Περι βιολογικης γεωργιας

Θέμα του σημερινού άρθρου είναι η βιολογική γεωργία και τα προϊόντα της. Όπως έχουμε ξαναπεί η «βιολογική γεωργία» δεν είναι απλά μια άλλης μορφής γεωργία, μια άλλη «συνταγή» παραγωγής. Είναι ουσιαστικά μια άλλη φιλοσοφία, μια άλλη αντίληψη των πραγμάτων. Δεν είναι μία ακόμα ταμπέλα που έχουν κάποια προϊόντα για να αποκτήσουν πλεονέκτημα στον διαρκώς εντεινόμενο ανταγωνισμό και να δικαιολογήσουν την ακριβότερη τιμή τους. Ούτε πρέπει να θεωρείται μία ακόμα ευκαιρία για να απορροφηθούν χρήματα από την Ε.Ε. στο πλαίσιο αντίστοιχων κοινοτικών προγραμμάτων

 

Η φιλοσοφία της βιολογικής γεωργίας

 

Η βιολογική γεωργία δεν είναι φυσικά η επιστροφή στο ησιόδειο άροτρο ή η εγκατάλειψη της παραγωγής στην τύχη της και ό,τι δώσει ο θεός. Είναι μια δύσκολη προσπάθεια, που απαιτεί γνώσεις, έρευνα, διαρκή έγνοια, προσπάθεια, παρατηρητικότητα και βέβαια ενεργό παρουσία του παραγωγού. Βασική αρχή του βιοκαλλιεργητή είναι η πρόληψη. Ο βιοκαλλιεργητής προλαμβάνει, δημιουργεί περιβάλλον που δεν είναι ευνοϊκό για τους εχθρούς και τις ασθένειες, καταπολεμά τα αίτια που προκαλούν τις προσβολές. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η Φύση δεν είναι ένα εργοστάσιο βιομηχανικής παραγωγής που βάζεις από τη μια πλευρά σπόρο, λιπάσματα, φυτοφάρμακα και βγάζεις από την άλλη τρόφιμα. Είναι μια προσωπική επιλογή για το τι τρόφιμα θέλουμε να τρώμε και σε τι περιβάλλον θέλουμε να ζήσουμε. Αλλά, αν το δούμε και ευρύτερα, μπορεί να είναι και μια πολιτική επιλογή για το πού θέλουμε να κατευθύνουμε τη γεωργία αλλά και την κτηνοτροφία της χώρας μας, υπολογίζοντας σε ένα βιώσιμο μέλλον.

 

Η βιολογική γεωργία στην Ελλάδα σε αριθμούς

 

Ένας λόγος που ασχολούμαστε σήμερα με τη βιολογική γεωργία είναι γιατί σα χώρα έχουμε δυνατότητες για την ανάπτυξή της, με προοπτική όχι μόνο να καλύψουμε τις εισαγωγές – πράγμα που δείχνει αυξημένη ζήτηση από τους Έλληνες καταναλωτές – αλλά γιατί όχι να κάνουμε και στοχευμένες εξαγωγές. Να σημειωθεί ότι το 65-70% της αξίας των βιολογικών προϊόντων που διακινούνται στην εγχώρια αγορά, είναι εισαγόμενα! Από πλευράς μεριδίου αγοράς τροφίμων, τα βιολογικά κατέχουν το 3,5-4% με συνολικό τζίρο 25 -30 εκατ. ευρώ.

 

Οι κυριότερες βιολογικές καλλιέργειες στη χώρα μας αφορούν το λάδι και την ελιά (47,5%), τα σιτηρά (23%), τα αμπέλια (6,1%), τα εσπεριδοειδή (3,8%). Στα ράφια των καταστημάτων τα βιολογικά κατέχουν 10% στα φρούτα-λαχανικά, 22% ελαιόλαδο, 13% προϊόντα οίνου, 17% προϊόντα ζωικής προέλευσης (κρέας, αλλαντικά, αυγά, κά), 11% προϊόντα δημητριακών και 27% προϊόντα άλλων κατηγοριών. Όσον αφορά τη διακίνηση και εμπορία βιολογικών προϊόντων, 40% γίνονται από τις αλυσίδες super-market, 50% από τα ειδικευμένα καταστήματα και τις αλυσίδες τους, 5% από τις λαϊκές αγορές βιολογικών και 5% από άλλους φορείς. Τα κυρίως εξαγώμενα βιολογικά προϊόντα από τη χώρα μας είναι ελαιόλαδο (το 70% του βιολογικά παραγόμενου) και εσπεριδοειδή (το 65% των βιολογικά παραγόμενων).

 

Η βιολογική γεωργία ως πρόταση για μια βιώσιμη ανάπτυξη της γεωργίας

 

Αν προσπαθήσουμε να γνωρίσουμε τη βιολογική γεωργία, ένα από τα πρώτα πράγματα που θα αντιληφθούμε είναι ότι αυτή η μορφή γεωργίας δεν είναι ένα σύγχρονο επίτευγμα της γεωπονικής επιστήμης. Από την αρχαιότητα ο άνθρωπος προκειμένου να καλύψει τις διατροφικές του ανάγκες εξασκούσε γεωργικές πρακτικές, που ουσιαστικά δεν διαφέρουν σημαντικά από τις πρακτικές που εφαρμόζονται σήμερα στο βιολογικό τρόπο παραγωγής.

 

Τα τεχνολογικά επιτεύγματα και η πρόοδος του περασμένου αιώνα, όπως αναλύσαμε σε προηγούμενες εκπομπές μας, οδήγησαν στην ξέφρενη ανάπτυξη του γεωργικού τομέα, που είχε στόχο τη μεγιστοποίηση της παραγωγής και φυσικά του κέρδους.

Αποτέλεσμα αυτής της πορείας ήταν η διαμόρφωση ενός συστήματος γεωργικών πρακτικών που επικράτησε παγκόσμια και ονομάζεται συμβατική γεωργία. Η συμβατική γεωργία έκανε και κάνει χρήση των νέων τεχνολογιών και μεθόδων, χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, για τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον και στα παραγόμενα προϊόντα. Η αλόγιστη και χωρίς σχεδιασμό χρήση τους όμως οδήγησε μέσα σε λίγες μόλις δεκαετίες στα πρώτα ανησυχητικά συμπτώματα. Διατροφικά σκάνδαλα, ρύπανση εδάφους και υπόγειων νερών, ερημοποίηση μεγάλων εκτάσεων και κλιματική αλλαγή είναι φαινόμενα που η επιστημονική κοινότητα καταλογίζει σε μεγάλο βαθμό και στη συμβατική γεωργία. Σήμερα, η κατάσταση έχει προσλάβει απειλητικές διαστάσεις με αποτέλεσμα να καταβάλλονται σημαντικές και πολύπλευρες προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος.

 

Η βιολογική γεωργία, όσον αφορά τον πρωτογενή τομέα, αποτελεί την αξιόπιστη πρόταση για μια βιώσιμη ανάπτυξη της γεωργίας. Είναι ένα σύστημα γεωργικής πρακτικής που σέβεται το περιβάλλον χρησιμοποιώντας πρακτικές και τεχνικές που προστατεύουν το οικοσύστημα και μειώνουν τη ρύπανση. Ο βιολογικός τρόπος παραγωγής προϊόντων χρησιμοποιεί μεθόδους και διεργασίες που στοχεύουν στην αειφορία του περιβάλλοντος. Μέσω της βιολογικής γεωργίας αναπαράγονται παρόμοιες πρακτικές με αυτές του φυσικού συστήματος, ώστε να επιτυγχάνεται ισορροπία με σκοπό τη διατήρηση των φυσικών πόρων.

 

Οι κανόνες της βιολογικής παραγωγής, όπως αυτές θεσπίζονται από τις αρμόδιες αρχές, περιορίζουν τους παραγωγούς βιολογικών προϊόντων να εφαρμόζουν πρακτικές, που δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Με τις βιολογικές μεθόδους η γεωργική παραγωγή διαφοροποιείται από όσα είχαν συνηθίσει οι παραγωγοί μέχρι σήμερα. Το κέρδος δεν αναμένεται από τη μεγιστοποίηση της παραγωγής, από τη θεοποίηση της ποσοτικής γεωργίας, αλλά από την παραγωγή ασφαλών, ποιοτικών, υγιεινών προϊόντων και την προστασία του περιβάλλοντος και του ανθρώπου.

 

Όπως έχουμε τονίσει και άλλη φορά, το θέμα της αγροτικής παραγωγής με σύγχρονη και αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος, είναι μεγάλης σημασίας για τον καθένα μας, αλλά και υποχρέωσή μας για τις γενιές που έρχονται, γιατί τη γη δεν την κληρονομήσαμε από τους γονείς μας, αλλά την δανειστήκαμε από τα παιδιά μας και σε αυτά πρέπει να την παραδώσουμε και μάλιστα καλύτερη από ότι την παραλάβαμε.

 

Οι στόχοι της βιολογικής γεωργίας

 

Η φιλοσοφία και οι στόχοι της βιολογικής γεωργίας είναι:

• Να παράγει τροφή υψηλής θρεπτικής αξίας σε επαρκή ποσότητα

• Να διατηρήσει και να αυξήσει μακροπρόθεσμα τη γονιμότητα του εδάφους

• Να εργαστεί όσο είναι δυνατόν, με υλικά και ουσίες που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν ή να ανακυκλωθούν

• Να περιορίσει όλες τις μορφές ρύπανσης που προέρχονται από τη γεωργική πρακτική

• Να διατηρήσει τη γενετική ποικιλομορφία των γεωργικών οικοσυστημάτων συμπεριλαμβανομένης της προστασίας των φυτών και των άγριων ζώων

• Να ενθαρρύνει και να αυξήσει τους βιολογικούς κύκλους στα γεωργικά συστήματα.

• Να εργαστεί όσο είναι δυνατό, σε κλειστά συστήματα σε σχέση με την οργανική ουσία και τα θρεπτικά στοιχεία

 

Δίνεται επομένως έμφαση στην ανάπτυξη και προαγωγή ολοκληρωμένων σχέσεων μεταξύ εδάφους, φυτών, ζώων, ανθρώπου και βιόσφαιρας, έτσι ώστε τελικά να λαμβάνονται γεωργικά προϊόντα και είδη διατροφής χωρίς χημικά υπολείμματα και ταυτόχρονα το περιβάλλον να προστατεύεται και να αναβαθμίζεται. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση του καταναλωτικού κοινού προς την υγιεινή διατροφή. Η τάση αυτή αυξάνεται με το χρόνο λόγω της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών σε θέματα περιβάλλοντος, αλλά και υγείας. Τα βιολογικά προϊόντα θεωρούνται πιο υγιεινά από τα συμβατικά, αφού καλλιεργούνται χωρίς φυτοφάρμακα, χωρίς χημικά λιπάσματα και υπόσχονται να φέρουν στο τραπέζι την υγιεινή διατροφή. Η βιολογική γεωργία κερδίζει συνεχώς έδαφος, αν και απέχει πολύ από το να «νικήσει» τη συμβατική, εντατική γεωργία και κτηνοτροφία. Αναπτύσσεται σε όλο τον κόσμο μετά από την απαίτηση των καταναλωτών για ασφαλή και υγιεινά τρόφιμα που θα παράγονται με φιλικούς για το περιβάλλον τρόπους.

 

Η εικόνα της βιολογικής γεωργίας σε χώρες της ΕΕ

 

Ο αριθμός των βιοκαλλιεργητών παρουσιάζει σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με την υλοποίηση αντίστοιχων επιδοτούμενων κοινοτικών προγραμμάτων, πράγμα που δείχνει ότι η βιολογική γεωργία εκ μέρους τους δεν είναι συνειδητή επιλογή, αλλά εντάσσεται στο κυνήγι των επιδοτήσεων. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η βιολογική γεωργία αναπτύχθηκε γρήγορα ιδιαίτερα μετά το 1990. Σε αυτό το γεγονός συνετέλεσε το έντονο ενδιαφέρον και η ζήτηση των καταναλωτών, δεδομένου ότι περίπου τα μισά σχεδόν προϊόντα βιολογικής γεωργίας που παράγονται σε όλον τον κόσμο, πωλούνται στην EΕ. Αξίζει να αναφέρουμε κάποια στοιχεία, από 2-3 χώρες της ΕΕ για να σχηματίσουμε μια εικόνα, για το πώς διαμορφώνεται εκεί η βιολογική γεωργία και κυρίως πως αντιμετωπίζεται από την υπεύθυνη πολιτεία.

 

Μία από τις χώρες με την παλαιότερη παράδοση στη βιολογική παραγωγή, η Αυστρία, παρουσιάζει ιδιαίτερη ανάπτυξη στον τομέα αυτόν, κυρίως λόγω της μεγάλης βοήθειας, που το κράτος προσφέρει ως πολιτική επιλογή. Δεν είναι τυχαίο ότι μία από τις μεγαλύτερες κοιτίδες βιολογικής γεωργίας που αναπτύχθηκε στη χώρα μας, στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στη Mάνη οργανώθηκε από ένα ζευγάρι Aυστριακών. H πρώτη οικολογική φάρμα στην Αυστρία ιδρύθηκε το 1927 στην Kαρίνθια και το 1935 ξεκίνησε συστηματικά η βιολογική καλλιέργεια από νέους αγρότες. Η βιολογική γεωργία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Αυστρία όταν το 1991 η κυβέρνηση αποφάσισε να χρηματοδοτήσει τους αγρότες που θα μετέτρεπαν τις καλλιέργειές τους από συμβατικές σε βιολογικές.

 

Όταν το 1995 η Αυστρία προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τα αγροπεριβαλλοντικά προγράμματά της προκειμένου να προωθήσει περισσότερο τη βιολογική παραγωγή, ενώ παράλληλα δόθηκαν κίνητρα σε όσους ήθελαν να μετατρέψουν σε βιολογικές τις εκτάσεις που έβοσκαν τα ζώα. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε μεγάλη διαφημιστική καμπάνια από τη βιομηχανία και τα σούπερ μάρκετ, που γρήγορα υιοθέτησαν τα βιολογικά προϊόντα καθώς και διαφημιστικές εκστρατείες για την πληροφόρηση των καταναλωτών, ερευνητικά προγράμματα και μέτρα υποστήριξης της διάθεσης και εμπορίας των βιολογικών προϊόντων.

 

Στη χώρα μας δεν είδαμε ποτέ κάτι ανάλογο. Είδαμε υπουργούς να επαίρονται για την μεγάλη απορρόφηση των κοινοτικών πόρων, των επιδοτήσεων δηλαδή, γιατί θα τους εξασφάλιζαν την παραμονή τους στην κυβέρνηση και κατά πάσα πιθανότητα την επανεκλογή τους.

 

Στη Γερμανία, η κυβέρνηση κάνει τα αδύνατα δυνατά για να επιτύχει την αύξηση των εκτάσεων που καλλιεργούνται βιολογικά προχωρώντας στην υιοθέτηση σειράς μέτρων στήριξης της βιολογικής γεωργίας, μέσω της εφαρμογής του Ομοσπονδιακού Προγράμματος Bιολογικής Γεωργίας, της εισαγωγής της «βιολογικής σφραγίδας» για την πιστοποίηση και της επέκτασης του χρόνου στήριξης των βιοκαλλιεργητών. Επίσης, δημιουργήθηκε ειδική πύλη για τη βιολογική γεωργία στο Διαδίκτυο, πραγματοποιούνται σεμινάρια επιμόρφωσης για τους αγρότες, χρηματοδοτήθηκαν έρευνες για τη βιολογική γεωργία, έγιναν και γίνονται κάθε χρόνο διεθνείς εκθέσεις ειδικά για τη βιολογική γεωργία, δημιουργήθηκε ένα δίκτυο πρότυπων επισκέψιμων βιολογικών αγροκτημάτων και ελήφθησαν μέτρα για την πληροφόρηση των νέων αγροτών για τη βιολογική γεωργία.

 

Η Ιταλία, είναι η χώρα που διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό μονάδων βιολογικής καλλιέργειας και στρεμμάτων, σε απόλυτους αριθμούς στην EE. Πάνω από το 25% της έκτασης που καλλιεργείται βιολογικά στην Ευρώπη (12.300.000 στρέμματα), βρίσκεται επί ιταλικού εδάφους.

 

Υπάρχουν όμως χώρες, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία, όπου η βιολογική γεωργία, 13 χρόνια μετά τον πρώτο κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για στήριξη του βιολογικού τρόπου παραγωγής, βρίσκεται στο αρχικό στάδιο και το ποσοστό της έκτασής τους που καλλιεργείται βιολογικά δεν ξεπερνά το 1% της συνολικής καλλιεργήσιμης έκτασής τους.

 

Καταρρίπτοντας το «μύθο» περί ακριβότερων βιολογικών προϊόντων

 

«Γιατί να βάλω στη διατροφή μου, τα βιολογικά προϊόντα; Σε τι διαφέρουν από τα αντίστοιχα συμβατικά; Γιατί είναι ακριβότερα τα βιολογικά προϊόντα;», αυτά μπορεί να είναι κάποια από τα ερωτήματα που μπορεί να βάλει ο κάθε «ψαγμένος» καταναλωτής. Ας προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποιες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα, ξεκινώντας από αυτό που αφορά τη τσέπη μας, το βαρύτερο οικονομικά.

 

Είναι πράγματι ακριβότερα τα βιολογικά προϊόντα; Αν σαν μέτρο σύγκρισης πάρουμε την ονομαστική τιμή, θα μπορούσαμε να πούμε με μεγάλη ευκολία, ναι τα βιολογικά προϊόντα είναι ακριβότερα σε σχέση με τα αντίστοιχα συμβατικά κατά 30 – 50% ή και περισσότερο μερικές φορές.

 

Όταν αγοράζουμε τρόφιμα όμως κυρίως αγοράζουμε θρεπτικά στοιχεία απαραίτητα για τον οργανισμό μας. Από μελέτες που έχουν πραγματοποιήσει, διάφορα Ερευνητικά Ιδρύματα, Ινστιτούτα, Πανεπιστήμια, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, προκύπτει ότι τα βιολογικά προϊόντα έχουν μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε θρεπτικά συστατικά και μικρότερη περιεκτικότητα σε νερό σε σχέση με τα συμβατικά.

Για παράδειγμα, στις αναφερόμενες έρευνες διαπιστώθηκε ότι οι βιολογικές τομάτες, σε σχέση με τις συμβατικές, έχουν 30-40% λιγότερο νερό, 20% περισσότερες πρωτεΐνες, 20% περισσότερα ολικά ζάχαρα, 13-18 περισσότερο κάλιο, 10-56% περισσότερο ασβέστιο, 10-13% περισσότερο φώσφορο, 30-77% περισσότερο σίδηρο, 49% περισσότερο μαγνήσιο 70-97% λιγότερα νιτρικά, 22% περισσότερη βιταμίνη C, 35% περισσότερη βιταμίνη Α, περισσότερο λυκοπένιο, περισσότερα φλαβονοειδή και καροτίνη. Ένας λόγος λοιπόν που αγοράζουμε ακριβότερα είναι γιατί αγοράζουμε περισσότερα θρεπτικά και λιγότερο νερό.

 

Μάλιστα σύμφωνα με μια τελευταία έρευνα, που πραγματοποίησαν Αμερικάνοι επιστήμονες του πανεπιστημίου του Τέξας, σε 43 ακατέργαστες φυτικές τροφές με συμβατικό τρόπο παραγωγής, όσον αφορά τη σύνθεση τους, συγκρίνοντας τη μεταβολή της σύνθεσης αυτών των τροφών από το έτος 1950 έως το έτος 2000, διαπιστώνονται σημαντικές μειώσεις της περιεκτικότητας σε 6 θρεπτικά συστατικά: πρωτεΐνες, ασβέστιο, φώσφορος, σίδηρος, ριβοφλαβίνη και ασκορβικό οξύ. Οι μειώσεις κυμάνθηκαν από 6% σε πρωτεΐνες, έως 38% σε ριβοφλαβίνη. Οι μεγάλες μειώσεις μάλιστα σημειώθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια. Είναι ένα εντυπωσιακό φαινόμενο του οποίου δεν έχουν εκτιμηθεί δεόντως οι επιπτώσεις, που δείχνει δυστυχώς ότι με τα ίδια διατροφικά δεδομένα έχουμε μειωμένη πρόσληψη των παραπάνω θρεπτικών συστατικών.

 

Αλλά ας αντιστρέψουμε την ερώτηση και ας ρωτήσουμε «είναι φθηνότερα τα συμβατικά προϊόντα;». Η ονομαστική τιμή πώλησης των συμβατικών είναι μικρότερη, όμως στην τιμή αυτή περιλαμβάνεται το κόστος απορρύπανσης των καλλιεργούμενων εδαφών και των υδάτων (υπόγειων και επιφανειακών) από λιπάσματα και γεωργικά φάρμακα; Το κόστος απόσυρσης και η ταφή τους στις χωματερές αρκετών αγροτικών προϊόντων; Το κόστος των μεγαλύτερων ποσοτήτων ενέργειας, που απαιτείται για την παραγωγή τους; Το κόστος από τις πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού που καταναλώνονται για την παραγωγή των συμβατικών προϊόντων; Το κόστος διατάραξης της οικολογικής ισορροπίας και της βιοποικιλότητας από την χρήση των αγροχημικών, καλλιεργητικών επεμβάσεων αλλά και έργων υποδομής;

 

Σύμφωνα με στοιχεία του FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών), η συμβατική γεωργία, ρυπαίνει το περιβάλλον με νιτρικά κατά 40-64% περισσότερο από την βιολογική. Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο οργανισμό, η κατανάλωση ενέργειας στη συμβατική γεωργία, φθάνει έως και 69% παραπάνω από ό,τι στη βιολογική και αυτό επιβαρύνει τόσο τον εθνικό προϋπολογισμό όσο και την ενεργειακή πολιτική μιας χώρας. Επιπλέον λόγω των μεγαλύτερων ποσοτήτων νερού που καταναλώνονται για την παραγωγή των συμβατικών προϊόντων όχι μόνο μειώνονται τα υπάρχοντα αποθέματα νερού αλλά καλείται η Πολιτεία με διάφορες παρεμβάσεις (που έχουν και αυτές το κόστος τους) να καλύψει τις ανάγκες του αστικού πληθυσμού σε νερό δεδομένου ότι η συμβατική γεωργία χρησιμοποιεί το 75-80% των αποθεμάτων γλυκού νερού που έχουμε.

 

Όλα τα παραπάνω και ειδικά τα πρόχειρα σχεδιασμένα έργα υποδομής, δημιουργούν την ανάγκη ειδικών παρεμβάσεων με σημαντικό κόστος, για την αποκατάστασή τους. Τα παραπάνω κόστη, ίσως δεν είναι όλα άμεσα ορατά και πολλά επιμερίζονται στις επόμενες γενεές. Αν όλα αυτά όμως ποσοτικοποιηθούν και προστεθούν στην ονομαστική τιμή των συμβατικών προϊόντων, τότε θα δούμε, ότι η πραγματική τιμή τους μάλλον είναι υψηλότερη και όχι χαμηλότερη από τα αντίστοιχα βιολογικά. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα μας είναι μάλλον όχι. Αν συνυπολογίσουμε δε και τα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά των βιολογικών προϊόντων που αναλύσαμε, τότε η ψαλίδα ανοίγει ακόμα περισσότερο εις βάρος των συμβατικών.

 

Οι άμεσοι στόχοι του ΥΠΑΑΤ

 

Το ΥΠΑΑΤ αναγνωρίζει το διπλό ρόλο της βιολογικής γεωργίας ως ασφαλούς μεθόδου παραγωγής ασφαλών και ποιοτικών τροφίμων που ανταποκρίνεται στις ανησυχίες του καταναλωτή και ως υπεύθυνης για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και για την προστασία του περιβάλλοντος και των ζώων. Μάλιστα θέτει και στόχους που πρέπει να πετύχουμε στο άμεσο μέλλον, όπως είναι :

 

• Η παραγωγή προϊόντων και τροφίμων υψηλής διατροφικής αξίας, ασφαλή για τον καταναλωτή χωρίς υπολείμματα φυτοφαρμάκων, αντιβιοτικών και χημικών λιπασμάτων

• Η προστασία του εδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα, η αειφορική διαχείριση φυσικών πόρων και η εξασφάλιση της βιοποικιλότητας

• Η μη χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) ή/και προϊόντων που παράγονται από αυτούς

• Η προστασία της υγείας των αγροτών από την έκθεσή τους σε βλαβερές χημικές ουσίες

• Η φυσική διαβίωση των ζώων και η εξασφάλιση της ευζωίας τους

• Η χρήση ζωοτροφών που έχουν παραχθεί με βιολογικό τρόπο και χωρίς τη χρήση γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤΟ) ή/και προϊόντων που παράγονται από αυτούς

 

Τα οφέλη της βιολογικής γεωργίας

 

Στον αιώνα που διανύουμε, τα τρόφιμα και η βιοτεχνολογία θα αποτελέσουν τα κύρια θέματα τόσο της επιστήμης όσο και του εμπορίου. Στον αγροδιατροφικό τομέα θα σημειωθούν σημαντικές εξελίξεις. Η παραγωγή, υγιεινών προϊόντων θα αποτελέσει στόχο για όλες τις μορφές γεωργίας. Η βιολογική γεωργία είναι η μόνη μορφή γεωργίας που μπορεί να διασφαλίσει την παραγωγή ασφαλών και υγιεινών προϊόντων. Στην πρόκληση αυτή η Ελλάδα δεν πρέπει να μείνει θεατής εξελίξεων, αλλά, με οργανωμένο τρόπο, με σταθερές κατευθύνσεις και προσανατολισμούς, που να υπηρετούνται με διακυβερνητική συνέπεια και συνέχεια, με σωστή αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και όχι αποκλειστικά απορρόφηση, να αναπτύξει τη βιολογική γεωργία, γιατί τα οφέλη μπορούν να είναι πολλά:

 

• Η βιολογική γεωργία μπορεί να διασφαλίσει μακροχρόνια παραγωγή των φυσικών πόρων χωρίς τα προβλήματα που δημιουργεί η συμβατική γεωργία, όπως αλατότητα εδαφών, ερημοποίηση, ρύπανση υπόγειων υδάτων, εδαφών κ.τ.λ., αλλά κι ένα καλύτερο περιβάλλον

• H βιολογική γεωργία να ευαισθητοποιήσει τους καταναλωτές στην επιλογή «καθαρών» προϊόντων – τροφίμων

• Η βιολογική γεωργία σαν σύστημα παραγωγής προωθεί τη χρήση τοπικών ποικιλιών και φυλών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, άρα και τη διατήρησή τους

• H βιολογική γεωργία εξασφαλίζει καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους ίδιους τους παραγωγούς

• Αντιστέκεται δυναμικά στην είσοδο των GMO στον αγροτικό χώρο, καθώς και στην ελληνική αγορά

• Μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη του αγροτουρισμού

• Μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να τονώσει ακόμη και «βιομηχανικά» γεωργικά προϊόντα που αντιμετωπίζουν σημαντικό πρόβλημα, όπως το βαμβάκι

• Μπορεί να συγκρατήσει τους πληθυσμούς σε μειονεκτικές – ορεινές περιοχές

 

Οι συμβατικές καλλιέργειες παράγουν μεγαλύτερη απόδοση επιτυγχάνοντας όμως χαμηλότερες τιμές στην αγορά, ενώ οι βιολογικές παράγουν κατ’ αναλογία λιγότερο προϊόν κερδίζοντας όμως αυξημένες τιμές µε το κόστος παραγωγής να εξαρτά το δείκτη κερδοφορίας.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα συμπεράσματα πρόσφατης έρευνας ευρωπαίων γεωτεχνικών ερευνητών, τα οποία αποδεικνύουν ότι οι βιολογικές φάρμες αποδίδουν περισσότερο από τις συμβατικές σε ξηρές και άνυδρες περιοχές σε αντίθεση µε τις συμβατικές φάρμες που αυξάνουν την παραγωγικότητά τους καλύτερα σε υγρές περιοχές.

 

Σίγουρα η παρούσα στιγμή είναι κατάλληλη για τη δημιουργία συνθηκών σωστής ανάπτυξης της βιολογικής γεωργίας στην Ελλάδα, αρκεί να πιστέψουμε σε αυτήν και αναγνωρίζοντας την αδυναμία της συμβατικής γεωργίας να δώσει λύση στα προβλήματά της, να αναγάγουμε τη βιολογική γεωργία σε μία ευρύτερα εθνική υπόθεση.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.