«Αδεια Σπιτια»:Μια γενναια γροθια στη μητροτητα και την κοινωνικη ανισοτητα
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Αυτήν τη φορά, προτού γράψω για το βιβλίο, θα ήθελα να συστήσω τη συγγραφέα, που ενδεχομένως να μην τη γνωρίζετε, αλλά κατά την άποψή μου ήρθε για να αφήσει το στίγμα της στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.
Η Μπρέντα Ναβάρο, γεννημένη στο Μεξικό το 1982, σπούδασε Κοινωνιολογία και Φεμινιστική Οικονομία στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικούκι έπειτα, έκανε μεταπτυχιακό στις Σπουδές Φύλου στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Το 2016 ίδρυσε την #EnjambreLiterario, μια ομάδα που προωθεί τις γυναίκες συγγραφείς. Τα «Άδεια Σπίτια» ήταν το πρώτο της μυθιστόρημα που προκάλεσε σεισμό στον εκδοτικό κόσμο της χώρας της, μεταξύ άλλων, επειδή το 2018 δημοσιεύτηκε δωρεάν στο διαδικτυακό περιοδικό και εκδοτικό οίκο KajaNegra. Σύντομα απέκτησε τεράστια επιτυχία μεταξύ των βιβλιόφιλων και θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα ισπανόφωνα μυθιστορήματα της δεκαετίας. Το 2019 απέκτησε και έντυπη μορφή στον εκδοτικό οίκο SextoPiso και μεταφράστηκε (ή μεταφράζεται) στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, πορτογαλικά και τουρκικά.
Το βιβλίο είναι μόλις 168 σελίδων· το διαβάζεις σε ένα απόγευμα. Και μετά το ξαναδιαβάζεις και το μεταξαναδιαβάζεις, γιατί είναι γροθιά στο στομάχι, γιατί ψάχνεις από την αρχή όλα τα νοήματα που με την πρώτη δεν πρόλαβες να αφομοιώσεις, γιατί ακολουθείς τις σκέψεις των δυο αφηγητριών και, ταυτόχρονα, κάνεις χίλιες δυο δικές σου, παίρνοντας τη σκυτάλη από αυτές για ενδοσκόπηση, για ομολογίες, για αυτοκριτική, για προβληματισμό. Τα «Άδεια Σπίτια» είναι ένα βιβλίο που θα γυρνάει μέσα στο κεφάλι σας για καιρό, γιατί η Μπρέντα Ναβάρο γράφει σπουδαία λογοτεχνία με απλά υλικά. Κι οφείλω να ομολογήσω ότι ο εκδοτικός οίκος Carnivora κάνει εξαιρετική επιμέλεια σε μια καλαίσθητη έκδοση του βιβλίου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Δυο γυναίκες εντελώς διαφορετικές, οι οποίες προέρχονται από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, με άλλη οπτική για τη ζωή τους και διαφορετικές επιθυμίες, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ίδιες, αφού η πατριαρχία και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο τους και τον κοινωνικό τους ρόλο συνδέει τη μοίρα τους μαζί με αυτή χιλιάδων άλλων γυναικών στο Μεξικό.
Η Μπρέντα Ναβάρο μάς μεταφέρει τη φωνή τους. Και οι δυο τους, στους συγκλονιστικούς μονολόγους τους, εκφράζουν τα συναισθήματά τους, την οργή τους, την πίκρα τους, τις διαψευσμένες επιθυμίες τους, βγάζουν μια κραυγή αγωνίας για όσα ζουν και παρακολουθούν να συμβαίνουν γύρω τους, αλλά και μέσα στα ίδια τους τα σπίτια. Και τελικά μιλούν με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τη μητρότητα. Για το αν είναι αδήριτη γυναικεία ανάγκη ή απλώς ένα κοινωνικό κατασκεύασμα.
Η μια γυναίκα –καμιά τους δεν έχει όνομα– ανήκει σε ανώτερη κοινωνική τάξη. Δεν θέλει να γίνει μητέρα. «Εξαναγκάζει» τον εαυτό της να το κάνει, για να καταφέρει να εγκαταλείψει τον εραστή της και να επιστρέψει στον «άψογο» σύζυγό της, ο οποίος όμως δεν τη συγκινεί εξίσου. Τελικά γίνεται μητέρα –όχι ενός, αλλά δύο παιδιών, αφού αναλαμβάνει και τη φροντίδα της ανιψιάς του συζύγους της–, αλλά χάνει το παιδί της μια μέρα στο πάρκο. Ο Ντάνιελ, ο γιος της, εξαφανίζεται.
«Ο Ντάνιελ εξαφανίστηκε τρεις μήνες, δυο μέρες και οκτώ ώρες μετά τα γενέθλιά του. Ήταν τριών χρονών. Ήταν ο γιος μου. Τελευταία που τον είδα βρισκόταν ανάμεσα στην τραμπάλα και την τσουλήθρα του πάρκου όπου τον πήγαινα τα απογεύματα. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο. Ή μάλλον, ναι, ήμουν θλιμμένη, επειδή ο Βλαντιμίρ μου μήνυσε πως φεύγει, δεν ήθελε, λέει, να ευτελίσει τα πάντα. […] Αυτή ήμουν εγώ όταν έχασα τον γιο μου. Ανά τακτό αριθμό εβδομάδων αποχαιρετούσα κάποιον περιστασιακό εραστή που μου πρόσφερε σεξουαλικά κελεπούρια σαν να ήταν δώρα, επειδή ο ίδιος ένιωθε την ανάγκη να απαλύνει το φευγιό του. Η εξαπατημένη αγοράστρια. Η μάνα-απάτη. Αυτή που δεν είδε».
Η άλλη πάλι ανήκει στην κατώτερη κοινωνική τάξη. Αντιμετωπίζει καθημερινά τη βία, την κακοποίηση κι επιθυμεί διακαώς να κάνει ένα παιδί, να γίνει μητέρα. Το θέλει όσο τίποτα στον κόσμο, σχεδόν εκλιπαρεί τον σύντροφό της να κάνουν ένα μωρό, αλλά εκείνος δεν της χαρίζει το «πολύτιμο» σπέρμα του. Κι όταν κάποτε μένει έγκυος, δεν το αντιλαμβάνεται καν κι αποβάλλει. Είναι όμως αποφασισμένη, κι έτσι απαγάγει ένα ξένο παιδί από το πάρκο.
«Μακάρι να μην είχε έρθει ο Λεονέλ στη ζωή μας. Μακάρι να είχε μπήξει τα κλάματα την ώρα που έπρεπε κι όχι μετά, όταν φύγαμε πια. Εγώ ήμουν η γυναίκα με την κόκκινη ομπρέλα, που μπήκε στο ταξί μόλις άρχισε ο χαμός στο πάρκο. Τον αγκάλιασα όσο έκλαιγε, εννοείται, αυτός όμως δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα. Βδομάδες μετά, μας είπαν ότι είχε αυτισμό και μάλλον γι’ αυτό τίποτα δεν του άρεσε. Μετάνιωσα τότε την ώρα και τη στιγμή που θέλησα να γίνω μάνα».
Αυτές είναι οι δυο γυναίκες που τις ενώνει και τις χωρίζει ταυτόχρονα ένα παιδί. Δυο αφηγηματικές φωνές στεντόρειες. Δυο ηρωίδες που με περισσό θάρρος θέτουν επί τάπητος τα πάντα. Και μολονότι δεν γνωρίζονται, αν και κάποια στιγμή φευγαλέα συναντιούνται σε ανύποπτο χρόνο, δεν ανταλλάσσουν απόψεις, δεν ακούν η μια τη φωνή της άλλης. Κι όμως, με τον λόγο τους αντιπαραβάλλουν ιδέες και καταστάσεις, για τη μητρότητα κυρίως, και θέτουν προβληματισμούς. Το μητρικό ένστικτο υπάρχει απαραίτητα έμφυτο σε όλες τις γυναίκες; Ή είναι ίσως μια πλάνη που μέσω αυτής μπορεί να εξασφαλίσει την υποταγή των γυναικών; Γιατί και για τις δυο η μητρότητα δεν είναι η τελειότητα που παρουσιάζεται εξωραϊσμένη στις διαφημίσεις και στην κοινωνική κανονικότητα, ούτε και κάτι που απαραίτητα σε καθορίζει.
Εκτός όμως από αυτό το κύριο ζήτημα που τις απασχολεί, οι φωνές τους είναι μια έντονη διαμαρτυρία ενάντια σε όλους και σε όλα. Εκφράζονται για το κοινωνικό σύστημα και την ανισότητα μεταξύ των τάξεων, μιλούν ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά τους, τις ερωτικές σχέσεις, την αδυναμία επικοινωνίας γενικότερα μέσα στις σχέσεις (ερωτικές, οικογενειακές, συγγενικές), τις κακοποιητικές συμπεριφορές, τις γυναικοκτονίες, τις εξαφανίσεις παιδιών, αλλά κι ενηλίκων στο Μεξικό (μια πληγή που αιμορροεί χρόνια στη χώρα).
Και οι δυο τους προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα στην ίδια τους τη ρημαγμένη ζωή. Προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους και να κάνουν τις επιλογές τους, αλλά δεν το πετυχαίνουν. Γύρω τους υπάρχει ένας κόσμος που στην ουσία τους υπαγορεύει τον τρόπο ζωής τους ανάλογα με την τάξη τους και το φύλο τους. Δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα στεγανά τους. Η ίδια η συγγραφέας έχει πει σε συνέντευξή της «πως το βιβλίο, επί της ουσίας, αφορά τις εξαφανίσεις παιδιών στο Μεξικό». Αυτός ήταν ο αρχικός της στόχος. Παράλληλα όμως, θεωρεί πως η μητρότητα εξαφανίζει ούτως ή άλλως ένα κομμάτι του σώματος της γυναίκας. «Κάθε γυναίκα που γεννά, κάτι χάνει», είπε χαρακτηριστικά.
Η Μπρέντα Ναβάρο χρησιμοποιεί ένα αυτιστικό παιδί για να στήσει την ιστορία της. Ένα παιδί γίνεται το όχημα, αλλά και το θύμα για να εξελιχθεί η πλοκή. Όταν τη ρώτησαν γιατί έκανε τη συγκεκριμένη επιλογή απάντησε: «δεν ήθελα να γίνει πιο δραματικό το στόρι. Μα ένα παιδί που δεν μιλάει είναι τελικά όλοι οι εξαφανισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν πια φωνή. Γιατί οι εξαφανισμένοι δεν μιλούν».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει –και μπορεί φυσικά να εξεταστεί διακειμενικά– πως πριν από κάθε κεφάλαιο (κανένα δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση) υπάρχει ένα ποίημα της Πολωνής ποιήτριας Βισουάβα Σιμπόρσκα, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1996.
Αυτό το τολμηρό κι αιχμηρό μυθιστόρημα «θέτει τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων», μπήγει το μαχαίρι στο κόκαλο. Σε συνοδεύει πολύ καιρό αφού κλείσεις το βιβλίο. Κι όπως γράφει κι ο Γιούρι Ερέρα:
«Τα “Άδεια Σπίτια” εφορμούν στον εγκέφαλο του αναγνώστη και του λένε: Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα. Η Μπρέντα Ναβάρο έγραψε μια μελέτη της οδύνης, γνωρίζοντας ότι πίσω από κάθε αγάπη υπάρχει ένας κρυμμένος δαίμονας. Το να βυθιστείς σε αυτό το βιβλίο συνεπάγεται το είδος του ρίσκου που οφείλει να παίρνει κανείς σε μια εποχή στην οποία δεν υπάρχει χώρος για τη χλιαρότητα».
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη ΛέσχηΦιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμήένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορουςλογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις»,προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μιαανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
