Λιχουδιες, κερασματα και πρακτικη ιατρικη… αλλης εποχης

Στα σοκάκια της μνήμης…

[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο ακριτικό Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου, πρ. Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας και συγγραφέας, αποτελεί ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του τόπου της, αλλά και ολόκληρης της Θράκης.

Με κάθε της κείμενο ανασύρει από το μπαούλο των αναμνήσεων ανθρώπους, ιστορίες και συνήθειες μιας άλλης εποχής, επιχειρώντας να τα διασώσει από τη λήθη. Αφού στο προηγούμενο κείμενό της (βλ. εδώ), μας μετέφερε στα νυχτέρια και τους μαχαλάδες, όπου μικροί και μεγάλοι απολάμβαναν παπούλες και καλαμπόκια, στο παρόν κείμενό της επιχειρεί να μοιραστεί μνήμες που μοσχοβολάνε ζάχαρη.

Με την οικεία και νοσταλγική γραφή της, μας καλεί να θυμηθούμε τις γλυκές μυρωδιές που πλημμύριζαν τα σπίτια από τα κεράσματα που φρόντιζαν οι νοικοκυρές να έχουν πάντα έτοιμα για τους επισκέπτες. Αυτά τα κεράσματα περιλάμβαναν ταπεινές, αλλά γεμάτες φροντίδα, επιλογές, όπως γλυκά του κουταλιού αλλά και αποξηραμένα φρούτα, τις «καραμέλες» της εποχής. Παράλληλα, αναδεικνύει τη σοφία και την πρόνοια των νοικοκυριών, που σε χαρές και σε δυσκολίες, εμπιστεύονταν τη φύση για να βρουν λύσεις –είτε για να προσφέρουν θεραπεία σε ασθένειες είτε για να προσδώσουν γεύση στις γιορτές.

Ας απολαύσουμε λοιπόν μερικές ακόμη ιστορίες από τα άλλοτε, ψήγματα της λαογραφικής παράδοσης του τόπου μας…]

Στους μαχαλάδες που έκαναν τις προηγούμενες δεκαετίες, τα κεράσματα ήταν τα περισσότερα φτιαγμένα από τις ίδιες τις νοικοκυρές. Τίποτα δεν άφηναν να πάει χαμένο.

Κεράσματα για τη νηστεία

Τα πρώτα σύκα από τις συκιές που είχαν στο σπίτι τους, τα μάζευαν και τα έκαναν γλυκό του κουταλιού. Αυτούς τους πρώτους καρπούς που θα έπεφταν στο χώμα, αν δεν τους μάζευαν… Μάζευαν τα σύκα, λοιπόν, και με ένα μικρό καρφί τα τρυπούσαν από το κοτσάνι μέχρι την άλλη πλευρά. Τα έβαζαν μέσα σε διάλυμα που είχαν φτιάξει με νερό και γαλαζόπετρα. Στη συνέχεια τα έβγαζαν, τα έπλεναν καλά και τα έριχναν μέσα στο σιρόπι που ήδη έβραζε –το σιρόπι γινόταν με νερό και ζάχαρη. Για να ελέγξουν αν το σιρόπι έδεσε, έριχναν με το κουτάλι λίγο σε ένα μικρό πιάτο και έκαναν πάλι με το κουτάλι μια γραμμή. Αν η γραμμή έμενε ανοιχτή, το σιρόπι ήταν έτοιμο. Όταν έξαφνα είχαν επισκέψεις, με έναν καφέ και το γλυκό του κουταλιού έβγαιναν ασπροπρόσωπες.

Ένα άλλο γλυκό του κουταλιού που έφτιαχναν στο χωριό ήταν το ριτσέλι. Ριτσέλι με κολοκύθα, που ήταν στρογγυλή και άσπρη απ’ έξω. Καθάριζαν την κολοκύθα από τη φλούδα και τα σπόρια, και έκοβαν τη σάρκα της κομμάτια πάχους ίσα με το μικρό μας δάχτυλο. Τα κομμάτια αυτά τα άφηναν δύο ώρες σε ασβεστόνερο και στη συνέχεια τα έβγαζαν και τα έπλεναν πάρα πολύ καλά και τα άπλωναν πάνω σε βαμβακερή μισάλα για να στεγνώσουν –δεν έπρεπε να έχουν καθόλου νερό πάνω τους. Το σιρόπι η κάθε μία το έκανε διαφορετικά. Όσες είχαν μούστο το έκαναν με αυτόν. Άλλες το έφτιαχναν μόνο με ζάχαρη και άλλες με ζάχαρη και μέλι. Έτσι, όλο τον χειμώνα είχαν το ριτσέλι για κέρασμα.

Όταν ήξεραν ότι θα έχουν επισκέψεις, τότε ετοίμαζαν τα σάτσια. Νερό, αλεύρι, λίγο αλάτι, λίγη ζάχαρη, νερό και μαγιά ήταν τα υλικά που χρειάζονταν για να φτιάξουν το μείγμα για τις κρέπες. Το μείγμα έπρεπε να είναι αραιό και το έριχναν στο σατς με την κουτάλα. Το σατς ήταν πέτρινο και το είχαν πάνω στη σόμπα. Πάνω στην καυτή πέτρα ψήνονταν τα σάτσια. Δεν τα γύριζαν από την άλλη πλευρά. Τα σάτσια τα έτρωγαν με μέλι, με ζάχαρη ή σκέτα. Όπως και να τα έτρωγε κάποιος, ήταν πεντανόστιμα. Ειδικά για τα παιδιά ήταν η τέλεια λιχουδιά. Πολλές φορές το κέρασμα ήταν ένα λουκούμι με ένα ποτηράκι λικέρ. Τα λικέρ τα έφτιαχναν με κράνα, τσάπουρνα ή βύσσινα, όπως θα δούμε παρακάτω αναλυτικά.

Λιχουδιές της φύσης

Εκτός όμως από τις γλυκιές λιχουδιές που συντρόφευαν τις βεγγέρες και τους μαχαλάδες, καθημερινά οι νοικοκυραίοι του χωριού απολάμβαναν λιχουδιές της φύσης. Το καλοκαίρι, στον ευλογημένο τόπο της Θράκης, υπάρχει αφθονία φρούτων. Αντίθετα, τον χειμώνα δεν υπάρχουν πολλά. Μόνο μήλα και κυδώνια από τα δέντρα της αυλής μας ή της γειτονιάς μας.

Οι παλαιότεροι, για  να διατηρήσουν  τα  άφθονα  φρούτα του καλοκαιριού, χρησιμοποιούσαν τη μέθοδο της αποξήρανσης. Κάθε φρούτο είχε διαφορετική επεξεργασία. Τα δράμια (κορόμηλα) με τα κουκούτσια τους τα τρυπούσαν με ένα πιρούνι σε δύο ή τρία σημεία, πριν τα βάλουν  ήλιο. Τα δαμάσκηνα, τα  τζέρτζιλα (βερίκοκα) και τα δρόκνα (ντόπια ποικιλία ροδάκινου) τα άνοιγαν στη μέση και τα έβαζαν με τα πανέρια στον ήλιο. Τα  γκόρτσα (άγρια αχλάδια), τα μήλα και τα αχλάδια τα έκοβαν σε λεπτές φέτες και τα άπλωναν επίσης στον ήλιο. Τα κράνα και τα τσάπουρνα αποξηραίνονταν με τα κουκούτσια. Όταν είχαν πολλά πανέρια απλωμένα, δεν ήθελαν να βρέξει, γιατί δεν προλάβαιναν να τα μαζέψουν και, αν βρέχονταν, θα χαλούσαν.

Τότε, τα  φρούτα ήταν εκτεθειμένα στις σκόνες και τα έντομα. Για να τα καθαρίσουν από τη σκόνη και τα μικρόβια τα έριχναν σε βραστό νερό. Αφού τα στράγγιζαν,  στη συνέχεια τα έριχναν στον ξυλόφουρνο, όταν δεν ήταν πολύ ζεστός. Έτσι, με τον τρόπο αυτό, στέγνωναν και αποθηκεύονταν αμέσως μόλις κρύωναν σε πάνινα σακουλάκια. Τις κρύες μέρες του  χειμώνα, τα αποξηραμένα φρούτα γίνονταν  κουσιάφια (κομπόστα) ή τα έτρωγαν ξερά. Όλες οι γυναίκες είχαν στην τσέπη της ποδιάς τους αποξηραμένα φρούτα και έδιναν στα παιδιά για κολατσιό.

Τα βράδια που έκαμναν μαχαλάδες οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, εκτός από γλυκά του κουταλιού που προαναφέραμε, έβγαζαν και αποξηραμένα φρούτα για κέρασμα. Πιο επίσημο κέρασμα βέβαια ήταν η τυρόπιτα, συνοδευόμενη με κουσιάφια. Τα αποξηραμένα φρούτα ήταν σαν να λέμε τα  σοκολατάκια και οι καραμέλες εκείνης της εποχής. Αποξηραμένα φρούτα σε μεγάλες ποσότητες είχαν όλα τα νοικοκυριά. Τότε, υπήρχαν και πολλά καρποφόρα δέντρα παντού. Ο καθένας είχε στο αμπέλι του κάποια δέντρα και, όταν τα μεσημέρια ξεκουράζονταν στον ίσκιο τους και έβλεπαν τα φρούτα να ωριμάζουν, τα μάζευαν.

Στο ανάχωμα του ποταμού Έβρου υπήρχαν επίσης διάφορα καρποφόρα δέντρα. Μόλις γύριζαν από το σχολείο τα παιδιά, τους έδιναν καλάθια για να πάνε να μαζέψουν φρούτα. Οι μεγαλύτεροι ήταν στα χωράφια για τις πιο βαριές αγροτικές δουλειές. Επιμερισμός εργασίας υπήρχε σε μικρούς και μεγάλους. Τώρα τα αποξηραμένα φρούτα τα βρίσκουμε σε όλα τα σούπερ μάρκετ. Όμως, αυτά που φτιάχνουν ακόμα κάποιες νοικοκυρές στο χωριό είναι πολύ πιο νόστιμα. Αυτά δεν έχουν κανένα συντηρητικό.  Με τα κράνα,  τα τσάπουρνα  και τα βύσσινα έκαναν λικέρ. Έβαζαν τα φρούτα σε ένα γυάλινο μπουκάλι με ζάχαρη και τσίπουρο και το άφηναν στον ήλιο για σαράντα μέρες. Μετά χώριζαν το ποτό από τα φρούτα. Τα λικέρ αυτά τα έπιναν όταν είχαν κοιλόπονο.

Οι μεγαλύτερες συνεχίζουν  να φτιάχνουν ακόμη αποξηραμένα φρούτα και κομπόστες σε γυάλινα βάζα για τον χειμώνα. Οι μικρότερες όμως δεν ασχολούνται με αυτές τις προετοιμασίες. Τα φρούτα, όταν πάει καλά η χρονιά, τα μαζεύουμε, τρώμε όσα μπορούμε και τα υπόλοιπα τα αφήνουμε να σαπίσουν. Εύχομαι να μην έρθουν δύσκολες μέρες, γιατί τότε αναγκαστικά μικροί και μεγάλοι θα γυρίσουμε στις συνταγές των γιαγιάδων μας.

Φύση, σύμμαχος της υγείας

Η πρόνοια όμως των παλιών νοικοκυραίων δεν φαινόταν μόνο στις χαρές και τις γευστικές απολαύσεις, αλλά και στην ικανότητά τους να προετοιμάζονται, ελλείψει φαρμάκων και αντιβιοτικών, για πιθανές ασθένειες κάθε εποχή.

Τον χειμώνα οι μεγαλύτεροι από εμάς ήξεραν να φροντίσουν τους αρρώστους τους φτιάχνοντας ροφήματα και σούπες. Με το φλαμούρι (τίλιο), τα φύλλα της κυδωνιάς και την παπαδίτσα (το ταπεινό χαμομήλι) έφτιαχναν θεραπευτικό τσάι. Το τσαγιερό, επειδή ήταν πάνω στη σόμπα όλη την ημέρα, όποτε ήθελε να πιει κάποιο από τα μέλη του νοικοκυριού τσάι ήταν έτοιμο αμέσως. Την παπαδίτσα την έβραζαν συνήθως το βράδυ για να τους ηρεμήσει από το τρέξιμο της ημέρας. Το πρωί το τσάι ήταν από φλαμούρι. Είναι πιο δυνατό και από τον καφέ, ειδικά αν αφήσεις λίγο παραπάνω τα φύλλα μέσα στο τσαγιερό. Το τσάι επίσης από τα φύλλα της κυδωνιάς βοηθούσε αυτούς που είχαν βήχα.

Γενικά, το τσάι το συνόδευαν με λίγες ελιές ή τυρί και μια φέτα ψωμάκι. Αν το ψωμί ήταν μπαγιάτικο, το έβαζαν πάνω στη σόμπα να γκιβριστεί (φρυγανιστεί). Ήταν ένα τέλειο  πρωινό.  Για το μεσημέρι ετοίμαζαν για τον άρρωστο μια σούπα από κότα –«Η γριά η κότα έχει το ζουμί», όπως λέει και ο σοφός λαός. Την κότα λοιπόν την έβραζαν πάνω στη σόμπα για αρκετή ώρα. Έβαζαν στη σούπα ψιλοκομμένο μαϊντανό,  κρεμμύδι, μαύρο πιπέρι και αλάτι. Έξι κουταλιές ρύζι καλά πλυμένο έκανε τη σούπα τόσο αραιά όσο έπρεπε. Όταν θα ήταν έτοιμη, θα έριχναν και το αυγολέμονο. Πολλές φορές, άφηναν κάποια κομμάτια κρέας από την κότα μέσα στο ζουμί που έβραζε και με μπόλικο λεμόνι και μαύρο πιπέρι το έδιναν έτσι στον άρρωστο. Και στα δύο φαγητά δεν έβαζαν ούτε κάποιο λίπος ούτε λάδι. Το λίπος της κότας ήταν αρκετό για να κάνει τη σούπα νόστιμη. Στο τραπέζι, δίπλα στη σούπα, υπήρχε ένα πιάτο με τυρί και ψωμάκι.

Θεραπευτική σούπα έφτιαχναν και μόνο με λαχανικά: πράσο, κρεμμύδι, καρότα, σέλινο, πατάτες, πιπεριές Φλωρίνης, αλάτι, μαύρο πιπέρι, λάδι ήταν τα υλικά που χρησιμοποιούσαν. Έβαζαν την κατσαρόλα με νερό στη φωτιά και περίμεναν να αρχίσει να βράζει. Αφού είχαν κόψει όλα τα λαχανικά σε μικρά κομμάτια, πρώτα έβαζαν στην κατσαρόλα τα καρότα, τα πράσα και τα κρεμμύδια, επειδή χρειάζονται περισσότερη ώρα να βράσουν. Αργότερα, πρόσθεταν τις πατάτες και τις πιπεριές Φλωρίνης. Όταν έβραζε το φαγητό, πρόσθεταν και το αλάτι, το πιπέρι, τον ψιλοκομμένο μαϊντανό και το λάδι, και άφηναν το φαγητό για περίπου άλλα δέκα λεπτά στη φωτιά. Είναι μια πολύ δυναμωτική σούπα με όλα τα λαχανικά, που προσφέρουν πολλές βιταμίνες στον ασθενή.  Όλα αυτά τα λαχανικά που ανέφερα παραπάνω τα έψηναν στον φούρνο της σόμπας. Έτσι, συνήθιζαν να απολαμβάνουν από εκεί και ψημένο κρεμμύδι, σκόρδο και ψημένες πατάτες. Σχεδόν κάθε μέρα για το βράδυ έτρωγαν τα ψημένα λαχανικά, ενώ το πράσο το έτρωγαν πάντα ωμό.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.