Γιορταστικο, ξεκαρδιστικο…
«Ήδη έχομεν ενταύθα χειμώνα, η καπότα εις ενέργειαν, το κούτσουρο εις την εστίαν,
το “παραγώνι δίνει και παίρνει” και όμως είναι ευχάριστα, αλλά τα χαλάσματα και η ερήμωσις μας λυπεί, το δε λάλημα της γλαυκός επιτείνει την λύπην μας.
Αύται αι ψυχικαί διαθέσεις αλληλοδιαδόχως μας κατέχουσιν, ότε μεν χαρμόσυναι,
ότε δε λυπηραί, και τοιούτος πρέπει να είναι ο βίος
των ανθρώπων κατά τε το παλαιόν και νέον λόγιον “τέρας εστίν,
ει τις ευτύχηκε δια βίου”, “κεφάλι χωρίς βάσανα, γράφ’ το για κολοκύθι”»
Νικόλαος Λάσκαρης, ο Λασταίος, «Η Λάστα και τα μνημεία της
ή Λάστας Πανόραμα»
Μαζεύω τα χειμωνιάτικα λεμόνια. Δοκιμάζω μανταρινάκι. Ξινούτσικο, αλλά αρωματικό, με μυρωδιά που με βάζει από την… πίσω πόρτα στα Χριστούγεννα! Όμορφα που είναι εδώ, στο όριο ανάμεσα σε πόλη και χωριό, σε μια απλωταριά που κυλιέται στη λάσπη Νοέμβρη καιρό, αλλού χέρσα, αλλού σπαρμένη! Ο τόπος βιώνει το παρόν με αντοχή και νωχέλεια.
Τίποτε δεν αλλάζει, μόνο άνθρωποι περνούν και φεύγουν, όλο φεύγουν για το… κοιμητήριο. Κανείς καινούργιος δεν έρχεται, κάτι αλλοδαποί που πέρασαν, εγκατέλειψαν τα παλιά σπιτάκια στα εξοχικά. Μένουν λίγοι που μαζεύονται στις εκκλησιές τις Κυριακές, στις γιορτές –καλή ώρα–, στις κηδείες και στα μνημόσυνα. Μ’ αρέσουν οι Κυριακές και οι λειτουργίες στα εκκλησάκια, τα Χριστούγεννα –το ξημέρωμα κυρίως– σηματοδοτούν «πόλη» οι συνάξεις, ποικίλες και λιτές, βουτηγμένες σε αντιθέσεις.
Τα πανωφόρια των πιστών, μια κραυγαλέα φτήνια απέναντι το χρυσοποίκιλτο των εικόνων, το πορφυρό των απλαδιών, των μανουαλιών, το χρυσοκέντι αμφίων, μ’ αρέσει κι η προσήλωση στο τελετουργικό, το βου-γα-δε-ζί των ψαλτάδων, η ουρά για το αντίδωρο και πιο πολύ ο μέτριος καφές μετά το «δι’ ευχών» που απολαμβάνω στο κιόσκι,μερίμνη της καλής μου φιλενάδας. Μου αρέσει η συνάντηση πληβείων και χλιδής, αυτό το βυζαντινώ τω τρόπω συναπάντημα… Μ’ αρέσει…το «Πάντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός…» και το «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…», τόσο επίκαιρο στον καιρό μας…

Όλα μ’ αρέσουν! Η αμεριμνησία στοχασμών, η ανακατωσούρα που κουμαντάρει τον βίο μου τα τελευταία χρόνια, τα άλματα στον χρόνο και τις μνήμες που σερβίρονται στην ερημία και με κάνουν να ξεκαρδίζομαι, αναλογιζόμενη τους δρόμους που περπάτησα άλλοτε καπελωμένη μέχρι τ’ αυτιά, άλλοτε αναμαλλιασμένη, τις περισσότερες φορές με αγωνία ότι δεν έχει τέλος το πέρα-δώθε, που γίνεται δώθε-κείθε και φτάνει ίσαμε το τήδε κακείσε… με όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Σαν παραίσθηση εισέπραξα το βουητό του χειμώνα απ’ το σπίτι, σαν dirtydance τις φούρλες των πλατανόφυλλων, σαν «σημείο» την απελπισία των οικόσιτων που λουφάζουν σε καταπακτές. Έτσι, κρυμμένοι, απολαμβάνουμε τις γιορτές και περιμένουμε τα Χριστούγεννα και τα Πρωτούγεννα…
Πόσο μ’ αρέσουν οι χειμωνιάτικες γιορτές! Του Άι-Φιλίππου, που «στο χωράφι απόκρευε» και της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας. «Εις το μέσον της σποράς» των εαρινών σιτηρών η γιορτή της –κυριολεκτικά–, που τα παλιά χρόνια ξεκινούσε αρχές Νοέμβρη και τελείωνε την πρώτη εβδομάδα του Δεκέμβρη. Στάρια, βρόμες, κριθάρια σπέρνονταν στα ωραία μας χώματα. Τα υπόλοιπα αναλάμβανε η φύση, μέχρι την ώρα του θερισμού. Από εκείνες τις κανονικότητες έμειναν μόνο σηματοδοτήσεις. Γύρω μου δεν σπέρνονται σιτηρά, μόνο στα ορεινά λίγοι παράγουν το στάρι και το αλεύρι για τον άρτον τον επιούσιο.
Η γειτόνισσά μου φτιάχνει ζυμωτό ψωμί με προζύμι από αλεύρι αγοραστό. Η συνταγή θέλει δυο μέρη αλεύρι μαλακό κι ένα μέρος σκληρό. Θα ζυμώσω κι εγώ Χριστόψωμο κι ας μη βγει όσο πρέπει… τσουπωτό! Δεν απογοητεύομαι, εγώ είμαι καλή σε άλλα… «Δεν κάνουν όλοι για όλα, άλλωστε. Ο καθείς κι ο ρόλος του». Σοφή η κουβέντα για κάθε περίσταση. Εγώ δεν κάνω για ζύμωμα, ούτε για ν’ αναπιάσω προζύμι, ο τάδε δεν κάνει για πρωθυπουργός, ο άλλος δεν κάνει για αρχηγός κι ένας άλλος δεν κάνει για… πρωτοψάλτης. Εγώ κάνω και παρακάνω για τα οικιακά του αγροτόσπιτού μου, ως κόρη καλής οικογενείας.
Έστρωσα χαλιά, τύλιξα το σπίτι με… σελοφάν, εκεί τυλίχτηκα κι εγώ. Σαν γάτοι αλαφροΐσκιωτοι περπατούμε στα απλάδια, με βήματα που δεν ακούγονται, σαν να κατοικούν στο σπίτι φαντάσματα, όντα σιωπής και περίσκεψης… Σε αυτήν τη σιωπή των απλαδιών λύνω τη σύγχυση. Και είμαι πανέτοιμη και γι’ άλλα περάσματα λοιμών, λιμών, σεισμών, καταποντισμών, Χαρών και Γέλιου… Περνάει έτσι ο χειμώνας σαν Στρατηγός από τις ζωές μας, περνάνε κι άλλοι από πάνω μας, προσώρας βαστάμε ακόμα…


Καλά Χριστούγεννα ορέ, όπως λέμε δω χάμ’. Και ευτυχείτε, διότι εδώ όλα γίνονται και ξαναγίνονται, όπως ακριβώς τα έγραφε ο σοφός δημοδιδάσκαλος Β΄ Τάξεως, Νικόλαος Λάσκαρης, ο Λασταίος, στα 1930. Γεννημένος το 1854 εις την Λάσταν της Γορτυνίας, απ’ όπου κατέβηκε εις τον κάμπον μαζί με τους συντοπίτες του, για να βρούνε έναν τόπο καλό να σπαγιάσουν και να βγάλουν πέρα το βίο τους, που καθόλου ανθόσπαρτος δεν ήτο. Κι ήρθαν στην Ηλεία, εις τα Λαστέικα και εις την Αμαλιάδα, εις το Χάβαρι… Ο «συλλογεύς» δημώδους ποίησης και αινιγμάτων, παιχνιδίων και γρίφων, που συνέλεξε από το 1902 μέχρι το 1940 έναν αληθινό θησαυρό από τον τύμβο της παράδοσης του Μοριά και μας τον παρέδωσε σε 12 μικρά τομίδια, υπακούοντας εις τον μέντορά του Νικόλαο Πολίτη. Είχε ανάγκη τότε το νεοσύστατον ελληνικόν βασίλειον να αποδείξει… ταυτότητα, οντότητα, ανασκάπτοντας το ορυχείο της αγροτικής του ενδοχώρας. Κι είναι όπως τα γράφει ακόμα και σήμερα: «Κεφάλι χωρίς βάσανο γράφ’ το για κολοκύθι…».
*Η Ελένη Σκάβδη είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας, με πιο πρόσφατο βιβλίο της, η συλλογή «Ροζ και Γκρίζο – Διηγήματα» (εκδ. Πρόκνη, Αλεξανδρούπολη 2024).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
