Εθιμο της Μεγαλης Παρασκευης

Της ποίησης

[Βαδίζοντας προς την κορύφωση της Μεγάλης Εβδομάδας και του Θείου Δράματος, ο ποιητής Άγγελος Σπίνος, απόγονος του αλευροβιομήχανου Γεώργιου Μασούρα, με καταγωγή από τα Λεχαινά Ν. Ηλείας, την πατρίδα του Ανδρέα Καρκαβίτσα, στρέφει και πάλι το βλέμμα του στο παρελθόν και ανασύρει κειμήλια μνήμης. Ανακαλεί εικόνες μιας άλλης εποχής, τότε που η Μεγάλη Παρασκευή –τόσο στα Λεχαινά όσο και σε όλη την επαρχιακή Ελλάδα μετά τη δεκαετία του’50 και μέχρι να σαρώσουν τη λιτή παραδοσιακή ζωή ο μοντερνισμός και ο καταναλωτισμός– έφερνε μαζί της ανεπιτήδευτη κατάνυξη αλλά και νοιάξιμο για τις προμήθειες του Πάσχα. Με πρώτη την ανάγκη για αρνιά και κατσικάκια σε αυτοσχέδιες, υπαίθριες  αγορές, κι αμέσως μετά για την κάλυψη όλων των αναγκών του νοικοκυριού,  αφού κοντά στα αμνοερίφια την πραμάτεια τους έρχονταν να πουλήσουν κι άλλοι χειρώνακτες κατασκευαστές.   

Ο ποιητής, με ευαισθησία και νοσταλγία, επιχειρεί να ανασυστήσει την ατμόσφαιρα εκείνων των χρόνων, τότε που η μικρή επαρχιακή πόλη ζούσε το Πάσχα με τρόπο πιο συλλογικό, πιο βαθύ. Οι φωνές των ντόπιων πραγματευτάδων που γέμιζαν το μεγάλο παζάρι με τα πασχαλινά είδη συνθέτουν ένα παλίμψηστο από εικόνες, ήχους και αισθήσεις.

Οι πατροπαράδοτες συνήθειες και οι πασχαλινές ετοιμασίες δεν φαντάζουν μακρινές, αλλά αντίθετα ζωντανεύουν μέσα από τους στίχους του ποιητή. Ας τους απολαύσουμε…]

Πολλά έθιμα απ’ το παρελθόν

έχουν πια ξεθωριάσει

μα κάποια απ’ αυτά που χάθηκαν

δεν τα ’χουμε ξεχάσει

Όπως κάθε Μεγάλη Παρασκευή

παλιά στα Λεχαινά

μεγάλο παζάρι γινότανε

για τα πασχαλινά

Τα πρώτα χρόνια μόνο αρνιά

έβρισκε ο κόσμος να πάρει

και σιγά σιγά εξελίχθηκε

σε μεγάλο πλέον παζάρι

Από του Κόγκα τότε άρχιζε

στην οδό Δημησιάνου

έφθανε μέχρι το τέρμα της

και στην πλατεία Πάνου

Οι έμποροι έφερναν τα αρνιά

με κάρα απ’ τα χωριά τους

και έφθαναν πρωί πρωί

να πιάσουν τη μεριά τους

Και μέχρι το ξεπούλημα

άρχιζαν να φωνάζουν

και τα καημένα τα αρνιά

δεμένα να βελάζουν

Κι όσο η ώρα πέρναγε

μαζεύονταν κι άλλοι

κι ο καθένας την πραμάτεια του

έψαχνε πού να βάλει

Οι φαναράδες κουβάλαγαν

σούγλους και τενεκέδες

κι οι σιδεράδες πυροστιές

σούβλες και γιουρτανέδες

Ερχόσανται και καστρινοί

θυμάμαι εκείνα τα χρόνια

για να πουλήσουνε κι αυτοί

κάρβουνα και λεμόνια.

Κάποιοι έφερναν σαρώματα

κοφίνια μικρά μεγάλα

καπονέρες για πουλιά

κλουβιά και τόσα άλλα

Έβρισκες στα φαγώσιμα

απ’ όλα τα καλούδια

και για τον Επιτάφιο

κεράκια και λουλούδια

Ακόμα παπούτσα στο σορό

ξύλινα μικρά βαρέλια

και σε τράπεζα αυτοσχέδια

σάμαλι και παστέλια

Ο κόσμος πηγαινοερχότανε

στον σκονισμένο δρόμο

κάποιοι με ψώνια αγκαλιά

κι άλλοι μ’ αρνιά στον ώμο

Οι εποχές όμως άλλαζαν

κι άρχιζε η φθορά του

κι όπως όλα τελειώνουνε

ήρθε η σειρά του

Μόνο στην πλατεία μπροστά

τα τελευταία χρόνια

φέρναν παιχνίδια πλαστικά

και φουσκωτά μπαλόνια

Είναι από τα βιώματα

που ο χρόνος δεν τα σβήνει

κι αυτά μου ’ρχονται στο μυαλό

πάντα τη μέρα εκείνη.

Μάρτης 2025

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.