Μερες της σιωπης

Short story

Το σκοτάδι σκέπαζε ακόμη το υγρό τοπίο και οι λεύκες, δίπλα στο μέταλλο των γραμμών, πελώριες σκιές κυμάτιζαν τα κλαδιά τους, ανάμεσα στο ισχνό φως του φεγγαριού. Λίγο πριν σταθμεύσει η ατμομηχανή, στρίγκλισαν δαιμονικά οι τροχοί της πάνω στις ράγες.  Δυο άνθρωποι μόνο περίμεναν στον σταθμό κι ανέβηκαν στο τρένο.  Ήταν ώρα πρωινή, νύχτα ακόμη, καθώς πέρναγε από την κωμόπολη. Ένας μεσόκοπος με κασκέτο και μια νέα γυναίκα κάθισαν σκεφτικοί κι αμίλητοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, σε ένα βαγόνι με άλλους ανθρώπους εργατικούς. Ήταν η Ευγενία και ο πατέρας της. Η κοπέλα ήταν συγκεντρωμένη στον εαυτό της κι ένιωθε σαν να έβλεπε όνειρο. Οι θόρυβοι της νύχτας, το υγρό τοπίο, ένιωθε να τη φέρνουν σε άγνωστο τόπο.  

Το τρένο προχωρούσε, μα αυτή έβλεπε ξανά και ξανά, σαν όνειρο, τη στιγμή που  έφτανε σφυρίζοντας, λίγο πριν μπει στον σταθμό. Ένιωθε σαν να έμεινε η ψυχή εκεί ακίνητη και σιωπηλή μαζί με τους ακατάληπτους φόβους της. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου την προηγούμενη νύχτα. Μια αγωνία γέμιζε την ψυχή της και μούδιαζε το σώμα της. Σκεφτόταν συνεχώς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί όταν θα έφταναν στην Πάτρα. Θα πήγαιναν στον γιατρό. Δεν είχε πάει άλλη φορά σε μαιευτήριο. Μια μαμή ήξερε, μια καλή γυναίκα, που ξεγένναγε με αγάπη στην κοινότητα. Όλο το βράδυ έφερνε συνεχώς στο μυαλό της τα γεγονότα που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες. Ήταν ένα γεγονός που τη συντάραξε. Ένα γεγονός που είχε ανατρέψει όλον τον ρυθμό της ήσυχης ζωής της. Ήθελε τόσο να ξεχάσει, μα οι εικόνες έρχονταν και ξανάρχονταν στον νου της. Απόγευμα προς βράδυ συνέβη το μοιραίο γεγονός. Μία και μόνη φορά βρέθηκε συναισθηματικά ευάλωτη στα χέρια του ερωτύλου ξαδέλφου της, με αποτέλεσμα να καταστεί έγκυος, χωρίς να το πολυκαταλάβει.

Τώρα, έξω ξημέρωνε. Έβλεπε το τρένο να τρέχει μες στον καταπράσινο κάμπο. Είχε πια ξημερώσει και το βλέμμα της δεν μπορούσε να το συγκεντρώσει σε κάποιο σημείο, πέραν από τα χρώματα και το φως που μπλέκονταν μεταξύ τους και έλαμπαν. Οι εργατικοί άνθρωποι κατέβαιναν ή ανέβαιναν στους σταθμούς, στα μικρά χωριά του κάμπου, για δουλειές στα χωράφια ή για ψώνια στα κεφαλοχώρια.

Πριν από δέκα χρόνια, παιδούλα, βρέθηκε στο καρναβάλι να κοιτάζει με μάτια έκπληκτα τον καρνάβαλο και τους καρναβαλιστές μεταμφιεσμένους να τρέχουν χαρούμενοι και μεθυσμένοι στους δρόμους. Από τότε που πέθανε η μάνα της αυτή ήταν που φρόντιζε το σπίτι και ας ήταν η μικρότερη στην οικογένεια. Οι τρεις μεγαλύτερες αδελφές της παντρεύτηκαν και οι δυο αδελφοί της είχαν πεθάνει. Τώρα έμενε ο πατέρας και ένας μεγαλύτερος  αδελφός.  Οι μήνες περνούσαν και κάποτε δεν έμενε άλλη λύση παρά να μιλήσει στον αδελφό της. Πρώτα έτρεξε στο ισόγειο του σπιτιού και γέμισε ένα ποτήρι του νερού με κρασί από το βαρέλι της αποθήκης και μετά το ήπιε μονορούφι, για να πάρει δύναμη. Ύστερα, όλα έγιναν γρήγορα και πριν προλάβει να το καταλάβει. Ο πατέρας, χωρίς να θέλει να μάθει κάτι περισσότερο, της είπε να ετοιμαστεί και ότι την επόμενη μέρα θα πήγαιναν στην Πάτρα. Θα πήγαιναν στον γιατρό.      

Ήτανε ώρα πρωινή, αρχές του Μάρτη του 1947, όταν  έφτασαν στον πολύβουο σταθμό της Πάτρας. Πλήθος μικροπωλητών και ζητιάνων τους περικύκλωσε. Αυτοί κατευθύνθηκαν από τον σταθμό στην πλατεία Όλγας. Εκεί ήταν ο γιατρός. Σε ένα νεοκλασικό διώροφο κτίριο με μαρμάρινες σκάλες ήταν το ιατρείο. Και ο γιατρός, νεαρός, φορούσε μια ολόλευκη φόρμα και μυωπικά γυαλιά. Σκεπτικός και βαρύθυμος την εξέτασε ρωτώντας λεπτομέρειες για το γεγονός. Στο τέλος ανήγγειλε ότι είναι πια αργά για κάποια επέμβαση.   

Τώρα ξεκινούσε ένας άλλος ανήφορος και ο πατέρας ήρεμος θα έπρεπε να αποφασίσει. Βρέθηκαν κάτω από καμάρες σπιτιών και σε δρόμους με υγρασία. Ο ουρανός ήταν χωρίς ήλιο, μουντός και συννεφιασμένος. Έξω οι άνθρωποι σκυθρωποί βιάζονται να φτάσουν στον προορισμό τους. Εκείνη την ώρα τίποτα δεν έδειχνε ότι πάνω στα βουνά συνεχιζόταν ο πόλεμος.  Στον δρόμο ο πατέρας στοργικά τη ρώτησε αν πεινούσε και μετά βρέθηκαν στο κέντρο της Πάτρας σε ένα εστιατόριο. Αυτή έφαγε χωρίς όρεξη και χωρίς να μιλά, προσπαθώντας να ξεχάσει αυτό που την κυρίευε μέσα της.    

Επέστεψαν στην κωμόπολη με το απογευματινό τρένο. Ήταν νύχτα και πάλι, όταν οι δυο φιγούρες βάδιζαν σιωπηλές στον δρόμο του σταθμού με τις πορτοκαλιές. Ο πατέρας μίλησε τις επόμενες μέρες στην εξαδέλφη του, στη μητέρα του λεγάμενου, και μαζί αποφάσισαν τον γάμο των παιδιών, χωρίς διαφωνίες και χωρίς ευθύνες ή μαλώματα.  

Στον δρόμο προς τον σταθμό δεν υπάρχουν πια εκείνες οι πορτοκαλιές του 1947 και το τρένο έχει πάψει από καιρό να εκτελεί δρομολόγια στην κωμόπολη. Δεν ακούγονται πια σφυρίγματα, ούτε και οι μεταλλικοί ήχοι των τροχών πάνω στις ράγες. Η Ευγενία έχει πια πεθάνει, μα την ιστορία της ένα βράδυ, με λόγια από την ψυχή της, πρόλαβε και την εξομολογήθηκε στον γιο της, τον πολυαγαπημένο.       

*Ο Άγγελος Ευθ. Αγγελόπουλος κατάγεται από τα Λεχαινά, αρθρογραφεί και γράφει «µικροδιηγήµατα» που φιλοξενούνται σε αθηναϊκές εφηµερίδες, blogs και ηλεκτρονικά περιοδικά. Μέχρι πρότινος υπέγραφε µε το λογοτεχνικό ψευδώνυµο Νίκος Μπακιός. Από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Ο δρόμος και το ρολόι – 31 αφηγήματα» (2023). To παρόν κείμενό του δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Νέα Ευθύνη», τχ.  66-67, Ιούλιος-Δεκέμβριος 2024. 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.