Ελισαβετ Παπαδοπουλου: «Η αγαπη απο οπου και αν προερχεται ειναι στηριγμα»
Με αφορμή το βιβλίο της, «Υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες», μιλήσαμε για τον φυλετικό ρατσισμό, τον ρατσισμό της εικόνας, τους θεσμούς και την εξουσία
Ο ρατσισμός της εικόνας, ο φυλετικός ρατσισμός, η εξουσία και οι θεσμοί είναι μόλις κάποια από τα βασικά ζητήματα που θίγει στις σελίδες του νέου της μυθιστορήματος με τίτλο «Υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες» η συγγραφέας κ.Ελισάβετ Παπαδοπούλου.
Στην έκτη της συγγραφική προσπάθεια, με διάστημα δέκα ετών από το 5ο μυθιστόρημά της «Μέρες και Νύχτες που δεν ήταν δικές μας» που κυκλοφόρησε το 2014, η κ.Παπαδοπούλου επιστρέφει στα ελληνικά γράμματα, αλλά και στην πόλη των φοιτητικών της χρόνων, την Κομοτηνή, που σήμερα θα την φιλοξενήσει στην Λέσχη Κομοτηναίων, στις 7 το απόγευμα για την παρουσίαση του νέου της βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».
Η καταγόμενη από το Διδυμότειχο συγγραφέας και δικηγόρος, μίλησε με αφορμή το σημερινό μας «ραντεβού» στο «Ράδιο Παρατηρητής 94fm» για την ιστορία που αφηγείται και η οποία όπως αναφέρεται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αφορά στις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσουν τα προσωπικά μας οικοσυστήματα.
Ελισάβετ Παπαδοπούλου όμως…
«Οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνώρισα είναι άνθρωποι που χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν»
ΠτΘ: κ.Παπαδοπούλου το «Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας», το 5ο κατά σειρά μας μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε περίπου το 2014, κέρδισε τις καρδιές του αναγνωστικού κοινού. Δέκα χρόνια μετά η συγγραφή του «Υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες» αποτέλεσε για εσάς στοίχημα, ως προς την επανάληψη ενός τόσο καλού μυθιστορήματος;
Ε.Π.: Στοίχημα είναι πάντα για τον συγγραφέα το κάθε βιβλίο που γράφει. Η αγωνία αν θα βγει καλό αυτό που γράφει, αν θα αγαπηθεί, αν με αυτό θα προσθέσει κάτι στον κόσμο, υπάρχει πάντα. Στο «Μέρες και νύχτες που δεν ήταν δικές μας», αυτό που με ώθησε να ξεκινήσω αυτό το βιβλίο ήταν μια αντίδραση στη φράση «αυτός είναι χαμένη υπόθεση», που το λέμε πολύ συχνά για ανθρώπους που βλέπουμε να είναι σε μια κατάσταση που δεν εγκρίνουμε. Εγώ λοιπόν ήθελα με αυτό το βιβλίο μου να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία σε ανθρώπους που θεωρούνται «χαμένες υποθέσεις» και το κάνω. Στη ζωή μου οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι που γνώρισα είναι άνθρωποι που χάθηκαν και ξαναβρέθηκαν. Πίσω από όλες αυτές τις περιπτώσεις βρίσκεις μια μαύρη τρύπα τελικά, που εκεί θα έπρεπε να υπάρχουν πράγματα όπως υποστήριξη, αποδοχή. Αυτό προσπάθησα να φτιάξω στο βιβλίο μου, να δώσω σε τέτοιους ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία και να μιλήσω για αυτούς.
«Θέλω να πιστέψω ότι υπάρχει μια δυνατότητα επανόρθωσης, όσον αφορά τους ανθρώπους, αλλά και όσον αφορά τον πλανήτη»
ΠτΘ: Στο οπισθόφυλλο του νέου σας βιβλίου κάνετε λόγο «για μια ιστορία για τις υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσουν τα προσωπικά μας οικοσυστήματα». Σε τι ακριβώς αναφέρεστε;
Ε.Π.: Ας υποθέσουμε ότι μια οικογένεια είναι ένας οργανισμός. Ξέρουμε ότι πολλές φορές οι υψηλές θερμοκρασίες σκοτώνουν τους ανθρώπους. Θα πρέπει λοιπόν να φροντίσουμε να μην εκτεθούμε σε αυτές τις υψηλές θερμοκρασίες. Στο βιβλίο μου λοιπόν τις καταστροφικά υψηλές θερμοκρασίες τις παράγουν οι γονείς και ο συμβολισμός είναι σαφής. Οι γονείς ιεραρχικά βρίσκονται πάνω από τα παιδιά, με τον ίδιο τρόπο που ψηλά από μας βρίσκονται όλα τα καιρικά φαινόμενα. Στο χέρι τους είναι λοιπόν τα μετεωρολογικά φαινόμενα της οικογένειας. Και στο βιβλίο μου οι γονείς δεν φέρονται πολύ συνετά. Φέρνουν την καταστροφή στην οικογένεια και κάνοντας έναν παραλληλισμό εδώ, την φέρνουν με τον ίδιο τρόπο που ο ενήλικος πληθυσμός έχει φέρει την καταστροφή στον πλανήτη. Γι’ αυτό και πολλοί από τους ενήλικες του βιβλίου είναι «χαλασμένοι». Στα νέα παιδιά έχω δώσει καλά στοιχεία και κάνω με απόλυτη επίγνωση αυτόν τον διαχωρισμό γιατί θέλω να δώσω στη νέα γενιά, θέλω να πιστέψω ότι υπάρχει μια δυνατότητα επανόρθωσης, όσον αφορά τους ανθρώπους, αλλά και όσον αφορά τον πλανήτη.
«Δεν πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία είναι ρατσιστική κοινωνία»
ΠτΘ: Στο βιβλίο σας θίγετε ζητήματα που είναι πολύ έκδηλα σήμερα, όπως ο ρατσισμός της εικόνας, που χαρακτηρίζει τη νέα γενιά. Ή τον φυλετικό ρατσισμό που δυστυχώς συνεχίζει να υφίσταται. Ήταν θεματολογία – ζητήματα που επιλέξατε επί τούτου;
Ε.Π.: Ήθελα να θίξω το ζήτημα από την πλευρά του ανθρώπου που δέχεται τον ρατσισμό. Τα κορίτσια ουσιαστικά αντιμετωπίζουν αυτή την εποχή το σώμα τους με ένα είδος εποχικού μάρκετινγκ. Δηλαδή δεν το αντιμετωπίζουν ως ολότητα. Αυτό είναι το μάρκετινγκ της εποχής, το οστεώδες σώμα θα το ακολουθήσουμε με πίστη, σε βαθμό που τα παιδιά πολλές φορές φτάνουν στη νευρική ανορεξία. Όσον φορά τον φυλετικό ρατσισμό, εκεί ήθελα να δείξω και την «ήπια» μορφή ρατσισμού. Όταν λέω ήπια μορφή ρατσισμού εννοώ ότι υπάρχει και μια αντίδραση η οποία όμως θεραπεύεται από τα πράγματα. Ο μετανάστης του δικού μου βιβλίου λέει ότι όταν είδαν ότι δεν αφήσαμε τα παράθυρά μας χωρίς κουρτίνα, οι πατεράδες μας δεν πίνανε και οι μητέρες μας μαγειρεύανε, μας αποδέχτηκαν μια χαρά. Εγώ δεν πιστεύω ότι η ελληνική κοινωνία είναι ρατσιστική κοινωνία, γιατί έχουμε ενσωματώσει πάρα πολλούς μετανάστες σε όλα αυτά τα χρόνια και έχω δει και πολλές σχέσεις να δημιουργούνται ανάμεσα στους γηγενείς και στους μετανάστες. Βλέπω ωστόσο ότι υπάρχουν και κάποιες γενιές μεταναστών οι οποίες δεν θέλουν κιόλας να ενσωματωθούν. Αμφότερα ζητήματα που ήθελα να δούμε στο βιβλίο.
«Μιλώ για την αγάπη η οποία απ’ όπου και αν προέρχεται είναι στήριγμα»
ΠτΘ: Δίνεται ωστόσο και το μήνυμα της στήριξης και της αποδοχής από τον «άλλο», τον «διπλανό»…
Ε.Π.: Βέβαια. Και γι’ αυτό, μιας και γίνεται λόγος στις ημέρες μας για τη βιολογική αγάπη, στο βιβλίο μου δίνω το εντελώς αντίθετο. Δίνω τη σημασία της εξωβιολογικής αγάπης. Της αγάπης από όπου κι αν προέρχεται και η οποία είναι στήριγμα. Μάλιστα στο βιβλίο επιλέγω την αγάπη να την δώσουν σε ανθρώπους που αν κρίνουμε με όρους ορθολογικούς, δεν αξίζουν την αγάπη, γιατί έχουν κάνει πάρα πολλά σφάλματα. Αλλά η αγάπη τελικά πρέπει να δίνεται και με όρους που δόθηκε στον άσωτο της παραβολής του Ευαγγελίου, ως άλλη δηλαδή θεραπεία. Θεωρώ πως ακόμα και σε όσους θεωρούμε «χαμένες υποθέσεις», όταν δεν δοθεί σωστά, γιατί έχει σημασία και πώς δίνουμε την αγάπη, μπορεί να αποβεί πολύ καταστροφικό.
ΠτΘ: Χρονικά και γεωγραφικά η ιστορία σας τοποθετείται στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στην ελληνική περιφέρεια και δη στην πατρίδα σας; Γιατί οι συγκεκριμένες επιλογές;
Ε.Π.: Στο πρώτο μέρος του βιβλίου τα παιδιά που πρωταγωνιστούν βρίσκονται στην επαρχία. Η επαρχία είναι ο χώρος στον οποίο οι καταστάσεις κάνουν τους ανθρώπους να βρίσκονται πάρα πολλές ώρες μαζί. Δεν θα μπορούσαν λοιπόν αυτά τα δυο παιδιά στην αρχή του βιβλίου να συνδεθούν με τον ίδιο τρόπο αν δεν βρίσκονταν στην επαρχία. Στην επαρχία είναι πιο εύκολο να γνωρίσεις τον άλλον μέχρι τα «κατάβαθά» του και να συνδεθείς με τον άλλον βαθιά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Πράγμα που δεν συμβαίνει στις μεγάλες πόλεις. Επιπλέον πιστεύω ότι στην επαρχία οι άνθρωποι αναπτύσσουν – το έκαναν στα χρόνια μου και θεωρώ πως το κάνουν ακόμα – μια ψυχική γενναιότητα, γιατί δεν υπήρχανε πολλοί τρόποι να εκτονώσεις τη θλίψη σου, τα προβλήματά σου. Οπότε όλα τα προβλήματά σου, και τα δούλευες και έβγαινες στη ζωή τελικά έχοντας αναπτύξει έναν γερό, έναν ρωμαλέο ψυχισμό. Εκτυλίσσεται λοιπόν στην δεκαετία του ’90, γιατί νομίζω ότι αν εξελισσόταν σήμερα πάλι ψυχικά οι άνθρωποι θα ήταν διαφορετικοί. Δηλαδή τα πρόσωπα του βιβλίου μου έχουν ένα βάθος και μια συμπόνια που ταιριάζει σε μια άλλη εποχή.
«Σήμερα οι άνθρωποι στο όνομα της πολιτικής ορθότητας κρύβουν αυτό που έχουν το κεφάλι τους κι αυτό δημιουργεί μια φυσιολογική “δηλητηρίαση”»
ΠτΘ: Επιχειρείται ωστόσο ίσως να δείξετε και την διαχρονικότητα κάποιων ζητημάτων; Το πώς δηλαδή ελάχιστα βήματα έχουν γίνει μπροστά σε σχέση με το ρατσισμό ή τις κακοποιητικές συμπεριφορές;
Ε.Π.: Όντως δεν έχουμε κάνει πολύ μεγάλα βήματα και μάλιστα μπορώ να πω ότι ο ρατσισμός στις μέρες μας είναι «καλυμμένος». Στην λογική της πολιτικής ορθότητας, οι άνθρωποι φοβούνται να εκφραστούν ως προς το πώς νοιώθουν. Εκεί είναι η μόνη διαφορά. Έχουμε προχωρήσει αλλά θα σας πω το εξής: όσο κι αν ακουστεί περίεργο, θεωρώ πιο «υγιή» τον ρατσισμό της εποχής εκείνης που οι άνθρωποι τολμούσαν να τον εκδηλώσουν και μπορούσες να αρθρώσεις λόγο απέναντι σε αυτό που έλεγαν, να τους εξηγήσεις και ίσως να έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν. Μην ξεχνάμε ότι εκείνες οι σκληρές εποχές που λέμε ότι ο ρατσισμός ήταν έντονος, οδήγησαν στη σημερινή ανεκτικότητα και έχει να κάνει με το γεγονός ότι όλα αυτά τα πράγματα τα συζητούσαμε. Σήμερα δεν εκδηλώνονται οι άνθρωποι. Στο όνομα της πολιτικής ορθότητας κρύβουν αυτό που έχουν το κεφάλι τους κι αυτό δημιουργεί μια φυσιολογική «δηλητηρίαση». Δεν το εξωτερικεύουν και αυτό φαρμακώνει τον άνθρωπο, τον δηλητηριάζει.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
