Οι ιστοριες του Παυλου Παυλιδη πρωταγωνιστησαν το Σαββατο στο Καφε «Αλαβαστρον»

Σε μόνιμη τείνει να εξελιχθεί η σχέση που έχει αναπτύξει ο Παύλος Παυλίδης με την πόλη της Κομοτηνής αφού ένα χρόνο μετά την εδώ παρουσία του ο Ημαθιώτης τραγουδοποιός επέστεψε στο Καφέ «Αλάβαστρον» με ένα πλήρως ανανεωμένο πρόγραμμα. Και αν για τον Παύλο Παυλίδη η εποχή των Ξύλινων Σπαθιών αισθητικά πέρασε ανεπιστρεπτί, αυτό δεν τον εμποδίζει να επιστρέφει σε εκείνη την περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας να πειραματίζεται και να πειράζει, να τροποποιεί και να μεταποιεί τραγούδια δημιουργώντας ουσιαστικά ένα άλλο τραγούδι μέσα από το ήδη γνωστό.

 

Σε αυτό συμβάλει βέβαια και η συνύπαρξη του Παυλίδη επί σκηνής με τον Ορέστη Μπενέκα στο πιάνο και τον Σάκη Αζά στην κιθάρα σε ένα ακουστικό σχήμα δηλαδή που δίνει προτεραιότητα στη μελωδία επενδύοντας κομμάτια από την ροκ έντασή τους με την οποία είχαμε κατά το παρελθόν ταυτίσει τον Παυλίδη. Για έναν καλλιτέχνη άλλωστε η μανιέρα και η τυποποίηση είναι δείγμα φθίνουσας καλλιτεχνικής πορείας και ο Ημαθιώτης τραγουδοποιός 22 χρόνια μετά την «Ξεσσαλονίκη» επιμένει συνεχώς να δημιουργεί είτε πρωτοτύπως είτε επιστρέφοντας με διαφορετική ματιά στα υπάρχοντα.

 

Έτσι σε μια συγκλονιστική βραδιά που και ο ίδιος ευχαριστήθηκε και όπως δήλωσε δια μικροφώνου «είναι από τις καλύτερες συναυλίες που έχει κάνει» οι θαμώνες του caf bar «Αλάβαστον» είχαν την ευκαιρία να ταξιδέψουν από τη «Μόχα» μέχρι τον «Βροχοποιό» σε ένα ταξίδι που τον κύριο λόγο είχαν τα λόγια, οι ιστορίες, η ποίηση του Παυλίδη με τη μουσική να λειτουργεί συμπληρωματικά υποβάλλοντας την αφήγηση δημιουργώντας έναν μεταφυσικό εσωτερικό διάλογο έξω από τα ηχηρά και μεγαλόφωνα ήθη της εποχής.

 

Λίγες ώρες πριν τη συναυλία του το βράδυ του Σαββάτου στο caf bar «Αλάβαστρον» ο Παύλος Παυλίδης μίλησε στο «Ράδιο Παρατηρητής», στον Θάνο Βαφειάδη και τη Σοφία Τριανταφυλλίδου, για τις διαφορετικές εμπειρίες που αποκομίζει κάθε φορά από την περιοχή μας, τη δύναμη που του δίνει η παρουσία νέου ηλικιακά κόσμου στις συναυλίες του αλλά και την εσωτερική πάλη των ανθρώπων ως κίνητρο για την ενασχόληση με την τέχνη.

 

Επιπλέον, για τη στασιμότητα που παρουσιάζει η ελληνική ροκ σκηνή και, ειδικότερα, το ελληνόφωνο τραγούδι, για την εμπειρία ζωής που αποτέλεσε γι’ αυτόν η διαμονή του σε νεαρή ηλικία στο Παρίσι και, τέλος, για τα άμεσα σχέδιά του, που περιλαμβάνουν την κυκλοφορία νέου δίσκου προς το Πάσχα.

 

ΠτΘ: Ο τόπος παίζει ρόλο στην ατμόσφαιρα που δημιουργείς σε ένα live σου;

Π.Π.: Επειδή ταξιδεύουμε πολλά χρόνια στη χώρα και βλέπουμε τις πόλεις να αλλάζουνε μέσα στον χρόνο, δεν έχω ποτέ την αίσθηση ότι παίζω δύο φορές στο ίδιο μέρος. Αλλάζουν τα πρόσωπα, οι χώροι, ακόμα και η διάθεση. Δεν έχω την αίσθηση ότι θα έρθω να παίξω στην Κομοτηνή και ότι ξέρω ακριβώς πως θα είναι. Αυτό είναι και το συναρπαστικό της υπόθεσης. Η κάθε πόλη στο μυαλό μου αποκτά μέσα στον χρόνο τη μυθολογία της και ομολογώ ότι έχω ιδιαίτερη αδυναμία στη Θράκη. Μου αρέσουν τα ακριτικά μέρη.

 

ΠτΘ: Έχεις μία δυνατή και μακροχρόνια σχέση με το κοινό σου. Αυτό σε ευχαριστεί ή σε αγχώνει;

Π.Π.: Δεν νομίζω ότι προλαβαίνω και πολύ να αγχωθώ όσον αφορά στις σχέσεις μου με τον κόσμο. Ζω κάτι καταπληκτικό σε σχέση με αυτό. Είμαι πια πενήντα χρονών και στις συναυλίες βλέπω τόσο νέο κόσμο. Είναι πολύ δυνατό να αισθάνεσαι ότι αυτά που λες αφορούν τόσο νεαρό κομμάτι της κοινωνίας. Όταν έχεις κάποια χρόνια πορείας σίγουρα προσπαθείς να βάζεις τον πήχη όλο και ψηλότερα. Η ευθύνη έχει να κάνει με το ίδιο μας το έργο. Να αντιστοιχούμε αυτά που φτιάχνουμε με αυτά που λέμε. Είναι η προσωπική ευθύνη του καθενός, δεν έχει να κάνει με τις καλλιτεχνίες.

 

«Κάποιοι άνθρωποι που ξεκινάνε να αφιερώσουν τη ζωή τους στο να κάνουνε τραγούδια ή στίχους ή ζωγραφιές με κάτι εσωτερικό παλεύουν»

 

ΠτΘ: Το ταλέντο να δημιουργείς εικόνες μέσα από τα τραγούδια σου πιστεύεις ότι είναι έμφυτο ή κάτι που προέκυψε με κόπο και πολύ διάβασμα;

Π.Π.: Πολύ διάβασμα σίγουρα όχι. Προφανώς κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι σου αρέσει να κάνεις κάτι και ότι έχεις μια έφεση σε αυτό. Τις περισσότερες φορές, στην ουσία, είναι σαν να προσπαθείς να λύσεις τους κόμπους μέσα σου. Κάποιοι άνθρωποι που ξεκινάνε να αφιερώσουν τη ζωή τους στο να κάνουνε τραγούδια ή στίχους ή ζωγραφιές με κάτι εσωτερικό παλεύουν. Από κάποιο εσωτερικό πρόβλημα δημιουργείται κάτι όμορφο, το οποίο αφορά τελικά αρκετούς ανθρώπους. Δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει η λέξη ταλέντο, καμιά φορά αισθάνεσαι ότι έχεις μπλέξει σε μια ιστορία, από την οποία είναι πλέον αργά για να ξεμπλέξεις και πρέπει να προχωρήσεις και, συχνά, είναι σαν να τσουλάς σε μια κατηφόρα.

 

ΠτΘ: Συμφωνείς με την άποψη ότι, σήμερα, το ελληνικό ροκ, όπως το γνωρίσαμε, αποτελεί παρελθόν; Τόσο από άποψη δισκογραφίας όσο και από άποψη κοινού.

Π.Π.: Αισθάνομαι περισσότερο ότι έχω να κάνω με την τραγουδοποιία. Το ότι χρησιμοποιώ τον ηλεκτρικό στίχο και τις κιθάρες που παραπέμπουν σε αυτό το είδος είναι κάτι που το κάνω αυθόρμητα, ανάλογα με το τι υλικό έχω μπροστά μου. Σε αυτόν τον δίσκο είναι σαφώς ηλεκτρικός ο ήχος αλλά δεν ξέρω αν μπορεί να πει κάποιος ότι είναι ροκ ή όχι. Σίγουρα όμως είναι το τελευταίο πράγμα που θα με ενδιέφερε. Γιατί και ως ακροατής δεν με απασχολεί αποκλειστικά το ροκ. Από όλα τα είδη της μουσικής πάντοτε ψάχνω να βρω αν υπάρχει κάτι σπουδαίο και βαθύ σε αυτό που ακούω. Σίγουρα δεν υπάρχουν πια τα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’90 –Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά– αλλά δεν νομίζω ότι υπήρξε και κάποια πολύ τρανταχτή συνέχεια.

 

«Δεν ξέρω πόσο καλό είναι το να φεύγουμε με το ζόρι από την Ελλάδα»

 

ΠτΘ: Σε επίπεδο ελληνόφωνου τραγουδιού πως τα βλέπεις τα πράγματα;

Π.Π.: Η αλήθεια είναι πως όταν μιλάμε για ελληνόφωνα τραγούδια, είναι τόσο σημαντικό το κομμάτι των στίχων που δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Θα περίμενα πολύ περισσότερες συγκινητικές δουλειές. Δεν αισθάνομαι ότι υπάρχει κάποια άνοιξη του ελληνόφωνου τραγουδιού.

 

ΠτΘ: Σε ηλικία 23 χρονών έφυγες για το Παρίσι, όπου γνώρισες τον Γιάννη Μήτση και την Κατερίνα Γώγου. Πόσο σε βοήθησε αυτή η νέα κουλτούρα που είδες; Το θεωρείς καλό να φεύγουμε από την Ελλάδα;

Π.Π.: Το θεωρώ καλό να φεύγουμε όταν θέλουμε. Δεν ξέρω πόσο καλό είναι το να φεύγουμε με το ζόρι. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορούμε παρά να αισιοδοξούμε. Καμιά φορά μας ταρακουνάει η ζωή και καταφέρνουμε και βλέπουμε πράγματα με έναν αλλιώτικο τρόπο και πάντοτε οι δυσκολίες μας βοηθάνε να τα καταλαβαίνουμε λίγο καλύτερα. Εγώ έφυγα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο Παρίσι και όντως η συνάντησή μου με τον Γιάννη Μήτση ήταν σπουδαία και είναι μια φιλία, που εξακολουθεί να υπάρχει. Η Κατερίνα Γώγου ήταν φιλοξενούμενή μου στο Παρίσι για μια παράσταση που ήθελε να κάνει. Την επόμενη χρονιά πέθανε και ματαιώθηκε όλο αυτό που είχαμε σχεδιάσει.

 

Σε κάθε περίπτωση, το να βρεθείς σε μια πόλη τόσο σημαντική καλλιτεχνικά και με τέτοια ιστορία επιδρά πάνω σου χωρίς να το καταλαβαίνεις ακριβώς. Και μόνο να προχωράς στους δρόμους μιας τέτοιας μητρόπολης αλλάζει όλο τον τρόπο που σκέφτεσαι. Σίγουρα μου έκανε πάρα πολύ καλό, έζησα κάτι παραμυθένιο εκεί για 3-4 χρόνια.

 

«Προς το Πάσχα θα έχουμε καινούρια κυκλοφορία, ένας δίσκος που στηρίζεται κι αυτός στις μπαλάντες»

 

Προς το Πάσχα θα έχουμε καινούρια κυκλοφορία, μόλις τελείωσε δηλαδή το υλικό από τον καινούριο δίσκο, οπότε δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τηρήσω το ότι πρέπει να περάσουν τουλάχιστον τρία χρόνια για να βγάλω μια καινούρια δουλειά. Είναι ένας δίσκος που στηρίζεται κι αυτός στις μπαλάντες. Θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει και εσωστρεφή. Στο δικό μου κεφάλι είναι ένας ατμοσφαιρικός δίσκος με όχι πολύ γρήγορα κομμάτια.

 

Συνέντευξη- Ρεπορτάζ: Θάνος Βαφειάδης, Σοφία Τριανταφυλλίδου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.