Ενα κοινωνικο-πολιτικο νουαρ σε ρυθμους τζαζ και μυστηριου
5 χρόνια αργότερα, μετά και την πρώτη κυκλοφορία του μυθιστορήματος «Χαμένο προφίλ» (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2019), το οποίο σύστησε στο ελληνικό κοινό τον Αλγερινό συγγραφέα Hugues Pagan (φιλολογικό ψευδώνυμο), ο ίδιος επιστρέφει στα ελληνικά γράμματα με το πολυβραβευμένο του νουάρ αφήγημα «Οι ανώνυμοι». Το νέο του μυθιστόρημα που, επίσης, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά, έχει τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο Αστυνομικής Λογοτεχνίας, το Βραβείο Αστυνομικού Μυθιστορήματος «Landerneau» και το Βραβείο Ιστορικού Νουάρ των «Rendez-vous de l’Histoire».
Ο Pagan εκμεταλλεύεται αφηγηματικά τον ήρωα που «σμίλεψε» στο προηγούμενο μυθιστόρημά του, τον επιθεωρητή Σνεντέρ, για να συνθέσει μια νέα πινακοθήκη ηρώων, που στο επίκεντρό της θα θέσει και πάλι τους «ανώνυμους», τους φτωχούς, τους παρίες, γιατί «Οι φτωχοί δεν έχουν δικαίωμα σε μακροσκελείς επικήδειους. Βασικά, δεν έχουν δικαίωμα σε τίποτα». Αυτούς επιχειρεί με τη δράση του να προστατέψει και ο Σνεντέρ.
Αυτήν τη φορά τον ακολουθούμε, όχι στα ατμοσφαιρικά μονοπάτια του Παρισιού, αλλά σε μια άλλη γαλλική πόλη, που σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης παραμένει ανώνυμη. Σκιαγραφείται μόνο, αλλά τα χαρακτηριστικά που της αποδίδει ο Pagan θα μπορούσαν να αποδοθούν σε κάθε πόλη, σε κάθε περιοχή της υφηλίου, δίχως να συναντούν σύνορα και όρια. Σ’ αυτήν την πόλη καταφεύγει τη δεκαετία του ’70 ο αρχιεπιθεωρητής Σνεντέρ, γυρίζοντας την πλάτη στην υπόσχεση μιας λαμπρής καριέρας, καθώς δεν μπορεί να γλιτώσει από τα φαντάσματα του Πολέμου της Αλγερίας –μια εμπειρία για την οποία δεν μιλά ποτέ, αλλά που είναι διαρκώς και οδυνηρά παρούσα.
Δεν θ’ αργήσει να βρεθεί αντιμέτωπος με μια σοβαρή υπόθεση: η Μπετύ Οφμάν, κόρη ενός χαμηλόβαθμου σιδηροδρομικού υπαλλήλου, δεν γύρισε σπίτι. Ο πατέρας της πιστεύει ότι είναι νεκρή και αποδεικνύεται πως έχει δίκιο. Οι έρευνες αρχίζουν και, ενώ άλλες υποθέσεις έρχονται να απασχολήσουν την ομάδα του Σνεντέρ, αυτή η δολοφονία τον στοιχειώνει. Ο ίδιος δεν αποδέχεται τον θάνατο, πόσο μάλλον τον θάνατο μιας δεκαπεντάχρονης… Καραδοκούν, όμως, πολλές παγίδες. Ο διακριτικός όσο και πανίσχυρος άνθρωπος που ελέγχει την πόλη, ένας παλιός γνώριμος του Σνεντέρ, μια περίεργη και δυνατή σχέση. Μια ικανή και φιλόδοξη δημοσιογράφος. Αστυνομικοί διεφθαρμένοι, τραμπούκοι που κυνηγούν τους Άραβες και τους άστεγους, καριερίστες που διατηρούν αιμομικτικές σχέσεις με την πολιτική εξουσία, τα ΜΜΕ, τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης.
Ο Pagan, ο οποίος και εργάστηκε για πάνω από είκοσι χρόνια σε αστυνομικά τμήματα προτού αφοσιωθεί στη συγγραφή, αποκαλύπτει στο κοινό, με βλέμμα διαφάνειας, λεπτομέρειες από την εκεί καθημερινότητα, όψεις έντιμων αλλά και διεφθαρμένων συναδέλφων. Αναλύει με οξυδέρκεια την κοινωνική κατάσταση της εποχής, το κοντράστ ανάμεσα στην οικονομική ευημερία και την περιθωριοποίηση πολλών κοινωνικών ομάδων, το χάσμα ανάμεσα στο όνειρο της επιτυχίας και όλους εκείνους που δεν μπορούν να το ακολουθήσουν, τους αδύναμους, τους ευάλωτους, τους ταπεινούς. Σκιαγραφεί με ιδιαίτερη δύναμη τους χαρακτήρες των ανθρώπων, των μικροπαραβατών, των θαμώνων των μπαρ, των γυναικών που ελκύονται από τον κλειστό αλλά γοητευτικό Σνεντέρ. Στο τέλος, κάποιοι κακοί τιμωρούνται, αλλά το κακό παραμένει, ζοφερό, αδυσώπητο και κυρίαρχο.
Θανάσης Μήνας, «Ο Pagan χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη μουσική στις σελίδες του μυθιστορήματος, με βιωμένη γνώση»
Ο δημοσιογράφος και αρθρογράφος Θανάσης Μήνας επέλεξε σε κείμενό του στην εφημερίδα «Η Εποχή» να επικεντρώσει την πένα του στη «μελωδικότητα» του μυθιστορήματος και, ιδίως, στον τρόπο με τον οποίο ο Pagan διανθίζει το κείμενό του με στίχους μπλουζ και τζαζ. Αναφέρει, μεταξύ άλλων: «Ο Pagan χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη μουσική στις σελίδες του μυθιστορήματος, με βιωμένη γνώση. Η χρήση της μουσικής δεν γίνεται μόνο για εφέ ή για τη δημιουργία ατμόσφαιρας, με αφηγηματικές ευκολίες του στιλ “ο μπάτσος μπήκε στο μπαρ και ακουγόταν το σαξόφωνο του Κολτρέιν”. Αντιθέτως, έχει οργανικό ρόλο στην αφήγηση. Οι στίχοι από τα παλιά μπλουζ είναι συχνά καλοκρυμμένοι στους διαλόγους ή στους εσωτερικούς μονολόγους του Σνεντέρ. Οι μουσικές επιλογές δικαιολογούνται από τις κοινωνικές ή άλλες καταβολές των χαρακτήρων∙ λειτουργούν συνδετικά ή αποδομητικά στο πεδίο των σχέσεων∙ υποβαστάζουν, εν τέλει, το οικοδόμημα των χαρακτήρων, ενώ σε άλλα σημεία λειτουργούν επεξηγηματικά ως προς την εξέλιξη της πλοκής.
Τον τόνο δίνουν οι πρώτες κιόλας περιγραφές στον πρόλογο, που ακολουθεί το μότο του βιβλίου […]. Θα μπορούσα να συνεχίσω επί μακρόν, όμως κάπου θα πρέπει να βάλω τελεία. “Οι ανώνυμοι” είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο νουάρ, με συναρπαστική πλοκή, πολυσύνθετους χαρακτήρες και πολύ τονισμένη πολιτικοκοινωνική διάσταση. Μιλάει για το τραύμα του πολέμου της Αλγερίας και της αποικιοκρατίας, για την άνοδο της ακροδεξιάς, για τον ρατσισμό κατά των Αράβων, για τον μισογυνισμό, για τη διασύνδεση οργανωμένου εγκλήματος και πολιτικής εξουσίας (και αστυνομίας), για την κοινωνική περιθωριοποίηση. Ο Hugues Pagan στέκεται αλληλέγγυος στους αδύναμους, στους αγνοημένους, στους παρίες, στους “αόρατους” των σύγχρονων κοινωνιών. Αναδεικνύει την ετερότητα, ζητούμενο στην πολιτική λογοτεχνία, σύμφωνα με τον Μιχαήλ Μπαχτίν. Συγχρόνως, αποκαλύπτει έναν συγγραφέα που δεν είναι απλώς λάτρης του μπλουζ και της τζαζ, αλλά που έχει μελετήσει σε βάθος τα μουσικά αυτά είδη».
Hugues Pagan, ένας δεξιοτέχνης του νουάρ
Ο Hugues Pagan (φιλολογικό ψευδώνυμο) γεννήθηκε το 1947 στην Αλγερία. Το 1962 αναγκάστηκε, μαζί με τους γονείς του, να εγκατασταθεί στη Γαλλία, όπου σπούδασε Φιλοσοφία και εργάστηκε για λίγα χρόνια ως Καθηγητής Φιλοσοφίας στη μέση εκπαίδευση. Στη συνέχεια, ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, το φωτορεπορτάζ και τον τραπεζικό τομέα. Το 1973, όμως, έπειτα από διαγωνισμό, έγινε δεκτός στη γαλλική αστυνομία με τον βαθμό του επιθεωρητή. Θα παραιτηθεί είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, για να εργαστεί ως σεναριογράφος.
Εξέδωσε το πρώτο του νουάρ μυθιστόρημα «La Mort dans une voiture solitaire» το 1982 και ακολούθησαν τα: «L’Eau du bocal», «Je suis un soir d’ete», «Vaines Recherches», «Boulevard des allonges», «Les Eaux mortes», «L’Etage des morts», «Tarif de groupe», «Derniere station avant l’autoroute», που έλαβε και το Βραβείο «Mystere» της κριτικής.
Έπειτα από μακρόχρονη σιωπή, επανεμφανίστηκε το 2017 με το «Χαμένο προφίλ» (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2019), αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια. Η κριτική έχει αναφερθεί στη στυλιστική του δεινότητα, την ικανότητά του στην περιγραφή πολύπλοκων ψυχολογικών καταστάσεων και την πρωτοτυπία του, έστω και αν αναγνωρίζονται επιδράσεις από συγγραφείς του νουάρ, όπως ο Ντάσιελ Χάμετ και ο Χάουαρντ Φαστ, αλλά και από τους Σελίν, Ντος Πάσος, Σενέκα, Πασκάλ και Σιοράν, ενώ επισημαίνονται αναλογίες και με το έργο του Ζαν-Πιερ Μελβίλ. Τα μυθιστορήματά του χαρακτηρίζονται από μια ατμόσφαιρα ματαιωμένης εξέγερσης και μια διάθεση ειρωνικής αποστασιοποίησης που δεν αφήνει τίποτα όρθιο.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
