Βασιλης Νικολαιδης, σκηνοθετης – Καλλιτεχνικος Διευθυντης ΔΗΠΕΘΕ Αγρινιου «Τεχνη χωρις λεφτα δεν γινεται»

Η «Ελένη» του Ευριπίδη θα παρουσιαστεί την Τρίτη που μας έρχεται στην πόλη μας με πρωταγωνιστές την Πέμη Ζούνη και τον Αντώνη Καφετζόπουλο σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και συμπαραγωγή των ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου και Καλαμάτας.

Μια παράσταση της «Ελένης» του Ευριπίδη, μιας εξαιρετικής αντιπολεμικής, τυπικά, τραγωδίας, που οι φιλόλογοι θεωρούν ότι βρίθει σάτιρας προς τις «δόξες» του Τρωϊκού πολέμου (προς όσα λέγονταν σε μυθολογικό επίπεδο) και κάθε πολέμου που γίνεται ουσιαστικά για το τίποτα. Πάνω στη ρεαλιστική αυτή βάση ο Ευριπίδης εφευρίσκει την έξυπνη ιδέα του φαντάσματος της Ελένης που βρισκόταν στην Τροία και της πραγματικής που έχει εναποτεθεί στην Αίγυπτο… Μια υπέροχη τραγωδία από έναν τραγωδό που διακρίνονταν για τη σάτιρα και την ευφυία του, την οποία ενδεχομένως δεν θα κατανοήσουν όσοι μεταβούν για να απολαύσουν μια τυπική τραγωδία…

Με αφορμή την παράσταση αυτή, ο «ΠτΘ» συνομίλησε με τον σκηνοθέτη της παράστασης και καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, έναν άνθρωπο με ιδιαίτερη αγάπη για την όπερα όπως μαρτυρά το βιογραφικό του, τον κ. Βασίλη Νικολαΐδη, τόσο για την παράσταση όσο και για τα προβλήματα και τις δυσκολίες των ΔΗΠΕΘΕ σήμερα, αλλά και την κατάργηση της ΕΡΤ μιας και ο ίδιος υπήρξε παραγωγός στο «Τρίτο Πρόγραμμα».

Βασίλης Νικολαΐδης όμως…

ΠτΘ: κ. Νικολαΐδη είστε ένας άνθρωπος που έχει ασχοληθεί με πάρα πολλά είδη θεάτρου και όχι μόνο, έχετε ασχοληθεί εκτενώς και με την όπερα. Θα ήθελα αρχικά να μου πείτε πώς και γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο είδος και το συγκεκριμένο έργο αυτή τη χρονική στιγμή.
Β.Ν.:
Καταρχάς να διευκρινίσω ότι μου ζήτησαν να το κάνω. Με κάλεσε ο Νίκος ο Ξανθούλης, παλιός φίλος από τη Λυρική σκηνή, ο οποίος είναι τώρα ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας και ήθελε να συνεργαστούμε μόλις ξεκίνησε τη θητεία του στην Καλαμάτα. Μου ζήτησε λοιπόν να σκηνοθετήσω την παράσταση και εγώ δέχτηκα με μοναδικό όρο να πάρω μαζί μου το Αγρίνιο. Ο Ευριπίδης είναι ο τρίτος τραγικός ποιητής μετά τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, με τον οποίο έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα και έτσι κάθε έργο του αποτελεί για εμένα πρόκληση, πόσω μάλλον ένα τέτοιο έργο, το οποίο δεν είναι καθαρά τραγωδία. Είναι ένα είδος που οι φιλόλογοι το ονομάζουν τραγικωμωδία, ιλαροτραγωδία ή ειρωνικό δράμα. Το έργο αυτό δεν είναι καθαρή τραγωδία. Υπάρχει δηλαδή και το στοιχείο το κωμικό πολύ έντονα στο έργο, το οποίο δεν αναιρεί φυσικά τις δραματικές σκηνές. Το όλο έργο, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα συνεχές παιχνίδι μεταξύ του κωμικού και του τραγικού. Άλλωστε δεν είναι αυτό το έργο φαινομενικά ένα έργο δραματικό. Δηλαδή η Ελένη σύμφωνα με μία εκδοχή του μύθου δεν πήγε ποτέ στην Τροία, τη μετέφεραν οι Θεοί στην Αίγυπτο όπου έμεινε ως η πιστή σύζυγος να περιμένει τον άντρα της, ο οποίος κάποια στιγμή καταφθάνει και μετά από διάφορες περιπέτειες φεύγουν για την Ελλάδα. Υπάρχει δηλαδή πρώτα απ’όλα το αίσιο τέλος. Αλλά βεβαίως δεν μπορεί ένα έργο το οποίο γράφτηκε μετά από μία πολύ μεγάλη ήττα των Ελλήνων στον Πελοποννησιακό πόλεμο, να είναι μοναχά ένα έργο για να διασκεδάσει κανείς. Σαν απόδειξη αυτού που λέω είναι το ότι όταν ο Σεφέρης, ο μεγάλος έλληνας ποιητής, διάβασε αυτό το έργο, έγραψε ένα ποίημα το οποίο ουσιαστικά υπογραμμίζει αυτό το οποίο και ο ίδιος ο Ευριπίδης θέλει να πει, πως τελικά αυτός ο πόλεμος όλη αυτή η καταστροφή έγινε για το τίποτα, «για ένα πουκάμισο αδειανό». Είναι λοιπόν αυτός ο πρώτος πόλος της παράστασής μας. Βασιστήκαμε δηλαδή στο ποίημα του Σεφέρη το οποίο μπαίνει δραματουργικά μέσα στο ίδιο το κείμενο. Είναι τρεις οι πόλοι της παράστασης. Πρώτα απ’ όλα αυτό το ποίημα το οποίο μας οδήγησε έτσι ώστε να τονιστεί ότι μία καταστροφή γίνεται για ένα τίποτα, όλοι οι πόλεμοι ουσιαστικά είναι μάταιοι. Μετά ότι οι ευγενείς, οι βασιλείς είναι οι ευνοημένοι από τους Θεούς και αυτοί που τα πληρώνουν πάντα είναι οι φτωχοί, οι αφανείς, οι ασήμαντοι. Αυτός είναι ο δεύτερος πόλος και ο τρίτος πόλος είναι αν θέλετε μία μελέτη που έχει κάνει ο μεταφραστής της παράστασης ο Δημήτρης ο Δημητριάδης και μιλάει για την επιδημία, για τον ιό Ελένη και λέει ότι η Ελένη είτε είναι αληθινή είτε είναι το ομοίωμά της στην Τροία καταστρέφει και εξολοθρεύει όλους τους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή. Άρα λοιπόν δεν είναι μία αθώα κωμωδία η Ελένη, όσο ευτράπελη όσο ελαφριά και αν είναι σε κάποια σημεία. Ενέχει η τραγικότητα, υπάρχει, ελλοχεύει και βγαίνει όπου χρειάζεται. Εμείς δεν εκβιάσαμε τίποτα, προσπαθήσαμε να δώσουμε αυτό το οποίο το ίδιο το κείμενο προτείνει, δηλαδή αυτή τη συνεχή εναλλαγή του κωμικού με το τραγικό.

Τα κείμενα των τραγωδιών είναι επίκαιρα, γιατί μιλούν για τα πάθη και τα προβλήματα των ανθρώπων

ΠτΘ: Οι τρεις πόλοι που αναφέρατε κάνουν το έργο και ιδιαίτερα επίκαιρο…
Β.Ν.:
Όλα τα κείμενα των τραγωδιών είναι επίκαιρα, γιατί μιλούν για τα πάθη και τα προβλήματα των ανθρώπων, για πρώτη φορά τόσο σημαντικά ιδωμένα, επομένως δεν μπορεί να μην είναι επίκαιρα. Φυσικά θέλω να προσθέσω ότι δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο έργο να γίνει με ηθοποιούς οι οποίοι δεν είναι υποψιασμένοι, που να μην μπορούν να δώσουν και τις δύο όψεις του νομίσματος.

ΠτΘ: Έχουμε δει κατά καιρούς και παραστάσεις κλασικών έργων, καθόλου επιτυχημένες, τόσο λόγω του καστ των ηθοποιών όσο και της άγνοιας από πλευράς σκηνοθέτη ή την λάθος προσέγγιση. Εσείς έχετε ασχοληθεί ιδιαίτερα όπως προείπατε με κλασικά έργα. Φοβηθήκατε ποτέ να «αγγίξετε» έργα τέτοιου μεγέθους; Δυσκολευτήκατε ποτέ; Και έπειτα θα ήθελα να αναφερθούμε στο πρωταγωνιστές της «δικής σας» Ελένης.
Β.Ν.:
Οπωσδήποτε. Πάντα φοβάμαι. Πάντα με συντροφεύει η ανασφάλεια ότι αυτό που κάνω θα μπορούσε να είναι και κάπως αλλιώς. Η Πέμυ Ζούνη και ο Αντώνης Καφετζόπουλος, οι δύο πρωταγωνιστές της παράστασης μπορούν να κατανοήσουν πολύ καλά αυτό το παιχνίδι μεταξύ του κωμικού και του τραγικού. Πώς δηλαδή μια στιγμή ενός έργου μπορεί να δείξει και την άλλη της όψη, την άλλη όψη του νομίσματος. Και οι δύο λοιπόν μπορούν να το καταφέρουν πάρα πολύ καλά αυτό και εγώ νομίζω ότι είμαι ευτυχής που δούλεψα μαζί τους γιατί και οι δύο είναι στο ύψος των περιστάσεων, μπορούν να κατανοήσουν και να αποδώσουν ακριβώς αυτή την απαίτηση, την πολύ ιδιαίτερη που το κείμενο επιβάλλει. Αλλά όλο το καστ είναι εξαιρετικό. Να πω για τη Νίκη Παλληκαράκη η οποία κάνει την κορυφαία αλλά και τον δύσκολο ρόλο της μάντισσας Θεονόης, ρόλος κλειδί για το έργο, τον Νίκο Αρβανίτη ο οποίος κάνει τον Τεύκρο, ένας ρόλος περίεργος για το έργο, που λέει και το ποίημα του Σεφέρη και κλείνει την παράσταση με αυτό, τον Αντώνη Καρυστινό, ο οποίος είναι ένας νέος ηθοποιός. Εγώ δεν τον γνώριζα πάρα πολύ καλά, αλλά μπορεί και αυτός όλη αυτή την περίεργη όψη του ήρωά του, ο οποίος είναι λίγο γελοίος στην αρχή, αλλά γίνεται τραγικό πρόσωπο στο τέλος, να τον αποδώσει εξαιρετικά. έχει Και φυσικά όλο το καστ των ηθοποιών, είναι επιλεγμένοι ένας ένας. Επίσης η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νίκου Σαριδάκι, η μουσική και τα κοστούμια του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας του Νίκου Ξανθούλη, η κίνηση και η χορογραφία της Αγγελικής Στελλάτου, αυτής της μεγάλης κυρίας του χορού. Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι κάναμε ό,τι περνούσε από το χέρι μας γι’ αυτήν την παράσταση χωρίς να κάνουμε κανένα σκόντο πουθενά. Αυτό είναι το αποτέλεσμα που μπορέσαμε και δώσαμε με όλες μας τις δυνάμεις μας δουλεύοντας, κατά τη γνώμη μας, με όλες μας τις δυνάμεις και σε σωστό χρόνο.

«Το υπουργείο μας έχει εγκαταλείψει»

ΠτΘ: Το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου είναι ένα από τα λίγα ΔΗΠΕΘΕ της Ελλάδας με πλούσιο έργο και παραγωγή. Είστε καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να συνθέσετε το πρόγραμμα μίας ολόκληρης χρονιάς και μάλιστα με δικές σας παραγωγές;
Β.Ν.:
Πάρα πολύ δύσκολο. Φέτος εμείς ειδικά γιορτάζουμε τα 30 χρόνια της ύπαρξής μας ως Δημοτικό Περιφερειακό. Δεν υπάρχουν χρήματα. Το υπουργείο μας έχει εγκαταλείψει. Συγκεκριμένα για το Αγρίνιο αν δεν ήταν και ο δήμαρχος Παύλος Μοσχολιός ο οποίος αγαπάει ο θέατρο και το στηρίζει δεν νομίζω ότι θα υπήρχαμε αυτή τη στιγμή. Τώρα με όλες αυτές τις μετατοπίσεις και μεταθέσεις προσωπικού εμείς χάσαμε πάρα πολλούς υπαλλήλους και το θέατρο αγκομαχεί αυτή τη στιγμή χωρίς εξειδικευμένους υπαλλήλους, αλλά κάνουμε ό,τι μπορούμε. Πέρυσι με τις συνθήκες αυτές, το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου έκανε μία μεγάλη επιτυχία, το «Αλίμονο στους νέους» του Σακελάριου, που το γνωρίζει κανείς από τον κινηματογράφο αλλά είναι πάρα πολύ ωραίο σαν έργο. Φέτος λέμε, να συνεχίσουμε σε αυτό τον δρόμο και να κάνουμε άλλο ένα έργο εξαιρετικό αυτού του είδους που είναι « Ένας ήρωας με παντούφλες» πάλι του Σακελάριου. Προσπαθούμε να το κάνουμε με πολύ φθηνό εισιτήριο, δέκα ευρώ έτσι ο κόσμος του Αγρινίου να έρθει ξανά στο θέατρο, να διασκεδάσει και να σκεφτεί και λίγο γιατί δεν είναι μόνο η διασκέδαση και η ψυχαγωγία η ελαφριά, αλλά έχει και κάτι να αποκομίσει. Είμαι στο ΔΗΠΕΘΕ επτά χρόνια και μέχρι στιγμής οι επιλογές που κάναμε και προτείναμε είχαν ανταπόκριση.

«Τα ΔΗΠΕΘΕ δε πρέπει να εγκαταλειφθούν»

ΠτΘ: Θα παρακολουθείτε φαντάζομαι και την πορεία των άλλων ΔΗΠΕΘΕ της χώρας, πολλά εκ των οποίων έχουν φθίνουσα πορεία, δεν έχουν δικές τους παραγωγές ή ακόμα και καλλιτεχνικούς διευθυντές, μεταξύ των οποίων και το ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής. Θεωρείτε ότι γενικότερα αυτά τα ΔΗΠΕΘΕ που δεν επιτελούν πλέον το έργο το οποίο «έφερε» μαζί του και προϋπόθετε ο όρος του ΔΗΠΕΘΕ παλαιότερα, έχουν λόγω ύπαρξης ή όχι;
Β.Ν.:
Η πολιτιστική αποκέντρωση, αυτό είναι το νόημα των ΔΗΠΕΘΕ, το να δημιουργούνται πόλοι πολιτιστικοί και εκτός των Αθηνών, είναι ακριβώς ο λόγος ύπαρξης του θεσμού. Η ανάγκη αυτή δεν παύει να υπάρχει και νομίζω ότι η πρόταση που είχε κάνει η Μελίνα ως υπουργός πολιτισμού το 1981, ήταν μία επανάσταση για το θέατρο στην Ελλάδα, αλλά…; Φταίνε και πολλά ΔΗΠΕΘΕ βεβαίως, καθώς χρησιμοποίησαν τα χρήματα που κάποτε τους δίνονταν αφειδώς για όχι ουσιαστικές παραστάσεις και δεν είχαν τις καλύτερες επιλογές, αλλά επ’ ουδενί δεν πρέπει τα ΔΗΠΕΘΕ να εγκαταλειφθούν. Αυτή τη στιγμή προς τα εκεί πάμε, κανένας δεν παίρνει την ευθύνη να πει «τα κλείνω» γιατί είναι μεγάλο και το πολιτικό κόστος και έτσι παραμένουν χάρη στην αντίληψη κάποιων δημοτικών αρχόντων οι οποίοι θεωρούν ότι πρέπει να υπάρχει ΔΗΠΕΘΕ στην πόλη τους, κάτι που δυστυχώς δεν το θεωρούν όλοι. Στο Αγρίνιο είμαστε τυχεροί ως προς αυτό, αλλού δεν είναι έτσι. Εγώ πιστεύω ότι πρέπει τα ΔΗΠΕΘΕ να προσπαθήσουμε να τα κρατήσουμε με νύχια και με δόντια, γιατί αυτό που προτείνουν, αυτό που πρεσβεύουν, αυτό που αντιπροσωπεύουν, είναι εξαιρετικά πολύτιμο και ακριβό, το να δημιουργούνται πόλοι έλξης πολιτιστικοί εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Η ζωή μας είναι τόσο δυσάρεστη και τόσο δύσκολη, που αν δεν υπάρχουν και αυτοί οι «φάροι» δεν ξέρω τι θα γίνει.

«Τα ΔΗΠΕΘΕ έχουν επιμορφώσει συνείδησεις ανθρώπων σε ολόκληρη την Ελλάδα, είναι κρίμα να χαθούν»

ΠτΘ: Ειδικά τώρα, που είδαμε μέσα στην χρονιά και πολλοί χώροι πολιτισμού και μουσικές σκηνές να κλείνουν…
Β.Ν.:
Τα πάντα έχουν κλείσει στην Αθήνα. Περπατάμε σε άδειες γειτονιές, είναι τραγικό και η κρίση είναι τρομερή και θα γίνει ακόμα πιο εμφανής. Εμείς προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να κρατήσουνε το δικό μας ΔΗΠΕΘΕ, μακάρι και στις άλλες πόλεις όπου υπάρχουν ακόμα τα ΔΗΠΕΘΕ να γίνουν αντίστοιχες προσπάθειες και ό,τι μπορεί ο καθένας να προσφέρει για να μην εξαφανιστεί αυτός ο θεσμός. Είναι πάρα πολύ σημαντικός αυτός ο θεσμός. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο. Πόσοι άνθρωποι έχουν εκφραστεί καλλιτεχνικά, πόσο έχουν επιμορφώσει συνειδήσεις ανθρώπων στην Ελλάδα ολόκληρη… Είναι κρίμα να χαθούν.

«Κανένας δεν παίρνει την ευθύνη να κλείσει τα ΔΗΠΕΘΕ και τα αφήνουν να ψυχορραγούν»

ΠτΘ: Πριν από λίγο καιρό είχε γίνει μία συνάντηση στη Βέροια που αφορούσε στην τύχη των ΔΗΠΕΘΕ, από την οποία προέκυψε μια επιτροπή από προέδρους κυρίως…
Β.Ν.:
Εγώ ως καλλιτεχνικός διευθυντής για παράδειγμα, δεν μπορούσα να πάω γιατί είχαμε πρόβες, πήγαν όμως οι πρόεδροι του Δ.Σ. πολύ υπεύθυνα άτομα σε σχέση με τα ΔΗΠΕΘΕ ή οι καλλιτεχνικοί διευθυντές. Ωστόσο οι επιτροπές και αυτές οι συναντήσεις είναι όλα καλά, θίγονται θέματα, υπογραμμίζονται προβλήματα και καταστάσεις, αλλά αν το ίδιο το κράτος δεν μεριμνήσει ώστε να ενισχύσει οικονομικά, ό, τι και να πούμε, ό,τι και να κάνουμε δυστυχώς πάει στον βρόντο, γιατί τέχνη χωρίς λεφτά δεν γίνεται, μάλλον γίνεται μέχρι ένα σημείο, από ένα σημείο και μετά δεν γίνεται. Κανένας δεν παίρνει την ευθύνη να τα κλείσει, γιατί φοβούνται αλλά είναι χειρότερο το ότι τα αφήνουν και ψυχορραγούν. Όσες επιτροπές και να γίνουν αν δεν υπάρχει μία κεντρική ουσιαστική ενίσχυση και ένα ενδιαφέρον πηγαίνουμε σιγά σιγά προς μία φθίνουσα κατάσταση, η οποία ήδη υπάρχει.

 

«Μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ, αισθάνομαι πραγματικά πως ορφανέψαμε»

ΠτΘ: Υπήρξατε και παραγωγός στο Τρίτο Πρόγραμμα, ένα κομμάτι της Κρατικής Ραδιοτηλεόρασης. Πώς κρίνετε την κατάργησή της και ό,τι επακολούθησε αυτής;
Β.Ν.:
Το θεωρώ όχι απλώς τραγικό, κάτι παραπάνω. Γιατί ας μην γελιόμαστε, αν υπήρχε μία τηλεόραση η οποία εγώ προσωπικά τουλάχιστον θεωρούσα ότι ήταν κάτι σημαντικό ήταν μόνο τα κανάλια του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης της ΕΡΤ. Δεν ξέρω τι ατασθαλίες είχαν γίνει μέσα, αν υπήρχαν άνθρωποι μέσα παραπάνω, δεν έπρεπε όμως επ’ ουδενί να κλείσει. Δεν μπορούμε να ακούσουμε πλέον κάτι σημαντικό. Ακούμε μόνο αυτά τα οποία οι έχοντες τα επιλέγουν, τις διαφημιστικές εκπομπές με τραγουδάκια της εποχής κτλ. Είναι δυνατόν ένα Τρίτο Πρόγραμμα να πάψει να υπάρχει; Δούλεψα στο Τρίτο πρόγραμμα και ξέρω πάρα πολύ καλά ποια είναι η αναγκαιότητά του και πόσοι άνθρωποι πραγματικά λαχταράν να ξανακούσουν το Τρίτο Πρόγραμμα και δεν είναι μόνο αυτό. Η τηλεόραση, όλες αυτές οι ουσιαστικές εκπομπές, όλα αυτά τα πολιτιστικά μαγκαζίνο λείπουν, τώρα δεν έχουμε πού να απευθυνθούμε. Εμείς κιόλας στην παραγωγή ήταν μεγάλη η ζημιά που μας έκανε το κλείσιμο της ΕΡΤ καθώς ήταν ο χορηγός επικοινωνίας της παράστασης, όπως ήταν και σε πάρα πολλές ακόμη παραστάσεις. Εγώ αισθάνομαι πραγματικά πως ορφανέψαμε. Είναι τραγικό να κλείσει η ΕΡΤ, δεν ξέρω πως θα ανοίξει και τι μορφή θα έχει, αλλά ας κάνουν κάτι γιατί δεν γίνεται να μείνουμε χωρίς κρατικό κανάλι.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.