Ο ποιητης µου φορουσε κιτρινα πανινα παπουτσια
Το παραπάνω απόσπασµα, αποτελεί µέρος της δήλωσης, κατά της Χούντας ,του Γιώργου Σεφέρη στο BBC. Μετά το πέρας της 28ης Μαρτίου 1969, ο ποιητής επιστρέφει στη «σιωπή» του, παρακαλώντας τον Θεό να µην τον φέρει άλλη φορά σε παρόµοια ανάγκη να ξαναµιλήσει. Έκτοτε, συνέχισε ν’ ανοίγει δρόµους, µαστορεύοντας την ποιητική τέχνη µε τη χαρακτηριστική του απλή κι αστόλιστη έκφραση µέχρι το 1971 όποτε και πεθαίνει. Ευτυχώς για εµάς η σιωπή του αυτή παραµένει έγκλειστη στο διαχρονικό του έργο αλλά και την εθνική µας, µεταξύ άλλων, κληρονοµιά…Παρακάτω, ένα σύντοµο αφιέρωµα, µε αφορµή τα 114 χρόνια απ’ τη γέννησή του (13 Μαρτίου 1900) δηµοσιευµένο στο τεύχος του περιοδικού Ως3, τον Μάιο του 2012. Κείµενα του Δηµήτρη Μαρωνίτη, της Νόρας Αναγνωστάκη αλλά και του Νίκου Βιδάλη ο οποίος και µας παρουσιάζει µέσα από εικόνες τον φωτογράφο Σεφέρη. Όλα τα παραπάνω κοσµούν τη στήλη του τεύχους µε τίτλο «Οι άνθρωποι που ήθελαν ν’ αλλάξουν τον κόσµο».
Της Νόρας Αναγνωστάκη
Yποταχθήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Mας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Aγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Mας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Bρήκαμε τη στάχτη.
Mένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας
Tώρα που δεν έχουμε πια τίποτα…
[…]
Πιστεύω ότι το ετοίµαζα µια ζωή αυτό το κείµενο για τον Σεφέρη – του το χρωστούσα – γι’ αυτό βγήκε τόσο αβίαστα, σε χρόνο ρεκόρ για µένα. Αρχές του ‘62 µου στέλνει ο Σεφέρης τις « Δοκιµές» του, στις εκδόσεις Φέξη µε αφιέρωση. Ευγενική ανταπόδοση ήταν, όµως εγώ συγκινήθηκα πολύ, γιατί για µένα οι «Δοκιµές» ήταν σχολείο και πανεπιστήµιο µαζί.
Ο Σεφέρης ήταν ενσυνειδήτως διδακτικός. Μετά τον Παλαµά, ο τελευταίος διδάσκαλος του γένους. Δεν θα υπάρξει άλλος. Μας τελείωσε το είδος. Δίδαξε τα στοιχειώδη και τα σπουδαία µε σπάνια εντιµότητα: χωρίς απλουστεύσεις και εκλαϊκεύσεις. Με οξύνοια και απόλυτη ακρίβεια διατύπωσε και τα πλέον δύσκολα µε απλή ρέουσα γλώσσα, χωρίς ίχνος φραστικής εκζήτησης ή νοηµατικής υπερβολής, σχεδόν ταπεινά, χωρίς πνευµατική πόζα ή αλαζονεία. Ο λόγος του είχε τη θερµότητα και τη φυσικότητα της προφορικής οµιλίας, χωρίς να αισθηµατολογεί ή να ασηµαντολογεί. Υπηρέτησε, όσο ελάχιστοι, το ουσιώδες. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στη γλώσσα του. Ήξερε καλά τις θεωρίες αλλά δεν ζούσε γι’ αυτές• απλώς τις χρησιµοποιούσε, όταν χρειαζόταν. Δεν ήταν ανιαρά αφηρηµένος. Το συγκεκριµένο ήταν ο στόχος του και είχε πάντα κάτι να πει. Δεν µιλούσε για να µιλάει. Ακόµη και για τα πιο πνευµατικά θέµατα νόµιζες πως είχε µιαν αµεσότητα σωµατικής επαφής σαν να εισέπραττε το καθετί µε ολόκληρη τη σωµατική του υπόσταση και όχι µόνο µε το πνεύµα του. Η παιδεία του ήταν µεγάλη αλλά δεν υπήρξε δούλος της πολυµάθειας. Από τη συσσώρευση των γνώσεων προτιµούσε τη σωστή τους χρήση. Μιλώ φυσικά για τη µέθοδο και το ήθος της γραφής του και όχι για όσα µας δίδαξε. Αυτή είναι µια άλλη µεγάλη ιστορία, όχι αυτής της στιγµής.
Πάντως και σαν άνθρωπος έµοιαζε πολύ στα γραφτά του – Στις συζητήσεις του µε τον Έλιοτ ισοπαλία
Έρχεται στη Θεσσαλονίκη το ‘62, στο τελευταίο µάθηµα που έκανε γι’ αυτόν ο Σαββίδης. Τον βλέπω για πρώτη φορά. Το σώµα του έδινε πιο πολύ την εντύπωση του βάρους και όχι του πάχους. Βαρύ σώµα, βαρύ κεφάλι, σοβαρά βυζαντινά µάτια, πολύ µελαχρινός. Μιλούσε αργόσυρτα µε κάποιους µελωδικούς τόνους στη φωνή. Μειλίχιος και ευγενικός στους τρόπους. Η οµορφιά της Μαρώς εξέπεµπε ακόµη κύµατα σαγήνης. Γαλανά τα µάτια και η ξανθή κοτσίδα των µαλλιών της στεφάνωνε σαν διάδηµα το κεφάλι της. Έχω τρακ. Ο Σαββίδης µε λυπάται και µου λέει γελώντας: «Μη φοβάσαι, απόψε σκίζεις!». Ο Σεφέρης µου λέει ότι βρήκε ενδιαφέρον το γράµµα µου και εγώ λέω σεµνά: «Ήταν ειλικρινές». Διαµαρτύρεται: «Για ότι είναι γραµµένο καλύτερα να αφήνουµε κατά µέρος την ειλικρίνεια». (Φυσικά, σκέφτοµαι, αλλού οφείλεται η εµβέλεια των γραφοµένων µας. Έχει δίκιο.)
Μετά το µάθηµα του Σαββίδη λέει και ο Σεφέρης λίγα λόγια και τελειώνει µε ένα: «Ο Θεός µαζί σας» που µε προβληµατίζει. Δεν τον είχα για θεοσεβούµενο. Πίστευα ότι ήταν ειδωλολάτρης και παγανιστής. Τώρα, ψάχνοντας λιγάκι βρίσκω και άλλες επικλήσεις στον Θεό. Το χειρόγραφο Σεπ. ‘41 τελειώνει µε τη φράση: «Ο Θεός να βοηθήσει». Η δήλωση εναντίον της χούντας κλείνει µε τη φράση «Παρακαλώ τον Θεό…». Η αδελφή του Ιωάννα Τσάτσου πιστεύει πως «η πίστη στην παρουσία του Θεού ήταν ζωντανή γι’ αυτόν σ’ όλη του τη ζωή». Και παραθέτει ένα ποίηµα του Σεφέρη για την Παναγία που της έστειλε από το Παρίσι το 1920. Ίσως λοιπόν να µην ήταν συµβατικές αυτές οι επικλήσεις όπως όλοι τις χρησιµοποιούµε αυθόρµητα σε κάποιες δύσκολες ώρες. Χρειάζεται έρευνα. Κάποτε πέρασε από το µυαλό µου ότι ο Σεφέρης διακατεχόταν από την ιδέα µιας ιερής αποστολής απέναντι στον ελληνισµό και στις αξίες του. Και αν όντως ήταν τόσο αποστολικός, µήπως αυτό οφειλόταν σε αυτή τη βαθιά κρυµµένη χριστιανική του φλέβα;
Πικρία µετά το Νοµπέλ
Το επόµενο µεσηµέρι Σεφέρηδες, Σαββίδηδες και εµείς στη Νεράιδα του γιαλού. Ο Σαββίδης παραγγέλνει συνέχεια και τρώµε ό,τι εκλεκτό παράγει ο Θερµαϊκός και η µαγειρική τέχνη της Σαλονίκης. Η ατµόσφαιρα οικεία. Μας επαινεί το περιοδικό µας, την «Κριτική», πρώτον, γιατί ήταν ανοιχτό στις αξίες καταργώντας τις κοµµατικές ταυτότητες και, δεύτερον, για την παρακολούθηση των εκτός Ελλάδος, σύγχρονων πνευµατικών ρευµάτων. Μας ψιλορωτάει για πολλά και έχω την εντύπωση πως κρυφά µας βαθµολογεί. Φεύγοντας τον ρωτώ τι θα κάνει τώρα που τελείωσαν οι επαγγελµατικές του υποχρεώσεις και γύρισε στην πατρίδα. Μου απαντάει σκυθρωπός: «Μετρώ τις µέρες».
Το σπίτι του στην οδό Άγρας πίσω από το Στάδιο, απλό «σα νησιώτικο» όπως έλεγε ο ίδιος, µε µια γοργόνα σε δικό του σχέδιο στο υπέρθυρο της εισόδου. Χώροι χωρίς πολυτέλεια, τα στοιχειώδη έπιπλα και παντού στους τοίχους βιβλία. Το σαλόνι και το γραφείο βγάζουν σε µιαν αυλίτσα µε λίγα καχεκτικά φυτά στις παρυφές της και ένα µεγάλο χαµηλό τραπέζι στο κέντρο της γεµάτο κοχύλια και µια γλάστρα φουντωµένο βασιλικό στη µέση. Μικρή συντροφιά. Κάθοµαι δίπλα του και µε ρωτάει τι δυσκολίες έχω όταν γράφω. Του λέω πως µόνιµη δυσκολία µου είναι η γλωσσική διατύπωση. Πώς θα βρω τις κατάλληλες λέξεις που θα αποδώσουν µε ακρίβεια τις σκέψεις και τα αισθήµατά µου. «Αυτή είναι η ουσία της γραφής» µου απαντά. «Οι λέξεις είναι τα εργαλεία της. Φτάνει να έχεις κάτι να πεις. Δεν βλέπεις πόσο εύκολα γράφουν αυτοί που δεν έχουν να πουν τίποτα;». Πιστεύω πως τα ηµερολόγιά του ήταν περισσότερο µια καθηµερινή άσκηση γραφής παρά ανάγκη καταγραφής συµβάντων και σκέψεων.
Παίρνει το Νοµπέλ. Του γράφω ένα γράµµα και τον παρακαλώ να µην ξεχνά τα γραπτά του Αρτεµιδώρου. Μου στέλνει µια κάρτα από τη Στοκχόλµη και µου απαντά ότι δεν τα ξεχνάει. Γυρίζουν και πάω να τους δω. Μου δείχνουν το µετάλλιο του Νοµπέλ ολόχρυσο και µεγάλο σαν πιατάκι του καφέ και πολλές φωτογραφίες. Μιλούν και οι δυο µαζί για τη θερµή υποδοχή των Σουηδών, για την παιδική χορωδία που τους είπε «καληµέρα» το πρωί της απονοµής, για τη συγκινητική µεγαλοπρέπεια της τελετής, αλλά και για την πρωτοφανή αγνόηση της βράβευσης από το ελληνικό κράτος. Κανείς στο σπίτι, στην απονοµή του βραβείου, στο αεροδρόµιο. «Μα καλά δεν κατάλαβαν καθόλου ότι στο πρόσωπό µου βραβευόταν η Ελλάδα;» αναρωτιέται. (Τι να πω, ότι εκτός από αδαείς περί την τέχνην είναι και κόπανοι ως πολιτικοί;) Σκέψου ότι ακούστηκε και αυτό: «Ότι οι Σουηδοί µου έδωσαν το Νοµπέλ επειδή πούλησα την Κύπρο στους Εγγλέζους!». Πρώτη φορά τον βλέπω να µιλάει τόσο ζωηρά µε πικρία, απορία, αγανάκτηση και αηδία. Έτσι ο λόγος του Χέντερλιν «Και οι ποιητές τι χρειάζονται σε έναν µικρόψυχο καιρό;» βρήκε επιτέλους το αληθινό του νόηµα: Δεν χρειάζονται.
Η ψώρα της χούντας
Όταν έκανε τη δήλωση εναντίον της βρισκόµουν στην Αθήνα. Έκοψα µιαν αγκαλιά πασχαλιές από τον κήπο και πήγα να τους δω.«Αισθάνθηκα την ανάγκη να σας δω από κοντά» του λέω, «ξέρετε γιατί». Ήξερε.
Μετά την έκδοση των 18 κειµένων στο σπίτι του Ρόδη Ρούφου. Παρόντες σχεδόν όλοι οι συνεργοί. Πλησιάζω τον Σεφέρη και τον φιλώ. Μου φιλάει το χέρι που του χαϊδεύει το µάγουλο. Του λέω: «Ο κόσµος αγκάλιασε την έκδοση αλλά το σινάφι µας χτύπησε αλύπητα». Μου λέει µε χιούµορ χαµογελαστός: «Let the enemies entertain us!».
Δεν πρόλαβε να χαρεί την πτώση της χούντας. Ο θάνατός του µας κόστισε πολύ. Τον έκλαψα σαν δικό µου άνθρωπο. Βάλαµε στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου τη φωτογραφία του και όλα του τα βιβλία που τα έφερα από το σπίτι. Έµπαινε κόσµος και γύρευε να τα αγοράσει. Ο Μανόλης πήγε στην κηδεία του και ήταν αυτός που, όταν τέλειωσε η νεκρώσιµη ακολουθία, φώναζε: «Αθάνατος» και όλοι µε ένα στόµα επανέλαβαν: «Αθάνατος». Η Μαρώ έκοψε σύρριζα τη χρυσή κοτσίδα της και την έβαλε στο φέρετρό του. Το φέρετρο το κρατούσαν άνθρωποι που τον αγαπούσαν και τον τιµούσαν. Έγινε µεγάλο λαϊκό προσκύνηµα. Δικαιοσύνη.
Λίγο καιρό µετά έρχεται η Μαρώ ένα βραδάκι στο µαγαζί µε το τουρµπάνι στο κεφάλι. «Ήρθα να σας φέρω κάτι πράγµατα για να µας θυµάστε» µου λέει. «Αυτή την πίπα του Γιώργου για τον Μανόλη και αυτό το κολιέ από κοράλλι για σένα. Το είδα σε µια βιτρίνα στο Λονδίνο και µου άρεσε τόσο που ο Γιώργος µπήκε µέσα και µου το αγόρασε. Τι το κοιτάς; Φόρεσέ το». Πήγαινε ωραία µε το άσπρο πουλόβερ µου. Κλείσαµε το µαγαζί και πήγαµε στο σπίτι. Ήπιαµε άσπρο κρασί και είπαµε πολλά. Ο Χειµωνάς µού είπε ότι στο νοσοκοµείο κάνα δυο µέρες πριν πεθάνει, τον είδε µε τα µάτια γεµάτα δάκρυα. Τι πιο ανθρώπινο;
Η τελευταία εικόνα του που µου έρχεται τώρα. Καλοκαίρι µεσηµέρι στο σπίτι του. Είναι όρθιος, φοράει ριχτό πουκάµισο, κοντοµάνικο και κατακίτρινα πάνινα παπούτσια που ταιριάζουν πολύ ωραία µε το ηλιοκαµένο του πρόσωπο. Μια νότα ροκ που ειρωνευόταν τη σοβαροφάνεια, τα κίτρινα πάνινα παπούτσια.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
