι θα γίνεται τότε. Καλύτερα έτσι, παρά εγκλωβισμένη και πιεσμένη σε ένα όνειρο που δεν ήταν δικό σου, αλλά του μπαμπά σου και της μαμάς σου. Τα δικά μας όνειρα τα παλέψαμε, τα παλεύουμε με τη μάνα σου, και με τίποτα, καρδούλα μου, δεν πρόκειται να σου τα φορτώσουμε εσένα, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχουν διαψεύσεις και ματαιώσεις. Η ζωή συνεχίζεται, είμαστε μέσα στην ορμή της, και δεν είναι ώρα ούτε για απολογισμούς. Είναι ώρα για επιλογές, όπως άλλωστε είναι και όλη μας η ζωή, της μαμάς σου και η δική μου, η δική μας ως οικογένεια μέχρι τώρα.

Vamos!

II. «Θα σπουδάσω Παιδαγωγικά»

Είναι αυτή η περίοδος, το τέλος του Σεπτέμβρη, που σηματοδοτεί την αναχώρηση των νέων φοιτητών από τον τόπο κατοικίας τους για τον τόπο σπουδών τους.

Βρεθήκαμε στο σπίτι των δύο δίδυμων ξαδέλφων σου, για να τους αποχαιρετήσουμε, μιας και αναχώρησαν ήδη για σπουδές στον Βορρά. Είπαμε αρκετά και θυμήθηκα την πρώτη μέρα μου ως φοιτητής, απόγευμα ήταν για την ακρίβεια, όταν με το λεωφορείο από τη Σούδα είχα φτάσει νωρίτερα στο Ρέθυμνο, χωρίς τον συγκάτοικο –εκείνος θα ερχόταν αργότερα– και σούρουπο απόγευμα να είμαι έξω στους δρόμους, να ψάχνω για χαρτί τουαλέτας. Άδειο και έρημο ήταν το σπίτι, άδεια και έρημη η πόλη. Κυριακή απόγευμα, ψυχή.

Σε ένα περίπτερο που βρήκα ανοιχτό, πήρα τηλέφωνο –τότε δεν υπήρχαν κινητά, υπήρχαν περίπτερα με μετρητές στα σταθερά τηλέφωνα, που χρέωναν τον χρόνο της κλήσης– στο σπίτι, στη μαμά μου, και δεν θυμάμαι, αλλά μπορεί και να κύλησε ένα δάκρυ εκείνο το απόγευμα. Από αύριο θα είναι καλύτερα, θα δεις, έτσι μου είπε η γιαγιά σου και έτσι έγινε, γιατί ήδη από την επόμενη μέρα, για να ανεβούμε στη γραμματεία να κάνουμε την εγγραφή, μοιράστηκα το ίδιο ταξί με μία κοπέλα, με την οποία γίναμε φίλοι για όλα τα υπόλοιπα χρόνια των σπουδών μας. Το ίδιο και με τους υπόλοιπους, έξω από τη γραμματεία, που αμέσως ξεκίνησαν οι ερωτήσεις από πού είσαι εσύ και από πού είσαι εσύ. Παρέα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, από την πρώτη κιόλας μέρα.

Στο σπίτι που ήμασταν επίσκεψη, πενταμελής οικογένεια είναι και έφυγαν οι δύο και μένει ένας ακόμα, ο μικρός, συνομήλικός σου, αυτός ο ξάδελφος, και για να δούμε αν τα δικά μου τα ξαδέλφια θα μείνουν μόνα τους πια του χρόνου τέτοιες μέρες. Εμείς, στο σπίτι, έχουμε τον μικρό σου αδελφό και δεν θα μείνουμε ολοκληρωτικά μόνοι αν φύγεις, τουλάχιστον όχι ακόμα. Το έχεις σκεφτεί; Εκείνος, εννοώ ο αδελφός σου, πώς θα το πάρει; Πώς θα το ζήσει όλο αυτό; Όταν έφυγα εγώ για το Πανεπιστήμιο, ο αδελφός μου και θείος σου, ήταν έντεκα χρονών. Πάνω που μεγάλωνε και αρχίζαμε να επικοινωνούμε καλύτερα, πάει, έφυγα. Πέρασαν πολλά πολλά χρόνια, για να ξανάρθουμε κοντά οι δυο μας. Εσείς, βέβαια, δεν έχετε τόσα χρόνια διαφορά, εκείνος του χρόνου θα είναι δεκατεσσάρων, το κολύμπι που κάνατε χρόνια μαζί σάς έχει δέσει, αποστολές, προπονήσεις, λεωφορεία, ωστόσο πώς θα είναι όταν θα φύγεις; Θα έχει μοναξιά ο αδελφός σου, θα του λείπεις; Εσύ, πώς θα τα καταφέρεις μακριά μας; Πώς;

Προετοιμαζόμαστε και όλο προετοιμαζόμαστε για αυτό, σας προετοιμάζουμε όλη την παιδική και την εφηβική σας ηλικία για να φύγετε, να πετάξετε αυτόνομα και ανεξάρτητα και, όταν έρθει η ώρα, πετάνε πεταλούδες μαζί σας. Και τότε. Και από τώρα. Στο στομάχι μας.

Εκεί, στην επίσκεψη λοιπόν, σε ρώτησαν για το τι σκέφτεσαι, τι προτιμάς κι έτσι με ευκολία είπες «Παιδαγωγικά», όπως του μπαμπά, συμπλήρωσε η ξαδέλφη. Και μετά, η κουβέντα πήγε στην πόλη, όχι η Αθήνα, γιατί η σχολή είναι η μία αίθουσα εδώ και η άλλη εκεί, συν το χάλι της πρωτεύουσας, το Ρέθυμνο θα ήταν μία λύση, αλλά θα έχουν φύγει οι φίλες της και τα ενοίκια, αν βρεις σπίτι, στα ύψη είπα, η Φλώρινα μακριά, πολύ μακριά, η Πάτρα δεν αναφέρθηκε καν, ενώ για την Αλεξανδρούπολη, αλλά πιο πολύ τη Θεσσαλονίκη, πώς έγινε και συμφωνήσαμε όλοι, κι εσύ, θυμάσαι; Ότι είναι μία πολύ καλή περίπτωση και για τη σχολή και για την απόσταση και για την παρέα με τα ξαδέλφια, θα κάνετε παροικία είπα και κάπου εκεί φύγαμε μέσα σε αγκαλιές και φιλιά για μια καινούρια ζωή, που ξεκινάει για τους δυο τους, και εμείς, γρήγορα, να επιστρέψουμε στο σπίτι, γιατί σε περιμένει διάβασμα σοβαρό. Δευτέρα αύριο, με πολλή ύλη και στο σχολείο και στο ιδιαίτερο. Πέταξες «Παιδαγωγικά», τίποτα άλλο δεν είπες και άρχισε σβούρα να δουλεύει το μυαλό.

«Παιδαγωγικά» σκεφτόμουν στο αμάξι, μόνος στον δρόμο για τη θάλασσα, ναι αλλά Παιδαγωγικά με ποιους όρους; Την ανεργία τη σημερινή; Αν στο επίκεντρο είναι το παιδί και αυτό την ενδιαφέρει, δεν θα μπορούσε να γίνει και από μία άλλη σχολή; Από την άλλη πάλι, δεν την ενδιαφέρει η ειδική αγωγή, μήπως κάποιο άλλο μεταπτυχιακό, μήπως, και ποιο να είναι αυτό; Δεν βλέπεις τι γίνεται με τα νέα τα παιδιά; 120.000 αιτήσεις για να δουλέψουν 30.000 αναπληρωτές, και πέρσι και φέτος. Από ποια βάση και από ποια αφετηρία; Άστο, έχουμε χρόνο ακόμα, έκλεισα την πόρτα και βούτηξα στο νερό.

Στο μέτρημα των απλωτών δεν σκεφτόμουν άλλο, γύρισα σπίτι και μετά από κανένα τετράωρο βγήκες από το δωμάτιο για να πεις: «Μπαμπά, τελείωσα το διάβασμα, πάω να κάνω λίγη γυμναστική και μετά μπάνιο».

Καλή εβδομάδα, Κυριακή βράδυ απόψε.

Κυριακή των αναχωρήσεων, των δηλώσεων, των αποφάσεων, της μελαγχολίας, του αύριο που πώς θα μας βρει;

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.