Η λαικη ιστορια του Κερεμ και της Ασλι

Μετάφραση της ρωσικής καταγραφής μιας από πάμπολλες παραλλαγές της γνωστής τουρκικής λαϊκής ιστορίας για τον έρωτα του Κερέμ και της Ασλί

[Τη λαϊκή ιστορία «Ασίκ Κιαράμ» που μετέφρασε ο κ. Νικήτας Αλεξάνδρου1 και επιμελήθηκε η κ. Έλενα Ιωακειμίδη2 φιλοξενούμε σήμερα στις σελίδες της εφημερίδας μας.

Όπως μας πληροφορεί ο κ. Αλεξάνδρου, που είχε την ευγένεια να μας αποστείλει τη δουλειά του, πρόκειται για μετάφραση της ρωσικής καταγραφής (1892) μιας από πάμπολλες παραλλαγές της γνωστής τουρκικής λαϊκής ιστορίας για τον έρωτα του Κερέμ και της Ασλί. Η ιστορία ήταν διαδεδομένη και στους Αρμένιους και η σύντομη καταγραφή αυτή αποτελεί μια ρωσική παραλλαγή. Στην Ελλάδα η ιστορία αυτή εμφανίζεται έμμεσα, μέσα από τη μετάφραση του Γιάννη Ρίτσου του ποιήματος του Ναζίμ Χικμέτ «Όπως ο Κερέμ», το οποίο στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Μάνο Λοΐζο. Ακόμα και στη δημοφιλή τουρκική σειρά «Ασλί και Κερέμ», τα ονόματα των πρωταγωνιστών δεν είναι καθόλου τυχαία.

Ασίκ Κιαράμ όμως σε μετάφραση Νικήτα Αλεξάνδρου και επιμέλεια Έλενας Ιωακειμίδη…]

Ασίκ Κιαράμ3

Κάποτε σε μια πόλη ζούσαν δυο γείτονες: ένας Αρμένιος ιερέας και ένας Τάταρος μουλάς. Ήταν άτεκνοι και οι δυο. Έτσι, η σκέψη για το πού θα αφήσουν το βιος τους, τους έκανε να στεναχωριούνται πολύ και ο καθένας τους θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο δυστυχισμένο άνθρωπο σε όλη την πόλη. Ύστερα από αμέτρητες βίζιτες που έκαναν σε κομπογιαννίτες και δερβίσηδες μετά από παρότρυνση της γυναίκας του Αρμένιου ιερέα, και οι δυο αποφάσισαν να μιλήσουν με φλογερή προσευχή στον Θεό, δίνοντας ο ένας στον άλλο λόγο πως, αν ο Θεός τους ευσπλαχνιστεί και δώσει στον έναν γιο και στον άλλο κόρη, θα ενώσουν τα παιδιά τους σε γάμο. Ο Θεός εισάκουσε τις θερμές προσευχές τους και μετά από το πέρασμα ενός χρόνου έδωσε κόρη στον ιερέα και γιο στον μουλά. Τέτοια χαρά δεν είχαν ξαναζήσει! Την έβδομη μέρα δόθηκε το όνομα Κιαράμ στον γιο του μουλά, ενώ στην κόρη του ιερέα το όνομα Ασλί.

Περνούσαν τα χρόνια και ο ιερέας με τον μουλά ζούσαν γειτονικά και ειρηνικά. Ο Κιαράμ και η Ασλί μεγάλωσαν και φτάσαν επιτέλους σε ηλικία γάμου. Κάθε φορά που ο μουλάς συναντούσε τον ιερέα, έκανε υπαινιγμούς για τον γάμο των παιδιών τους, ενώ ο ιερέας, αποφεύγοντας να απαντήσει σταράτα, έλεγε πως είναι ακόμα νωρίς για να μιλήσουν για τον γάμο των παιδιών τους. Στο μεταξύ, ο ιερέας βρισκόταν σε αρκετά δύσκολη θέση: από τη μια σκεφτόταν πως είναι μεγάλη αμαρτία το να δώσει μια χριστιανή σε μουσουλμάνο, από την άλλη ήταν βαρύ αμάρτημα το να μην εκπληρώσει τον λόγο που είχε δώσει στον μουλά, ακόμα περισσότερο όταν και οι δυο ορκίστηκαν στο όνομα του Θεού. Πολύ καιρό σκεφτόταν ο ιερέας για το τι άραγε θα έπρεπε να κάνει και επιτέλους ρώτησε τη γυναίκα του για να πει κι αυτή τη γνώμη της. Εκείνη είπε πως το να δώσει την κόρη τους σε έναν μουσουλμάνο είναι κάτι το αδιανόητο και αν του είναι δύσκολο σαν ιερέας να αθετήσει την υπόσχεσή του, τότε η καλύτερη λύση θα ήταν να μετακομίσουν κάπου αλλού κρυφά. Η συμβουλή της γυναίκας του άρεσε πολύ στον ιερέα κι έτσι πήρε την απόφαση να εγκαταλείψουν την πόλη.

Ο Κιαράμ και η Ασλί είχαν περάσει μαζί τα παιδικά τους χρόνια μέσα σε παιχνίδια και γέλια. Έτσι, από καιρό είχε ερωτευτεί ο Κιαράμ, την πιο λυγερή κι όμορφη κοπέλα στον τόπο. Όταν ο ιερέας μαζί με την οικογένειά του έφυγαν κρυφά από την πόλη τους, ο Κιαράμ κατάλαβε πως εκείνος δεν θέλει να του δώσει την κόρη του. Η αγάπη του Κιαράμ δεν τον άφηνε να μείνει ήσυχος ούτε για μισό λεπτό κι έτσι πήρε την απόφαση μέσα στην καρδιά του να ταξιδέψει για να βρει την αγαπημένη του, όσο μακριά κι αν βρισκόταν. Πήρε τους δρόμους μαζί με το σάζι, όπως το συνήθιζαν οι ασίκηδες. Σε λίγο χρόνο έμαθε να παίζει άπταιστα τα τραγούδια, που του ψιθύριζε η αγάπη του για την Ασλί. Περιπλανώμενος και τραγουδώντας από πόλη σε πόλη, ο Κιαράμ ρωτούσε κάθε άνθρωπο που συναντούσε στον δρόμο του για το αν γνωρίζει που ζει η Ασλί, περιγράφοντας μαζί και το σόι του ιερέα. Ύστερα από πολύχρονη περιπλάνηση, έμαθε από μια γριούλα που συνάντησε σε μια πόλη, πως πρόσφατα τούς ήρθε ένας ιερέας με τη γυναίκα του και τη μοναχοκόρη του και πως η γυναίκα του ιερέα ασχολείται με βγάλσιμο πονεμένων δοντιών. Έτσι, περνώντας από σπίτι σε σπίτι, επιτέλους βρήκε την οικογένεια του ιερέα.

Έκανε τον άρρωστο, μπήκε στο σπίτι του ιερέα και ζήτησε η γυναίκα του να του βγάλει όλα τα δόντια γιατί πονούσαν. Εκείνη είπε στον Κιαράμ να ξαπλώσει, ενώ ζήτησε από την Ασλί να φωτίζει με το κερί και, όπως της είχε πει ο Κιαράμ, ξεκίνησε να του βγάζει το ένα μετά το άλλο τα δόντια, μέχρι που δεν του έμεινε ούτε ένα. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχε ούτε ένα πονεμένο δόντι. Είχε πει να τα βγάλει όλα με μονάχη έγνοια να βλέπει περισσότερη ώρα την αγαπημένη του, ενώ αντί για πόνο ένοιωθε απόλαυση. Αμέσως μετά όμως, ο Κιαράμ ξανάβαλε όλα τα δόντια του στη θέση τους και μόλις έπαιξε σάζι, αυτά ριζώθηκαν ξανά όπως πρώτα στα ούλα του.

«Είμαι ο γιος του μουλά, είμαι ο Κιαράμ κι εδώ και εφτά χρόνια ψάχνω την αγαπημένη μου Ασλί!», τραγούδησε ο ασίκης. Την ώρα του τραγουδιού το στήθος του τόσο δυνατά φλεγόταν από την αγάπη για την Ασλί, που το στόμα του άρχισε να βγάζει σπίθες, ώσπου μία σπίθα έπεσε πάνω στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του και το άναψε. Η φωτιά ανέβαινε όλο και προς τα πάνω, ενώ ο Κιαράμ συνέχισε να τραγούδα για το κισμέτι του και τις περιπέτειές του. Βλέποντας πως η φωτιά έχει φτάσει στο στέρνο του δυστυχισμένου ασίκη και πως πήρε φωτιά το ίδιο το σάζι του, που ήταν και η μόνη παρηγοριά για τον δυστυχισμένο Κιαράμ, η Ασλί πετάχτηκε να πιάσει ένα λαγήνι που βρισκόταν σιμά της, νομίζοντας πως έχει μέσα νερό, ενώ ήταν γεμάτο πετρέλαιο. Με μια το άδειασε όλο πάνω στον ασίκη και τόσο δυνάμωσε η φωτιά που ο Κιαράμ και η Ασλί κάηκαν ολοζώντανοι μαζί. Όταν έσβησε η φλόγα μόνο οι στάχτες τους απόμειναν και μέσα από αυτές βρήκαν την ένωση ο Κιαράμ και η Ασλί.

1. Ο Νικήτας Αλεξάνδρου σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης νεοελληνική και βυζαντινή φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακό στο Τμήμα Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξείνιων Χωρών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης πάνω στη λογοτεχνική μετάφραση και τη συγκριτική φιλολογία στις χώρες της Μαύρης Θάλασσας. Μεταφράζει από τα ρώσικα και ασχολείται με την κρητική παραδοσιακή και την οθωμανική κλασική μουσική.

2. Η Έλενα Ιωακειμίδου σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και κάνει μεταπτυχιακό στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο πάνω στην νεώτερη Ιστορία. Ασχολείται με την ιστορική έρευνα και με την επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων.

3. Πηγή πρωτοτύπου: Издательство Управления Кавказского Учебного Округа (1892),Сборник материалов для описания местностей и племен Кавказа. Выпуск 13 [Συλλογή υλικού για περιγραφή τόπων και εθνοτήτων του Καυκάσου. Τεύχος 13], Тбилиси: Типография Канцеларии главноначальствующего гражданского частью на Кавказе, 126-128.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.