Ο μακρυς καταλογος των ελληνικων προιοντων εξαιρετικης ποιοτητας

Θέμα μας σήμερα είναι η ποιότητα των ελληνικών προϊόντων. Πολλές φορές έχουμε αναφέρει για μεγάλα και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, που όμως δεν τα αξιοποιούμε, ούτε με τον σωστό τρόπο και ούτε στο βαθμό που πρέπει, παρότι η χώρα μας διαθέτει αξιόλογες θέσεις στο παγκόσμιο εμπόριο. Έχουμε σήμερα περισσότερα από 100 ελληνικά προϊόντα αναγνωρισμένα ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), αλλά αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα δεν το αξιοποιούμε στο μέγιστο δυνατό βαθμό δεδομένου ότι τα περισσότερα από αυτά κυκλοφορούν μόνο στην εσωτερική αγορά. Απαιτείται «επιθετική» πολιτική εξαγωγών και δημιουργία κατάλληλων δικτύων για την προώθησή τους στις αγορές του κόσμου.

 

Όμως τα τελευταία χρόνια, τα στοιχεία δείχνουν μια καθαρή ποιοτική στροφή της ελληνικής γεωργίας, δείχνουν δηλαδή ότι όταν τα προϊόντα είναι ποιοτικά, επώνυμα, πιστοποιημένα προωθούνται ευκολότερα τόσο στην εγχώρια όσο και τη διεθνή αγορά. Οίνος, μέλι, ελαιόλαδο, ελιές, τυριά, κρέας, φασόλια, φρούτα κ.α. παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια. Είναι προϊόντα οικογενειακών και ατομικών επιχειρήσεων αλλά και υγειών συνεταιριστικών που εν μέσω κρίσης, στηριζόμενοι στην ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, στα ιδιαίτερα και διαφορετικά τους χαρακτηριστικά, έχουν αναπτύξει αξιολογότατη επιχειρηματική δράση.

 

Οι παράγοντες που συντελούν στην εξαιρετική ποιότητα των ελληνικών προϊόντων

 

Πολλοί διερωτώνται που οφείλεται η εξαιρετική ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων και πως αυτό τεκμηριώνεται. Η ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, φυτικής και ζωικής προέλευσης είναι μακράν ανώτερη των ομοειδών αγροτικών προϊόντων που παράγονται τόσο στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε τρίτες χώρες. Αυτό άλλωστε αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα των αγροτικών προϊόντων που παράγονται στη χώρα μας και αυτό πρέπει να αποτελεί το μόνιμο διαβατήριο για την κατάκτηση των ξένων αγορών και την τοποθέτηση των ελληνικών προϊόντων εκεί ψηλά στον πίνακα ποιότητας και στις προτιμήσεις των καταναλωτών, ελλήνων και ξένων.

 

Η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων έχει μετρήσιμα χαρακτηριστικά και οφείλεται σε συγκεκριμένους παράγοντες που έχουν κυρίως αναφορά στο τρίπτυχο: γενετικό υλικό, κλίμα, έδαφος, αλλά και στην αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Πολλές φορές ακόμα, η εξαιρετική ποιότητα των προϊόντων μας οφείλεται στην ύπαρξη «μικροκλιμάτων» σε πολλές περιοχές της ελληνικής επικράτειας, αποτέλεσμα του ιδιαίτερου ανάγλυφου των ελληνικών εδαφών και των ευνοϊκών τιμών των μετεωρολογικών στοιχείων, κυρίως της θερμοκρασίας, που διαμορφώνονται σ’ αυτές τις περιοχές. Με άλλα λόγια, στις περιοχές που επικρατούν «ιδιαίτερα μικροκλίματα», οι τιμές της θερμοκρασίας, της ηλιοφάνειας και των βροχοπτώσεων είναι περισσότερο ευνοϊκές για την ανάπτυξη, τις αποδόσεις και την ποιότητα των καλλιεργουμένων φυτών, από τις τιμές των αντίστοιχων μετεωρολογικών στοιχείων της ευρύτερης περιοχής. Ένας ακόμα παράγοντας, που σε αρκετές περιπτώσεις ασκεί αποφασιστική επίδραση στην ποιότητα του τελικού προϊόντος, είναι η «παραδοσιακή καλλιεργητική τεχνική», που εφαρμόζεται στην περιοχή. Ας εξετάσουμε όμως μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελληνικών προϊόντων, αναλύοντας τους παράγοντες στους οποίους οφείλουν τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά τους.

 

1. Το γενετικό υλικό

 

Βασικός παράγοντας που καθορίζει την ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων είναι το γενετικό υλικό. Σε πολλά καλλιεργούμενα είδη αλλά και σε εκτρεφόμενες φυλές ζώων, το γενετικό υλικό παίζει καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας.

 

Σημαντικές τοπικές ποικιλίες που προσαρμόστηκαν ιδανικά σε συγκεκριμένες περιοχές στο πέρασμα των χρόνων, παράγουν προϊόντα υψηλής ποιότητας, με ιδιαίτερη γεύση και άρωμα, όπως π.χ. το πεπόνι της ποικιλίας Άργους, τα μήλα της ποικιλίας Delicious Πιλαφά, τα βερίκοκα Μπεμπέκου, το φιρίκι του Βόλου, το ρόδι της ποικιλίας Ερμιόνης, τα σύκα του Μαρκοπούλου, η φάβα και το τοματάκι της Σαντορίνης, η φάβα της Καρυάς και η φακή της Εγκλουβής στη Λευκάδα, τα φιστίκια της Αίγινας, η βρώσιμη ελιά Καλαμών, τα μανταρίνια της Καλύμνου, η αγκινάρα της Τήνου κ.ά.

 

Τι εννοούμε με τον όρο τοπικές ή παραδοσιακές ποικιλίες

 

Με τον όρο «τοπικές» ή «παραδοσιακές» ποικιλίες, περιγράφονται οι πληθυσμοί ενός καλλιεργούμενου φυτικού είδους που είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης εμπειρικής επιλογής από τους καλλιεργητές σε μία περιορισμένη γεωγραφική τοποθεσία. Οι ποικιλίες-πληθυσμοί αυτοί επομένως χαρακτηρίζονται από πολύ καλή προσαρμοστικότητα στην περιοχή όπου αναπτύχθηκαν, από την ικανότητα να παράγουν ικανοποιητικά ακόμα και με χαμηλές καλλιεργητικές εισροές (π.χ. λίπανση) και από τα εξαιρετικά ποιοτικά τους γνωρίσματα (π.χ. οργανοληπτικά χαρακτηριστικά). Από τον τρόπο με το οποίο έγινε η επιλογή τους, οι ποικιλίες αυτές δεν έχουν υποστεί σημαντική γενετική διάβρωση και επομένως διατηρούν ένα σημαντικό απόθεμα γενετικής παραλλακτικότητας ή ποικιλότητας. Στο απόθεμα αυτό άλλωστε, της γενετικής ποικιλότητας καταφεύγουν συνεχώς οι βελτιωτές των φυτών, για να βρουν χρήσιμα γονίδια (ιδιαίτερα γονίδια προσαρμοστικότητας και ανθεκτικότητας σε βιοτικούς και αβιοτικούς παράγοντες) τα οποία προσπαθούν να ενσωματώσουν στις σύγχρονες ποικιλίες.

 

Σιτάρι

 

Πολύτιμο γενετικό υλικό για τη χώρα μας αποτελούν οι τοπικές ποικιλίες μαλακού και σκληρού σιταριού από τις οποίες παρασκευάζονται ασυναγώνιστης ποιότητας αρτοσκευάσματα και ζυμαρικά. Λόγω της μακροχρόνιας καλλιέργειας του μαλακού και σκληρού σιταριού στη χώρα μας, της φυσικής επιλογής, των διασχίσεων, των φυσικών μεταλλάξεων κ.ά. γενετικών διεργασιών, διαμορφώθηκαν τοπικές ποικιλίες και πληθυσμοί που προσαρμόστηκαν εξαιρετικά σε συγκεκριμένες περιοχές, με γενετικό υλικό που τους προσδίδει ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά (υφή του ενδοσπερμίου, χρώμα ενδοσπερμίου, περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, περιεκτικότητα σε γλουτένη κ.ά.) και τους καθιστά ασυναγώνιστους στην παρασκευή ψωμιού, παξιμαδιών, κουλουριών, μακαρονιών και πολλών άλλων αρτοσκευασμάτων και ζυμαρικών.

 

Εξαιτίας των ιδιαίτερων εδαφοκλιματικών συνθηκών πολλών περιοχών της χώρας και της αλληλεπίδρασής τους με το γενετικό υλικό, αλλά και λόγω της παραδοσιακής τεχνικής καλλιέργειας έχουν δημιουργηθεί στο πέρασμα των χρόνων πολλές τέτοιες τοπικές ποικιλίες. Σ’ αυτό συμβάλλει και η γεωγραφική απομόνωση πολλών νησιωτικών κυρίως περιοχών, όπως π.χ. η περιοχή της νήσου Λήμνου και άλλες. Τέτοιοι πολύτιμοι γενετικά πληθυσμοί φυλάσσονται στην τράπεζα γενετικού υλικού στη Θεσσαλονίκη. Και στην περιοχή μας – στα ορεινά κυρίως – είχαν εντοπισθεί τέτοιες τοπικές ποικιλίες αλλά δεν γνωρίζω να υπήρξε κάποια συνέχεια. Ενδεικτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε σαν τοπικές ποικιλίες το Χάσικο Κρήτης, τον Γκρινιά Ζακύνθου, το Ασπρόσταρο Χανίων, η Σκυλόπετρα Πτολεμαΐδας κ.ά. στο μαλακό σιτάρι και το Κοντοπούλι Λήμνου, το Μαυροθέρι Χίου, ο Μούδρος Λήμνου, η Ατσική Λήμνου κ.ά. στο σκληρό σιτάρι.

 

Κηπευτικά

 

Ιδιαίτερη αναφορά μπορεί να γίνει στις τοπικές ποικιλίες κηπευτικών, όπως τομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, μπάμιες, φασολάκια κ.ά., στις οποίες το γενετικό υλικό και η προσαρμοστικότητα εξασφαλίζει στα παραγόμενα προϊόντα απαράμιλλη γεύση και άρωμα, αποτέλεσμα μακροχρόνιας φυσικής επιλογής του φυτικού γενετικού υλικού που αναπτύσσεται εδώ και αιώνες στη χώρα μας. Και από αυτό το «θησαυρό» υπάρχουν αποθέματα στην τράπεζα γενετικού υλικού στη Θεσσαλονίκη αλλά η αξιοποίησή του είναι μάλλον περιορισμένη. Το γενετικό υλικό, σε συνδυασμό και σε αλληλεπίδραση με τις επικρατούσες ξηροθερμικές συνθήκες και την έντονη ηλιοφάνεια, συμβάλλουν στην ανάπτυξη στο μέγιστο δυνατό βαθμό του αρώματος, των βιταμινών, των αντιοξειδωτικών ουσιών και της περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες, στο σύνολο των παραγόμενων προϊόντων, φυτικής και ζωικής προέλευσης.

 

Σπαράγγια

 

Η Ελλάδα είναι 5η σε εξαγωγές σπαραγγιών, είναι μια καλλιέργεια σχετικά νέα, κυρίως προορίζεται για εξαγωγές δεδομένου ότι η εσωτερική αγορά δεν απορροφά μεγάλες ποσότητες. Το θετικό είναι ότι έχει προστιθέμενη αξία δεδομένου ότι τυποποιείται και συσκευάζεται σε σύγχρονες εγκαταστάσεις. Από αρκετούς χαρακτηρίζονται ως ο λευκός χρυσός .

 

Ελιά και ελαιόλαδο

 

Η Ελλάδα είναι 1η παγκόσμια δύναμη στην παραγωγή έξτρα παρθένου ελαιολάδου και 3η στον κόσμο στην παραγωγή ελιάς και λαδιού. Το ελαιόλαδο αποτελεί το εθνικό μας προϊόν όμως το 70% της παραγωγής μας αγοράζεται από την Ιταλία σε κατάσταση χύμα προς περίπου 2 ευρώ/λίτρο, συσκευάζεται, τυποποιείται και εξάγεται ως ιταλικό προς 20-30 ευρώ/λιτρο.

 

Στο γενετικό υλικό οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου, η καλύτερη σε παγκόσμια κλίμακα, αφού σε ποσοστό 80% της παραγόμενης κάθε χρόνο ποσότητας είναι έξτρα παρθένο, αποτέλεσμα κυρίως των καλλιεργουμένων ποικιλιών, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά έξτρα παρθένου ελαιολάδου για την Ιταλία είναι 40% και για την Ισπανία μόνο 25%. Τέτοιες εκλεκτές ελληνικές ποικιλίες ελαιοποιήσιμης ελιάς είναι η Κορωνέικη, η Μεγαρείτικη, η Αθηνολιά, η Κουτσουρελιά, η Ασπρολιά, και τοπικά η ποικιλία «Μαρώνειας».

 

Σε αρκετές περιπτώσεις, η υψηλή ποιότητα των προϊόντων οφείλεται στην αλληλεπίδραση του γενετικού υλικού και των κλιματικών συνθηκών που επικρατούν στις περιοχές καλλιέργειας (περιβάλλον ξηροθερμικό, υψηλή ένταση ηλιακής ακτινοβολίας). Αυτό ακριβώς ισχύει και για τις βρώσιμες ελιές, στις οποίες η ασυναγώνιστη παγκοσμίως ποιότητά τους οφείλεται κυρίως στις καλλιεργούμενες ποικιλίες, όπως είναι η ελιά Καλαμών, η κονσερβολιά Αμφίσης, η θρούμπα Θάσου, η πράσινη ελιά Χαλκιδικής κ.ά.

 

Κρασί

 

Μεταξύ των σημαντικών αμπελοοινικών χωρών του κόσμου, η χώρα μας είναι φημισμένη για το πλούσιο γενετικό υλικό που διαθέτει και τις εκατοντάδες τοπικές εκλεκτές ποικιλίες αμπέλου για παραγωγή κρασιού, όπως το Αηγιωργίτικο, το Ασύρτικο, η Μαλαγουζιά, η Μαλβαζία, το Ξινόμαυρο, το Σαββατιανό, το Μαυρούδι και πάρα πολλές άλλες, που αποτέλεσαν μάλιστα και τη βάση για την εξέλιξη πολλών ξένων ποικιλιών. Αυτό, σε συνδυασμό με τις ξηροθερμικές συνθήκες και την πλούσια ηλιοφάνεια κάτω από την οποία αναπτύσσονται τα σταφύλια, έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή οίνων άριστης ποιότητας. Η ηλιοφάνεια δημιουργεί άριστες συνθήκες φωτοσύνθεσης, με αποτέλεσμα την παραγωγή κυτταρικού χυμού πλούσιου σε ζάχαρα, βασικού και απαραίτητου στοιχείου για την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας.

 

Αρωματικά φαρμακευτικά φυτά (ΑΦΦ)

 

Η Ελλάδα είναι η 3η πιο πλούσια χώρα στον κόσμο σε βιοποικιλότητα και ιδίως σε αρωματικά φαρμακευτικά φυτά (ΑΦΦ) δεδομένου ότι διαθέτει περισσότερα από 2.000 είδη αυτοφυή και ενδημικά, τα οποία μένουν σχεδόν αναξιοποίητα και τα περισσότερα εκτός εθνικών καταλόγων. Ελπίζουμε ότι η νεοσύστατη πανελλήνια ένωση ΑΦΦ θα συμβάλλει σημαντικά τόσο στη διάδοση της καλλιέργειάς τους όσο και στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας τους.

 

Κλασσικό παράδειγμα προϊόντος υψηλής ποιότητας που οφείλεται στο γενετικό υλικό αποτελεί η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο δύο διαφορετικών ειδών ρίγανης. Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο, που αποτελεί το κύριο εμπορικό χαρακτηριστικό της ρίγανης, του είδους Origanum hirtum (κοινό όνομα: ελληνική ρίγανη) είναι τριπλάσια της αντίστοιχης του είδους Origanum onites (κοινό όνομα: τούρκικη ρίγανη) με προφανή την ποιοτική υπεροχή τόσο της παραγόμενης ξηράς δρόγης (αρτυματική ρίγανη) όσο και του ριγανέλαιου. Στην οροσειρά της Ροδόπης βρίσκουμε σε αυτοφυή μορφή την καλύτερη ρίγανη. Σημειώνεται επίσης ότι στην ελληνική ρίγανη η περιεκτικότητα του ριγανέλαιου σε καρβακρόλη, βασικού χημικού συστατικού του λαδιού, είναι σημαντικά μεγαλύτερη από ότι στο είδος Origanum onites.

 

Κρόκος

 

Η Ελλάδα είναι 3η σε παραγωγή κρόκου, που θεωρείται ο καλύτερος του κόσμου, διακινείται τυποποιημένος σε πολύ ωραία συσκευασία, με σημαντική προστιθέμενη αξία, έχει κατακτήσει τις αγορές και η καλλιέργειά του είναι εντοπισμένη στην περιοχή της Κοζάνης, όπου ο κρόκος έχει εγκλιματισθεί άριστα, αλλά δυστυχώς η καλλιέργεια του φθίνει καθώς είναι δύσκολη και οπωσδήποτε χρειάζεται στήριξη.

 

Καρύδια, κάστανα, κεράσια, βύσσινα

 

Στο γενετικό υλικό οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα των καρυδιών και των κάστανων που παράγονται σε πολλές περιοχές της χώρας (Πελοπόννησος και αλλού), όπως και των κερασιών (Αρκαδία, Όλυμπος κ.ά.) και των βύσσινων (Αρκαδία). Να σημειωθεί ότι ιδιαίτερης ποιότητας είναι και τα παραγόμενα μεταποιημένα προϊόντα, όπως το καρυδέλαιο, ο χυμός βύσσινου ή τα διπλωτά γλυκά με κάστανο.

 

Μανιτάρια

 

Ένα ακόμα πολύ σημαντικό, χαρακτηριστικό παράδειγμα γεωργικού προϊόντος που η εκλεκτή ποιότητά του οφείλεται στο γενετικό υλικό, αποτελούν οι τοπικές ποικιλίες εδώδιμων μανιταριών, με ασυναγώνιστη γεύση και άρωμα, που γίνονται ανάρπαστες από τις αγορές του εξωτερικού (π.χ. Γαλλία) όπως το ελληνικό βασιλομανίταρο.

 

Ελληνικά τυριά

 

Άλλο κλασσικό παράδειγμα μοναδικού προϊόντος υψηλής ποιότητας είναι το τυρί φέτα. Αυτό είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης γενετικού υλικού των εγχώριων φυλών εκτρεφόμενων αιγοπροβάτων και της διατροφής τους με την αυτοφυή χλωρίδα των ορεινών και ημιορεινών περιοχών της χώρας. Η Ελλάδα είναι 16η σε εξαγωγές τυροκομικών προϊόντων χάρη στη «φέτα» κυρίως, που είναι προϊόν ΠΟΠ και πρέπει εμείς οι ίδιοι να προστατέψουμε την ποιότητά της σαν κόρη οφθαλμού. Οι προδιαγραφές παραγωγής πρέπει να τηρούνται απαρέγκλιτα, γιατί οι ανταγωνιστές μας, που είναι πολλοί και σε όλο τον κόσμο, είναι έτοιμοι να μας στερήσουν τον χαρακτηρισμό ΠΟΠ. Είναι γεγονός ότι κάνουμε πολλά λάθη και όχι από άγνοια.

Η φέτα είναι προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ζήτηση από όλες τις χώρες του κόσμου.

 

Οι τοπικές ελληνικές φυλές προβάτων και αιγών, που το γάλα τους χρησιμοποιείται σε ανάμειξη -(πρόβειο και κατσικίσιο σε αναλογία 70-30, για την παραγωγή της φέτας, διαθέτουν μοναδικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη σημασία έχουν η ανθεκτικότητα τόσο σε ξηροθερμικό περιβάλλον, όσο και στις δύσκολες συνθήκες του χειμώνα, η ικανότητα αξιοποίησης της φτωχής και κατά περιόδους μόνο αυτοφυούς βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε ασθένειες και η ικανότητα επιβίωσης με περιορισμένους πόρους τροφής και νερού. Οι φυλές αυτές παράγουν γάλα και κρέας με μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και τα παραγόμενα στη συνέχεια προϊόντα (τυριά και κρεατοσκευάσματα) είναι ποιοτικά ασυναγώνιστα. Όμως πρέπει να επαναλάβω ότι και η φροντίδα όλων μας για την προστασία της φέτας πρέπει να είναι συνεχής και ιδιαίτερα επιμελημένη, γιατί οι κίνδυνοι από τους ανταγωνιστές μας είναι μεγάλοι και διαρκείς.

 

Εκτός όμως από τη φέτα, στους ίδιους παραπάνω λόγους (γενετικό υλικό, εκτροφή, διατήρηση) σε συνδυασμό και με τον τρόπο παρασκευής, οφείλεται η υψηλή ποιότητα και πολλών άλλων ελληνικών τυριών, είτε αυτά είναι καταχωρημένα ως ΠΟΠ είτε όχι. Από τα τυριά ΠΟΠ μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά τη γραβιέρα Κρήτης, το κασέρι και το λαδοτύρι της Μυτιλήνης, τη γραβιέρα Νάξου, το κατίκι Δομοκού, το μανούρι, το Μετσοβόνε, το ανεβατό, το γαλοτύρι κ.ά., ενώ από τα μη καταχωρημένα ακόμη αλλά υψηλής ποιότητας μπορούμε να αναφέρουμε το κεφαλοτύρι της Καστοριάς, το ορεινό των Χανίων και το κεφαλοτύρι της Ξάνθης.

 

Γιαούρτι

 

Ξεχωριστή περίπτωση, άξια όμως αναφοράς λόγω ποιότητας, αποτελεί το ελληνικό παραδοσιακό γιαούρτι, το οποίο έχει ήδη κατακτήσει πολλές αγορές του εξωτερικού και η κατανάλωσή του τρέχει με υψηλούς αυξητικούς ρυθμούς. Η επιτυχημένη παρουσία του στη διεθνή αγορά οφείλεται κυρίως στην εξαιρετική του γεύση, την απίστευτα κρεμώδη υφή του και την ιδιαίτερα υψηλή διατροφική του αξία, αφού περιέχει διπλάσιο ασβέστιο και πρωτεΐνες από τα ελαφρά και άνοστα ανταγωνιστικά του γιαούρτια. Η περίπτωση του γιαουρτιού είναι ξεχωριστή γιατί η παρασκευή του αποτελεί κυρίως θέμα κατάλληλης ειδικής τεχνογνωσίας, που και αυτή συμβάλλει στη δημιουργία προϊόντων ποιότητας.

 

Ντόπιος ζωικός πληθυσμός

 

Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφέρουμε στα πρόβατα τις τοπικές φυλές χιώτικο, καραγκούνικο, αργείτικο, ορεινό της Ηπείρου (μπούτσικο), Λέσβου, Κύμης, Σερρών, Σκύρου, Ζακύνθου, Καλαρίτικο, Ελασσόνας κ.ά., στους χοίρους τον μαύρο ελληνικό χοίρο, στις αίγες το κατσίκι Ελασσόνας, το εξαιρετικής νοστιμιάς κατσίκι Σκύρου και Σαμοθράκης κ.ά., στις αγελάδες την αγελάδα Κατερίνης και την αγελάδα Τήνου, τον βούβαλο της Κερκίνης, τις ελληνικές γαλοπούλες κ.ο.κ. Στο επίπεδο του ντόπιου ζωικού πληθυσμού αξιομνημόνευτες για το γενετικό τους υλικό είναι επίσης η τοπική μικρόσωμη φυλή αλόγων της Σκύρου, τα άλογα της Θεσσαλίας, το αλογάκι της Ρόδου κ.ά.

 

Σημειώνεται ότι στη χώρα μας υπάρχουν δεκάδες εκτροφές αυτοχθόνων φυλών ζώων όλων των ειδών στην Κερκίνη, την Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, τον Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας, την Παραβόλα Αιτωλοακαρνανίας, το Ακρωτήρι Χανίων, την Ιθάκη, τον Πύργο, την Καλαμπάκα, τα Τρίκαλα, τις Φέρρες του Έβρου και αλλού.

 

2. Το κλίμα

 

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας στον οποίο οφείλεται η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, είναι το κλίμα και κυρίως η μεγάλη ηλιοφάνεια όλες τις εποχές του χρόνου, ακόμα και το χειμώνα. Η μοναδική σε ένταση ηλιακή ακτινοβολία έχει ως αποτέλεσμα υψηλούς ρυθμούς φωτοσύνθεσης, με αποτέλεσμα την παραγωγή σε όλα τα καλλιεργούμενα φυτά πυκνού κυτταρικού χυμού, υψηλής συγκέντρωσης σε ζάχαρα και χαμηλής σε οξέα, στην οποία οφείλεται κυρίως η απαράμιλλη γεύση των ελληνικών φρούτων και λαχανικών.

 

Στον ίδιο λόγο, πέραν του γενετικού υλικού, οφείλεται και η αυξημένη περιεκτικότητα πολλών παραγόμενων καρπών σε πρωτεΐνες. Η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας (φωτισμός ή φωτοπεριοδισμός) σε συνδυασμό με τις ήπιες θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στις περισσότερες περιοχές της χώρας και τις δροσερές θερμοκρασίες της άνοιξης, ευνοούν την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των μεταβολικών διεργασιών κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης των φυτών (φωτοσύνθεση, διαπνοή κ.ά.) με αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων με άριστη αναλογία σακχάρων και οξέων και επομένως άριστων ποιοτικά.

 

Σκληρό σιτάρι

 

Οι ξηροθερμικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν το κλίμα της χώρας μας είναι εκείνες στις οποίες οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού σκληρού σιταριού (υψηλότατο ποσοστό υαλωδών κόκκων, με αποτέλεσμα να παράγεται άριστης ποιότητας σιμιγδάλι), που είναι ανώτερη από την ποιότητα π.χ. του ιταλικού σκληρού σιταριού και γι’ αυτό ζητούμενου για την παραγωγή ζυμαρικών που δεν χυλώνουν κατά το βρασμό.

Στις άλλες χώρες, βροχοπτώσεις στη διάρκεια του γεμίσματος του σπόρου (Μάιος – Ιούνιος), φαινόμενο ιδιαίτερα συνηθισμένο την εποχή αυτή λόγω του εκεί επικρατούντος κλίματος, συντελούν στην παραγωγή σκληρού σιταριού υποβαθμισμένης ποιότητας, με μειωμένο ποσοστό σκληρών κόκκων στο ενδοσπέρμιο και επομένως ακατάλληλου για την παραγωγή ζυμαρικών υψηλής ποιότητας.

 

Κρέας

 

Στις ίδιες ξηροθερμικές συνθήκες, στις οποίες οφείλεται η ανάπτυξη συγκεκριμένης πλούσιας αυτοφυούς αρωματικής και φαρμακευτικής χλωρίδας, οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του κρέατος των ζώων ελευθέρας βοσκής, βοοειδών, αιγοπροβάτων και χοίρων που καταναλώνουν τα συγκεκριμένα φυτά. Η ποιότητα του παραγόμενου κρέατος είναι μοναδική και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης του γενετικού υλικού των τοπικών φυλών ζώων και της πλούσιας χλωρίδας, που δημιουργούν οι ξηροθερμικές συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος της κάθε περιοχής της χώρας μας.

 

Μέλι

 

Οι παράγοντες αυτοί του κλίματος συμβάλλουν επίσης στη δημιουργία πλούσιας φυτικής βιοποικιλότητας που με τη σειρά της συμμετέχει αποφασιστικά στη διαδικασία της παραγωγής προϊόντων υψηλής ποιότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παραγωγή στη χώρα μας του καλύτερου ποιοτικά μελιού της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαιτίας της πλούσιας χλωρίδας της ελληνικής γης, στην οποία «βόσκουν» τα μελισσοσμήνη.

Το κλίμα συνεργεί εντέλει μαζί με το γενετικό υλικό, στην εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου, της φέτας, των ελληνικών κρασιών, των φρούτων και των λαχανικών και πολλών άλλων προϊόντων, όπως αναφέρεται και παραπάνω.

 

Αρωματικά φαρμακευτικά φυτά

 

Αναπτυσσόμενα κάτω από ξηροθερμικές συνθήκες, τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά δημιουργούν φύλλα χονδρά με μικρότερη επιφάνεια αλλά με μεγαλύτερο αριθμό αδενωδών τριχών οι οποίες εκκρίνουν αιθέρια έλαια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποσότητα και την ποιοτική σύνθεση των παραγόμενων αιθέριων ελαίων αλλά και των προϊόντων φυτικής και ζωικής προέλευσης που παράγονται από τη χρησιμοποίηση των παραπάνω φυτών. Αυτό γίνεται σαφές εάν κανείς λάβει υπόψη του την υψηλή ποιότητα σε αιθέρια έλαια και αρωματικές ουσίες της ελληνικής ρίγανης, της λεβάντας, του μελισσόχορτου, του φασκόμηλου, του σιδερίτη (τσάι του βουνού) και πολλών άλλων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, όπως το γιασεμί, το δενδρολίβανο, η ματζουράνα, η λεβάντα, η λεβαντίνη, η μέντα κ.ά.

 

Ροδάκινα

 

Οι κλιματικοί παράγοντες που επικρατούν στην περιοχή είναι επίσης «υπεύθυνοι» για την σπουδαία γεύση και το υπέροχο άρωμα των παραγόμενων συμπύρηνων ροδάκινων στους νομούς Πέλλας και Ημαθίας, με αποτέλεσμα τα κονσερβοποιημένα προϊόντα τους να έχουν υψηλή ζήτηση από τις πιο απαιτητικές αγορές της Ευρώπης (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία κ.ά.). Το ίδιο ισχύει και για τα παραγόμενα στην ίδια περιοχή επιτραπέζια ροδάκινα.

 

3. Το ανάγλυφο και τα μικροκλίματα

 

Τρίτος σημαντικός παράγοντας είναι σε αρκετές περιπτώσεις το ανάγλυφο του εδάφους και η ύπαρξη πολλών μικροκλιμάτων στην ελληνική επικράτεια ή η αλληλεπίδραση του ανάγλυφου με τους προηγούμενους δύο παράγοντες.

 

Όσπρια

 

Χαρακτηριστική περίπτωση η βραστερότητα των οσπρίων, που είναι το κύριο εμπορικό χαρακτηριστικό τους. Την καλύτερη βραστερότητα ή βραστικότητα παρουσιάζουν π.χ. οι σπόροι της φακής που αναπτύσσονται σε έδαφος που είναι επαρκώς εφοδιασμένο με άζωτο, φωσφόρο, ασβέστιο, μαγνήσιο, θείο, βόριο, χαλκό, σίδηρο, μαγγάνιο, μολυβδαίνιο, ψευδάργυρο και κάλιο. Όταν το έδαφος είναι πλούσιο σε ασβέστιο και μαγνήσιο τα όσπρια βράζουν με δυσκολία. Επίσης, σε χωράφια βαθιά και καλά στραγγιζόμενα παράγονται καλόβραστα όσπρια, ενώ σε χωράφια συνεκτικά και υγρά τα όσπρια δεν βράζουν καλά.

 

Στη βραστικότητα των οσπρίων λόγο έχει και η στιγμή της συγκομιδής, για να αναφερθούμε και στον παράγοντα «επίδραση στην ποιότητα της ασκούμενης καλλιεργητικής τεχνικής». Τα όσπρια (φακές – ρεβίθια κ.ά.) που συγκομίζονται λίγο πριν από την τέλεια ωρίμανσή τους και ξεραίνονται σε σκιερό καιρό γίνονται καλόβραστα, ενώ όσα συγκομίζονται εντελώς ώριμα και ξερά δεν βράζουν καλά.

 

Το ιδιαίτερο εδαφικό περιβάλλον που διαμορφώνεται από το ανάγλυφο στην περιοχή του οροπεδίου της Εγκλουβής και της πεδιάδας της Καρυάς στην ορεινή Λευκάδα, σε συνδυασμό με το γενετικό υλικό (τοπικές ποικιλίες) και την παραδοσιακή τεχνική καλλιέργειας, είναι οι παράγοντες στους οποίους οφείλεται η καταπληκτική ποιότητα και τα άριστα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά της φακής εγκλουβής και του λαθουριού (φάβα), που παράγονται αντίστοιχα στις δύο παραπάνω περιοχές.

 

Το εδαφοκλιματικό περιβάλλον σε αλληλεπίδραση με το γενετικό υλικό των τοπικών ποικιλιών, δημιουργούν επίσης τα άριστα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν τα φασόλια των Πρεσπών, τις φακές και τα ρεβίθια της Νίκαιας στη Λάρισα, τα όσπρια της Καστοριάς κ.ά.

 

Καπνός

 

Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υψηλή ποιότητα του προϊόντος που προκύπτει από την καλλιέργεια της ποικιλίας καπνού «Μπασμάς» της Ξάνθης και της Ροδόπης.

Το αναντικατάστατο φυσικό άρωμα των καπνόφυλλων της συγκεκριμένης ποικιλίας, οφείλεται στο συνδυασμό γενετικού υλικού αλλά και των ημιορεινών, χαλικωδών, άγονων ή μέτρια γόνιμων εδαφών των περιοχών μας, στα οποία καλλιεργείται ο καπνός. Αυτό το φυσικό άρωμα του μπασμά είναι το στοιχείο που κάνει τα φύλλα της ποικιλίας περιζήτητα από το διεθνές καπνεμπόριο, ως απαραίτητο συστατικό του χαρμανιού των δημοφιλέστερων σήμερα τσιγάρων στον κόσμο, όπου μπαίνουν σαν αλατοπίπερο.

 

Μαστίχα

 

Στο ιδιαίτερο εδαφοκλιματικό περιβάλλον οφείλεται επίσης η παραγωγή μαστίχας στη νότια Χίο, καθιστώντας την περιοχή μοναδική στον κόσμο στην παραγωγή ιδιαίτερα ποιοτικών και ασυναγώνιστων προϊόντων.

 

Εσπεριδοειδή

 

Στους ίδιους παραπάνω λόγους οφείλεται ο πλούσιος χυμός, η απαράμιλλη γεύση και το υπέροχο άρωμα των εσπεριδοειδών -πορτοκάλια και μανταρίνια, που παράγονται στα «πορτοκαλοχώρια» των Χανίων, της Λακωνίας, της Μεσσηνίας, της Χίου κ.α.

 

Ελλάδα, η χώρα με την πλουσιότερη χλωρίδα της Ευρώπης

 

Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που αποδεικνύει την ιδιαίτερη επίδραση των παραγόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω στην ποιότητα των παραγόμενων στη χώρα μας γεωργικών προϊόντων και ιδιαίτερα των εδαφοκλιματικών συνθηκών και της αλληλεπίδρασής τους, είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι αυτοί παράγοντες είναι εκείνοι που επιτρέπουν στους έλληνες παραγωγούς να καλλιεργούν με επιτυχία ένα τεράστιο αριθμό φυτικών ειδών, τέτοιο που δεν μπορεί να συναντήσει κανείς σε καμιά χώρα του κόσμου. Είναι οι ίδιοι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την πλουσιότερη χλωρίδα που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ςυρωπαϊκή χώρα.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.