Μια γυναικα που λαμπει στο σκοταδι του Μεσαιωνα
Την Αμερικανίδα συγγραφέα Lauren Groff, φιναλίστ για το “National Book Award” και πληθώρα άλλων λογοτεχνικών βραβείων, τη διακρίναμε για τη διεισδυτική της ματιά και την πληθωρικότητα της γραφής της· ως συγγραφέα που αρέσκεται να συνθέτει καθηλωτικά μυθιστορήματα και να εμβαθύνει στις σύγχρονες ανθρώπινες σχέσεις –ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές κλπ. Ή έτσι τουλάχιστον την είχαμε γνωρίσει μέσα από τα δύο προηγούμενα βιβλία της που κυκλοφόρησαν στα ελληνικά, «Τα τέρατα του Τέμπλετον» (εκδ. Ενάλιος, 2011) και «Ευμενίδες και Ερινύες» (εκδ. Ωκεανός, 2019).
Η Groff χαρακτηρίζεται ως «μία από τις σημαντικότερες νέες λογοτεχνικές φωνές της εποχής της» κι όχι άδικα, όπως αποδεικνύεται με την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματός της “Matrix” από τις εκδόσεις Πόλις. Τη μετάφραση του νέου αυτού αφηγήματος ανέλαβε ο δεξιοτέχνης Χρήστος Οικονόμου, ενώ την έκδοση κοσμεί πίνακας της εικαστικού Λήδας Κοντογιαννοπούλου. Τυχαία ή όχι η χρωματική παλέτα του, θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει ως συμβολική τη χρήση των αποχρώσεων του πίνακα, μιας και η κυρίαρχη γυναικεία φιγούρα είναι αυτή που ενδύεται με το στερεοτυπικό «ανδρικό» μπλε, ενισχύοντας την περιέργεια του αναγνώστη για τη ρευστότητα των ταυτοτήτων που θα συναντήσει.
Η συγγραφέας αποφασίζει να εγκαταλείψει, σε κάποιον βαθμό, τη συγγραφική της μανιέρα και να δοκιμαστεί σε μια μυθιστορηματική βιογραφία, σε ένα αφήγημα που βρίσκεται στο μεταίχμιο ιστορίας και μυθοπλασίας, με πρωταγωνίστρια τη Μαρία της Γαλλίας, την πρώτη γνωστή Γαλλίδα ποιήτρια. Η Groff εκμεταλλεύεται τον μύθο που περιστρέφεται γύρω από τη ζωή τής ιστορικής αυτής προσωπικότητας, μιας και ελάχιστα στοιχεία διασώζονται τεκμηριωμένα, ενώ όλες τις υπόλοιπες ρωγμές έρχονται να καλύψουν υποθέσεις αιώνων.
Επιχειρεί να συνθέσει το λογοτεχνικό πορτραίτο της Μαρίας της Γαλλίας, που έζησε τον 12ο αι., μα πάνω από όλα να σκιαγραφήσει έναν Μεσαίωνα, με τα σκοτάδια του αλλά, κυρίως, με τις ακτίνες φωτός και ελπίδας που ξεπροβάλλουν. Το ενδιαφέρον είναι πως η ίδια δεν επικεντρώνεται στη συγγραφική παραγωγή της Γαλλίδας ποιήτριας, την αντιμετωπίζει ως ολότητα και προσπαθεί να φωτίσει το μεγαλείο που κρύβει μέσα της, την αφοσίωσή της στα γράμματα, το πάθος της για χειραφέτηση, μέσα στον ασφυκτικό κόσμο των ανδρών.
Διωγμένη από την αυλή της βασίλισσας Ελεονόρας της Ακουιτανίας –μία από τις επιδραστικότερες γυναίκες του Μεσαίωνα, που ακόμη εμπνέει λογοτεχνικά, όπως για παράδειγμα την Ισπανίδα συγγραφέα Εύα Γκαρθία Ντε Ουρτούρι– η 17χρονη Μαρία, νόθο μέλος του βασιλικού οίκου, εξορίζεται από την πατρίδα της και φτάνει, την άνοιξη του 1158, σ’ ένα μικρό και άσημο αγγλικό αβαείο, όπου οι καλόγριες υποφέρουν από την ανέχεια, την πείνα και τις αρρώστιες. Η εξαθλίωση που επικρατεί πτοεί αρχικά τη Μαρία, όμως κόντρα στις αντιξοότητες, αντιλαμβάνεται την ευκαιρία να αναδείξει την ισχυρή της φυσιογνωμία και με τόλμη και θάρρος αποφασίζει να παραμείνει στο αβαείο. «Θα μείνει σ’ αυτό το άθλιο μέρος και θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί με τον κλήρο που της έλαχε. Θα παλέψει σκληρά, δεν θα το βάλει κάτω, θα αποδείξει σ’ αυτούς που την έστειλαν εδωπέρα πόσο λάθος έκαναν. Και κάποια μέρα θα δουν το μεγαλείο που κρύβει μέσα της και θα νιώσουν δέος». Το πάθος της, η αποφασιστικότητά της και η ακλόνητη πίστη στις δυνατότητές της γίνονται φάρος σε μια σκοτεινή πραγματικότητα. Δεν είναι απλώς αποφασισμένη να επιβιώσει· είναι αποφασισμένη να μεγαλουργήσει.
Αντιμέτωπη με τους περιορισμούς και τις στερήσεις της μοναστικής ζωής, θα εκλεγεί ηγουμένη του αβαείου και θα αναλάβει να χαράξει μια καινούργια, τολμηρή πορεία για τις γυναίκες που βρίσκονται υπό την καθοδήγησή της. Αφοσιωμένη στα δικά της πιστεύω, αλλά και στην αγάπη για τα κείμενα και τις λέξεις, σ’ έναν κόσμο που κυριαρχείται από τη βία των ανδρών, τη διαφθορά και τις προκαταλήψεις, η Μαρία αντιστέκεται και γίνεται το σύμβολο της γυναικείας αλληλεγγύης και χειραφέτησης.
Μετατρέπει το υπό κατάρρευση μοναστήρι σε ένα ανθηρό «μελίσσι», μακριά από τον «πανούργο» έξω κόσμο. Το μοναστήρι αυτό εξελίσσεται σε μια μικρογραφία της κοινωνίας, με κανόνες και εντολές που πρέπει να ακολουθούνται, διχόνοιες που ξεπροβάλλουν, αλλά πάνω απ’ όλα η Μαρία ανοίγει τον δρόμο ώστε κάθε μοναχή να καλλιεργήσει τα ταλέντα της και να λάβουν μόρφωση. Για την εξεύρεση πόρων δε, ενεργοποιεί το παθιασμένο της δαιμόνιο· αναλαμβάνουν την αντιγραφή χειρογράφων, την εκπαίδευση ευγενών δεσποινίδων, κ.ά.
Μέσα από το λογοτεχνικό οικοδόμημα που προσεκτικά στήνει η Groff, η Μαρία της Γαλλίας αποκτά μια πολυδιάστατη υπόσταση, όπου η δημιουργικότητα και η φιλοδοξία της αντηχούν πέρα από τον χρόνο και τον χώρο. Η συγγραφέας, με έναν λόγο που καθηλώνει, αναδεικνύει τη δύναμη της γυναικείας παρουσίας, όχι μόνο ως αντανάκλαση της εποχής της, αλλά και ως ενεργή δύναμη που αμφισβητεί, επαναπροσδιορίζει και δημιουργεί. Η Groff πετυχαίνει έτσι να δημιουργήσει όχι απλώς μια ιστορία, αλλά μια ζωντανή εμπειρία. Μας προσφέρει ένα έργο που, ενώ βυθίζεται στο παρελθόν, αποδεικνύεται εξαιρετικά σύγχρονο και συναρπαστικό.
Γιάννης Αντωνιάδης, «Είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να έρθει ο αναγνώστης σε επαφή με μια εποχή συμπαντικών αλλαγών στα ευρωπαϊκά βασίλεια»
Ο ιστορικός της τέχνης Γιάννης Αντωνιάδης, στο κριτικό του κείμενο για το προσφάτως εκδοθέν έργο της Groff στο “bookfeed”, σχολιάζει μεταξύ άλλων: «Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ζωντανό ιστορικό μυθιστόρημα με νόημα και σημασία, γιατί μπορεί να απέχουμε σχεδόν μια χιλιετία με την Ελεονώρα και την εποχή της, ωστόσο κάποια ζητήματα μένουν ακόμα ενεργά και αναζητούν και αυτά τις λύσεις τους. Η συγγραφέας δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει καταστάσεις ούτε να εξωραΐσει τον ρόλο της γυναίκας, αλλά να αφηγηθεί τα γεγονότα ακριβώς όπως συνέβησαν με μια δόση μυθοπλασίας φυσικά. Δεν αποτελεί ένα βαφτισμένο ιστορικό μυθιστόρημα, μα ένα αυθεντικό με τεκμήρια και βιβλιογραφία, ώστε να γνωρίσουμε τι πραγματικά συνέβαινε τότε. Είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία να έρθει ο αναγνώστης σε επαφή με μια εποχή ακραίων και συμπαντικών αλλαγών στα ευρωπαϊκά βασίλεια, αλλαγών που θα καθόριζαν για αιώνες τον ευρύτερο χώρο της ευρωπαϊκής ηπείρου. Τέτοια παραδείγματα υπήρχαν πολλά τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, καθώς οι διαφορές δεν υπήρχαν όπως σήμερα στον τρόπο αντιμετώπισης της γυναίκας. Η Lauren Groff με έμπνευση και προσήλωση στην καθαρότητα της αφήγησης ξεδιπλώνει όλο το φάσμα της ιστορικής μνήμης και μας παρουσιάζει το σκηνικό των εξελίξεων σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα παλεύει για την επιβίωσή της».
Lauren Groff, μια πολυδιάστατη λογοτεχνική φωνή
Η Lauren Groff γεννήθηκε το 1978, στο Κούπερσταουν της Νέας Υόρκης. Αποφοίτησε από το Άμχερστ Κόλετζ κι από το Πανεπιστήμιο του Γουισκόνσιν στο Μάντισον. «Τα τέρατα του Τέμπλετον» (εκδ. Ενάλιος, 2011) ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα που ήταν υποψήφιο για το Βραβείο «Όραντζ για νέους συγγραφείς» και χαρακτηρίστηκε από το “Amazon.com” και από το “San Francisco Chronicle” ως ένα από τα καλύτερα βιβλία.
Έχει περιληφθεί στη λίστα μπεστ σέλερ των “New York Times” για τα τρία βιβλία της, «Τα τέρατα του Τέμπλετον» (εκδ. Ενάλιος, 2011), «Αρκαδία» (εκδ. Cornerstone, 2012, δεν κυκλοφορεί στα ελληνικά) και «Ερινύες και Ευμενίδες» (εκδ. Ωκεανός, 2019) και τη διάσημη συλλογή διηγημάτων, “Delicate Edible Birds”. Έχει κερδίσει τα βραβεία “Paul Bowles Prize for Fiction”, “PEN/O. Henry Award” και το “Pushcart Prize”.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
