~…αll I want is equality for my sister my brother my people and me…~ NINA SIMONE
You’re all gonna die and die like flies
I don’t trust you any more
You keep on saying “Go slow!”
N. SIMONE
Μουσική σήμερα στη στήλη… Είναι γεγονός πως κάθε προσπάθεια να επαναφέρουμε στη μνήμη μας στιγμιότυπα από τη ζωή και τις δημιουργίες της θρυλικής Nina Simone αποτελεί κάτι σαν μυσταγωγία…
Γεννημένη ως Eunice Kathleen Waymon, στις 21 Φεβρουαρίου 1933, στη Βόρεια Καρολίνα, υπήρξε το έκτο κατά σειρά απ’ τα 7 παιδιά μιας εξωφρενικά φτωχής οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική, το πιάνο αλλά και τη χορωδία της εκκλησίας της. Στο γυμνάσιο καταφέρνει να κερδίσει υποτροφία στη φημισμένη, μουσική σχολή Juilliard την οποία και εγκαταλείπει λίγο αργότερα λόγω έλλειψης χρημάτων.
Η κατά κόσμο «Ιέρεια της soul»- ψευδώνυμο το οποίο απεχθανόταν- με τον εκρηκτικό χαρακτήρα και την επαναστατική δράση, αψήφησε με πολλαπλούς τρόπους τους τυποποιημένους ορισμούς. Η παιδεία που κυοφορούσε εντός της ήθελε το είδος του τραγουδιού να μην διαθέτει καμία απολύτως σημασία. Έτσι, στη γκάμα των ειδών της μουσικής με τα οποία συνέδεσε τόσο την βαθιά της… ψυχή όσο και την χαρακτηριστική τρεμουλιασμένη φωνή, κατείχαν θέση και τα pop και folk είδη, ακόμα και τα του ευαγγελίου. Όπως η ίδια έγραψε αργότερα, «αν χρειαζόμουν ένα προσωνύμιο για να μπορεί ο κόσμος να με αποκαλεί, αυτό θα ήταν τραγουδίστρια της folk μουσικής, μιας και το ρεπερτόριό μου διέθετε πολλά περισσότερα blues παρά jazz κομμάτια!»
Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, η Simone έγινε γνωστή ως η φωνή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα. Έγραψε το «Mississippi Goddam» ως απάντηση στην δολοφονία του Medgar Evers (Αφροαμερικανός ακτιβιστής, δολοφονήθηκε από μέλος του Συμβουλίου των Λευκών Πολιτών) το 1963 και τον βομβαρδισμό της εκκλησίας Μπέρμιγχαμ που είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερα νεαρά κορίτσια. Μετά τη δολοφονία του Martin Luther King το 1968, η Simone έγραψε το «Why»(The King of Love Is Dead).”
Γύρω απ’ τα τέλη της δεκαετίας του ’60, κουρασμένη απ’ την αμερικανική σκηνή καθώς επίσης κι απ’ τη διχασμένη φυλετική πολιτική της χώρας εγκαταλείπει μια για πάντα τις ΗΠΑ. Περιπλανιέται και διαμένει για λίγο στη Λιβερία, Ελβετία και την Αγγλία για να καταλήξει να εγκατασταθεί στο γαλλικό νότο. Έκτοτε, έντυσε με τη φωνή της, μουσικές επιτυχίες της εποχής των ‘80’s, όπως τραγούδια του B. Dylan και των Beatles ενώ η καριέρα της, απογειώθηκε «ξανά», στα λοίσθια αυτή τη φορά- με το γνωστό της, αξέχαστο, «Μy baby just cares for me” από το 1958 το οποίο τώρα θα χρησιμοποιηθεί σε διαφήμιση αρώματος της εταιρίας Chanel για το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ λίγο αργότερα, το 1993, συντάσσει την αυτοβιογραφία της με τίτλο «I put a spell on you».
Στα τελευταία χρόνια της, η Simone αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ορισμένες εκθέσεις αναφέρουν ότι πάλευε με τον καρκίνο του μαστού, αλλά ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα. Πέθανε στις 21 Απριλίου του 2003, στο σπίτι της στη Γαλλία.
Σημείωση: Διαβάζω στο New Post το εξής: «Μετά από την SoldOut παράστασή της στο Ronnie Scott’s με τίτλο “Nina Simone Songbook”, η καταπληκτική Gill Μanly, έρχεται στη χώρα μας για να ταξιδέψει το κοινό του Gazarte στον κόσμο της Soul και των Blues, με οδηγό της την αγάπη για την ιστορία της μεγάλης της έμπνευσης και αγαπημένης της ερμηνεύτριας Nina Simone και όπλο της μία φωνή που είναι ικανή να συγκινεί, να εμπνέει και να ταξιδεύει.»
Για όσους πιστούς, λοιπόν… Την Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014, στο Gazarte ένα αφιέρωμα στη θρυλική Nina Simone
Εβδομαδιαίο αφιέρωμα στη Nina Simone || Juke Μπόξ
Οι ειδικοί κατέτασσαν τη Νίνα Σιμόν ανάμεσα στους κορυφαίους καλλιτέχνες της τζαζ. Η ίδια, όμως, δεν αποδεχόταν τις ταμπέλες και τους περιορισμούς. Η μουσική της ξεπερνούσε τα είδη και φλέρταρε άλλοτε με το μπλουζ κι άλλοτε με τη σόουλ ή το ρυθμ εν μπλουζ. Το ίδιο και οι 4 καλλιτέχνιδες που θα φτάσουν στην Αθήνα. Εχουν βάση συγγενικές μουσικές, αλλά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Η φωνή της χαρακτηρίζεται από πάθος, μεγάλες αναπνοές και τρέμουλο. Μια σπουδαία φωνή, που πρόσφερε αξέχαστες ερμηνείες στον χώρο της τζαζ και των μπλουζ. Η Νίνα Σιμόν των αφηγηματικών και οργισμένων τραγουδιών, μα και των βαθιών μελωδικών αναζητήσεων των σπιρίτσουαλς και των γκόσπελ, η απαράμιλλη φωνή με τις μεγάλες επιτυχίες, αλλά και με τη δράση για τα δικαιώματα των μαύρων στην Αμερική, ήταν μια μεγάλη μορφή στην ιστορία της παγκόσμιας μουσικής. Γεννημένη στη Βόρεια Καρολίνα, η Νίνα Σιμόν (το πραγματικό της όνομα ήταν Eunice Waymon) ήταν παιδί μιας πολυμελούς και πάμπτωχης οικογένειας. Εχοντας από πολύ μικρή δείξει το εξαιρετικό ταλέντο της στο πιάνο και με τη βοήθεια μιας δασκάλας της, κατάφερε σε μια πολύ δύσκολη εποχή για τους μαύρους της Αμερικής να σπουδάσει πιάνο στη διάσημη Μουσική Σχολή «Τζούλιαρντ» της Νέας Υόρκης. Κατά τη δεκαετία του 1960 η Σιμόν αναμείχθηκε στο κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και ηχογράφησε μία σειρά στρατευμένων τραγουδιών, όπως τα «To Be Young, Gifted And Black» (που έγινε αργότερα μεγάλη επιτυχία σε εκτέλεση της Αρίθα Φράνκλιν) «Blacklash Blues», «Mississippi Goddam» (με αφορμή τη δολοφονία του Μαύρου αγωνιστή Μέντγκαρ Έβερς και την έκρηξη βόμβας σε εκκλησία, στο Μπέρμιγχαμ της Αλαμπάμα, όπου σκοτώθηκαν τέσσερα Μαύρα παιδιά), «I Wish I Knew How It Would Feel To Be Free» και το «Pirate Jenny» του Κουρτ Βάιλ (από την Όπερα της Πεντάρας). Το 1961, η Νίνα Σιμόν ηχογράφησε μια εκτέλεση του παραδοσιακού τραγουδιού «House Of The Rising Sun», ένα τραγούδι το οποίο αργότερα ηχογράφησε και ο Μπομπ Ντίλαν, ενώ έγινε μεγάλη επιτυχία από τους Animals. Στα τραγούδια για τα οποία είναι διάσημη περιλαμβάνονται το «I Put A Spell On You» (η αυθεντική εκτέλεση είναι του “Screamin” Jay Hawkins), το «Here Comes The Sun» των Beatles, και το «Four Women».
Η Σιμόν ήταν πολυδιάστατη ως καλλιτέχνης και αυτό ήταν έκδηλο στο σύνολο της μουσικής της, που συχνά είχε την απλότητα της παραδοσιακής μουσικής. Σε μία και μόνη συναυλία, μπορούσε με ευκολία να περνάει από γκόσπελ ήχους σε μπλουζ και τζαζ, και από κομμάτια όπως το «For All We Know», σε κομμάτια εμποτισμένα με κλασσικές ευρωπαϊκές επιρροές. Το 1971, η Σιμόν έφυγε από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από διαφορές που είχε με ατζέντηδες, δισκογραφικές εταιρίες αλλά και τις φορολογικές Αρχές, επικαλούμενη ως αιτία το ρατσισμό. Έτσι, επιστρέφοντας το 1978, συνελήφθη για φοροδιαφυγή, αφού είχε αρνηθεί να καταβάλει φόρους αρκετών ετών, ως διαμαρτυρία για τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Έζησε σε διάφορες χώρες της Καραϊβικής, της Αφρικής και της Ευρώπης, συνεχίζοντας τις εμφανίσεις και μετά τα εξήντα της. Τη δεκαετία του 1980 εμφανιζόταν τακτικά στο τζαζ κλαμπ Ronnie Scott’s στο Λονδίνο. «Πρέπει να παίρνω υπνωτικά χάπια για να κοιμάμαι και κάτι κίτρινα για να βγαίνω στη σκηνή.
Νιώθω τρομερά κουρασμένη και μόνη, χωρίς κανέναν να βρίσκεται στο πλευρό μου για να με βοηθήσει. Νιώθω εντελώς μίζερη. Και νιώθω μίζερα και τρομακτικά μόνη». Τάδε έφη Νίνα Σιμόν. Εγγράφως. Στο ημερολόγιό της. Πρόσφατα ο Αντριου Στράουντ, πρώην σύζυγος και μάνατζερ της πιανίστριας-τραγουδίστριας με τη μοναδική φωνή, έδωσε στη δημοσιότητα το κρυφό ημερολόγιο το οποίο η Σιμόν διατηρούσε τη δεκαετία του 1960. Αυτό που αποκαλύπτει είναι το βίαιο προφίλ μιας μανιοκαταθλιπτικής γυναίκας η οποία, παρ΄ ότι έντονα πολιτικοποιημένη, ταλαιπωρούνταν από εσωτερικούς δαίμονες αλλά και από τον ίδιο τον σύζυγό της, που την έδερνε. «Δεν μπορώ να ανεχτώ τους ξυλοδαρμούς» είχε γράψει σε γράμμα της προς τον Στράουντ ο οποίος συν τοις άλλοις τής είχε απαγορεύσει να θηλάζει το μοναδικό παιδί της επειδή ζήλευε, όπως αναφέρουν οι «Τimes» του Λονδίνου. «Μια μέρα, όταν δεν θα είμαι και τόσο κουρασμένη, θα σε σκοτώσω» του είχε γράψει το 1965, με παροιμιώδη οργή και εχθρότητα, η αμερικανίδα μουσικός. Την ώρα που η Σιμόν ενθουσίαζε το κοινό στα νυχτερινά κλαμπ του Γκρίνουιτς Βίλατζ, στην ιδιωτική ζωή της πάλευε με ψυχικές ασθένειες, με ναρκωτικά αλλά και με το χρώμα του δέρματός της: «Δεν μπορώ να γίνω λευκή και είμαι το είδος του έγχρωμου κοριτσιού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά για να το αντιπαθήσουν οι λευκοί» γράφει, απευθυνόμενη στον εαυτό της. «Αν ήμουν αγόρι δεν θα πείραζε τόσο. Αλλά είμαι κορίτσι και βρίσκομαι εκτεθειμένη διαρκώς σε κόσμο που με κρίνει».
Ανέκαθεν, βέβαια, η Νίνα Σιμόν είχε εκρηκτικό χαρακτήρα: ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμη για καβγά. «Ηρθατε εδώ μέσα για να με ακούσετε ή για να πιάσετε κουβέντα ; » είχε ρωτήσει το ακροατήριο στη μέση ενός τραγουδιού της στο Αbart΄s Lounge της Ουάσιγκτον, στα τέλη της δεκαετίας του 1950. «Θέλω ησυχία όταν τραγουδώ, διάολε!». «Με το χρήμα θα αγοράσω την ελευθερία μου», «Σε όλη μου τη ζωή ένιωθα τρομερή πίεση για να επιβιώσω» είχε αναφέρει η Σιμόν σε συνέντευξή της στο περιοδικό «Rogur» το 1960. «Και τώρα θα πρέπει να γίνω πλούσια, πάρα πολύ πλούσια, για να αγοράσω την ελευθερία μου από τον φόβο». Αν ήταν για χρήματα δεν χαριζόταν σε κανέναν. Το 1961, όταν επρόκειτο να δώσει συναυλία στο κατάμεστο Αpollo Τheatre της Νέας Υόρκης, αρνήθηκε να την πραγματοποιήσει αν πρώτα δεν «έπεφτε» το ρευστό. Τότε την ενημέρωσαν ότι ήταν σε έναν φάκελο πάνω στο πιάνο. Ανέβηκε στη σκηνή και ενώ το κοινό την αποθέωνε εκείνη άρχισε να μετράει τα χρήματα της αμοιβής της, χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα. Μετά κάθισε στο πιάνο.
Πηγή: http://www.tokaravani.gr/2013/12/evdomadieo-afieroma-sti-nina-simone-jukebox/
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
